Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό των 45 χρόνων που η Ελλάδα είναι στην ΕΕ και η πρωτογενής παραγωγή καθορίζεται σχεδόν στο σύνολό της από την ΚΑΠ, η Δ. Μανωλάκου τόνισε ότι η ΕΕ χρηματοδότησε απλόχερα την καύση ψαροκάικων, το θάψιμο εσπεριδοειδών, το ξερίζωμα αμπελιών και καπνών, της τευτλοκαλλιέργειας, και την καταστροφή των πέντε εργοστασίων ζάχαρης, που σήμερα την εισάγουμε, ενώ δαπανώνται 2 δισ. ευρώ ετησίως για εισαγωγές κρέατος και ζωοτροφών, παρότι μπορούν να παραχθούν στη χώρα.
Κατήγγειλε ότι όλες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις της ΚΑΠ με στόχο τη συγκέντρωση της παραγωγής σε μεγάλες καπιταλιστικές μονάδες, επισημαίνοντας πως μόνο την περίοδο 2009 - 2020 οι αγρότες μειώθηκαν κατά 26,5%. «Σε κάθε αναθεώρηση της ΚΑΠ πάντα υπάρχει η συγκέντρωση (...) Αυτό σημαίνει οικονομική μεγέθυνση, επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα. Ολα αυτά πάνε αγκαλιά με τη συμφωνία της Mercosur», τόνισε.
«Να γιατί είναι ανάγκη οι αγώνες να συνεχιστούν, σε συμμαχία εργατικής τάξης και αγροτιάς, γιατί έχουν κοινό συμφέρον ενάντια στους εκμεταλλευτές τους και θέλουν την παραγωγή ποιοτικών και φτηνών τροφίμων για τον λαό», πρόσθεσε.
Καταλήγοντας υπογράμμισε πως το ΚΚΕ λέει καθαρά ότι λύση υπάρχει - με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό της παραγωγής προϊόντων που έχει ανάγκη ο λαός, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές εδαφοκλιματολογικές συνθήκες της χώρας, με τον παραγωγικό συνεταιρισμό, που καμία σχέση δεν έχει με τις σημερινές ανώνυμες εταιρείες. «Θα συνδέεται με την κοινωνικοποιημένη βιομηχανία και το κρατικό εμπόριο, και με υποδομές προστασίας από φυσικά φαινόμενα. Η γη δεν θα είναι εμπόρευμα. Ετσι θα εξασφαλίζονται ποιοτικά, φτηνά τρόφιμα, όχι για το κέρδος των καπιταλιστών αλλά για τις ανάγκες της κοινωνίας», επεσήμανε.
Στις παρεμβάσεις της