Πέραν της γενικής συμφωνίας, εστιάζω σε κριτικές επισημάνσεις και προβληματισμούς, για να τηρήσω το όριο λέξεων.
* Το πρώτο μέρος των Θέσεων για το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, τις αντιθέσεις και την οικονομία πολέμου είναι μεστό και καλογραμμένο. Είναι επίσης θετική η εξαγγελία περαιτέρω μελέτης του ιμπεριαλισμού στον 21ο αιώνα και της σύγχρονης Κίνας. Νομίζω ότι απουσιάζει, ωστόσο, μια αναλυτική ανάπτυξη - τεκμηρίωση της συνολικής θεωρητικής αντίληψης του κόμματος για τον ιμπεριαλισμό, που να απαντά μεταξύ άλλων σε κρίσιμα ζητήματα. - Αν οι χώρες των BRICs είναι απλώς καπιταλιστικές - όπως αναφέρονται ενίοτε σε σχετικά άρθρα - ή ιμπεριαλιστικές ή αν συγκροτούν έναν υπό διαμόρφωση ιμπεριαλιστικό πόλο.
- Ποια είναι η θέση της Ελλάδας, αν έχουν υπάρξει ουσιαστικές μεταβολές από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και ποιος είναι ο ορισμός, τα γνωρίσματα ή οι πιθανές διαβαθμίσεις της ανισότιμης αλληλεξάρτησης.
- Ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις χώρες που είναι γενικά ενταγμένες στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Και αν απορρέουν διαφορετικά πολιτικά καθήκοντα από τη θέση κάθε χώρας, όχι ως προς τον στρατηγικό στόχο (την επανάσταση), αλλά στα τακτικά συνθήματα ή τη στάση σε έναν επικείμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
- Πού στοχεύει η αυτοτελής δράση των κομμουνιστών σε μια ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση; Στη μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο και στην ήττα της εγχώριας αστικής τάξης; Στην υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων; Σε έναν συνδυασμό των παραπάνω;
Κι αν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι άδικος και από τις δυο πλευρές, έχει άραγε σημασία ποια πλευρά επιτίθεται και ποια εισβάλλει στην επικράτεια της άλλης;
* Για να γίνει η δουλειά του κόμματος πιο εύστοχη και ουσιαστική, οφείλει να είναι συγκεκριμένη. Χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης, τακτικές επεξεργασίες που να πατάνε σε αυτήν, ευελιξία, εναλλαγή και συνδυασμός μέσων, συνθημάτων κτλ. Το ΚΚΕ πρέπει να βρει ποια αιτήματα - στόχοι πάλης μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίκοι για την άνοδο των μαζικών αγώνων, του επιπέδου της μέσης συνείδησης και για τη συγκέντρωση δυνάμεων. Αυτό δεν έχει σχέση με τα μεταβατικά προγράμματα ενσωμάτωσης και τη θεωρία των σταδίων. Δεν είναι υπόκλιση στο χαμηλό επίπεδο της αυθόρμητης συνείδησης, αλλά σχέδιο για το ανέβασμά της.
Σε κρίσιμες καμπές, ένας κόσμος μπορεί να προσεγγίσει το ΚΚΕ, μαζικά πλην αντιφατικά - έντονη δυσαρέσκεια που ψάχνει εναλλακτική, συχνά όμως με όρους εκλογικής ανάθεσης, χωρίς στρατηγική συμφωνία για μια ριζική ανατροπή. Ζητούμενο είναι πώς θα αποκτήσει αυτή η τάση μόνιμο, βαθύτερο χαρακτήρα. Να αξιοποιούμε μικρές νίκες που δείχνουν τη δύναμη του αγώνα, να κατακτούμε καλύτερες θέσεις μετά από μεγάλες κινητοποιήσεις - κινήματα (π.χ. Τέμπη), ακόμα και αν δεν έχουν νικηφόρο αποτέλεσμα. Να αποκτήσουν οι αγώνες οργανική συνέχεια αντί να μοιάζουν σποραδικά και αποκομμένα ξεσπάσματα.
* Χρειάζονται μελέτες για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα - όπως προαναγγέλλει και το κείμενο των Θέσεων -, την ταξική διαστρωμάτωση της χώρας συνολικά, στοιχεία για την οργάνωση της τάξης μας στα σωματεία, ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες και μια σειρά δείκτες που μπορούν να κατευθύνουν τη δουλειά του κόμματος. Παλιότερα, αντίστοιχες μελέτες γίνονταν συστηματικά από το ΚΜΕ. Η δουλειά που γίνεται από τα Τμήματα της ΚΕ και τους συνεργάτες τους είναι πολύτιμη αλλά δεν υποκαθιστά ούτε έρχεται σε αντιδιαστολή με την ανάγκη ύπαρξης ενός κέντρου και την αξιοποίηση ενός ευρύτερου επιστημονικού δυναμικού. Πιστεύω πως το ΚΜΕ πρέπει να επαναλειτουργήσει, διαφορετικά να εξηγηθούν ανοιχτά οι λόγοι της εγκατάλειψης αυτού του εργαλείου.
* Η λειτουργία του ΚΜΕ θα βοηθούσε το ΚΚΕ να έχει πιο τεκμηριωμένες, επιστημονικές προσεγγίσεις σε μια σειρά επιμέρους ζητήματα, όπως το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Νομίζω πως το σχετικό κείμενο της ΚΕ δεν ανταποκρινόταν ικανοποιητικά στο καθήκον - στόχο της αντιπαράθεσης με τον αστικό, ατομικό δικαιωματισμό - ένα κενό που επιχειρήθηκε να καλυφθεί μετά την ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου, με αρθρογραφία στον «Ριζοσπάστη». Η αυτοκριτική που γίνεται στις Θέσεις σημειώνει τη χρονική καθυστέρηση να δοθούν κάποιες απαντήσεις. Η γνώμη μου είναι ότι η αυτοκριτική πρέπει να επεκταθεί στην ουσία - δηλαδή το περιεχόμενο - αλλά και σε δευτερεύουσες πτυχές, όπως ο κακός επικοινωνιακός χειρισμός του ζητήματος.
Σε κάθε περίπτωση, το κόμμα οφείλει να συνεχίσει την επεξεργασία, να αξιοποιήσει σύγχρονα δεδομένα, επιστημονικές εργασίες με μαρξιστική οπτική - αφετηρία, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στη συνολική οπτική του. Να έρθει σε επαφή με κινήσεις ή άτομα που ασχολούνται με το ζήτημα και δεν αντιμετωπίζουν εχθρικά το ΚΚΕ. Να αναλάβει πρωτοβουλίες για τα προβλήματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και την άρση των εις βάρος τους διακρίσεων. Να αντιμετωπίσει τυχόν κατάλοιπα ομοφοβίας στις γραμμές του ή στην εκλογική του βάση. Να μελετήσει κριτικά την κουβανική πείρα, να συζητήσει συντροφικά με αδελφά - συνεργαζόμενα κόμματα που φαίνεται να υιοθετούν διαφορετική αντίληψη για ορισμένες πτυχές.
* Τέλος, στο πλαίσιο της συγγραφής του Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας για την περίοδο 1974-1991, παράλληλα και συμπληρωματικά προς την ιστορική έρευνα, πρέπει:
- να αξιοποιηθούν μαρτυρίες συντρόφων που είχαν επιτελική θέση ή σφαιρική εικόνα για τα χρόνια της κρίσης στο Κόμμα (1989-1991), τον τρόπο που επιβλήθηκε το Κοινό Πόρισμα με την ΕΑΡ με τους συγκεκριμένους όρους, η συγκρότηση του Ενιαίου Συνασπισμού κτλ.
- να εκδοθούν τα πρακτικά κρίσιμων Ολομελειών της ΚΕ ή άλλων κομματικών οργάνων - διαδικασιών, που θα αναδείξουν την ουσία της αντιπαράθεσης.
- να εκδοθούν από τη «Σύγχρονη Εποχή» ακόμα και μονογραφίες με πολιτικά απομνημονεύματα ή μαρτυρίες σ/φων, που αποτυπώνουν γλαφυρά κάποιες καταστάσεις, ακόμα και αν η οπτική τους δεν απηχεί πλήρως τη μεταγενέστερη προγραμματική ωρίμανση του κόμματος.
Ας μη φοβηθούμε να αναδείξουμε προβληματικές καταστάσεις (φραξιονισμός, καταστρατήγηση συλλογικής καθοδήγησης κτλ) και μελανές σελίδες. Σε τελική ανάλυση δείχνουν ακριβώς τις μεγάλες δυσκολίες και τα τεράστια βήματα που έκανε το ΚΚΕ για την υπέρβασή τους.
Κλείνω με την προσδοκία για γόνιμο προβληματισμό στις εργασίες του Συνεδρίου και τη διεξαγωγή περισσότερων θεματικών δημόσιων διαλόγων, με πρωτοβουλία του κόμματος, που μόνο να κερδίσει έχει από μια τέτοια διαδικασία.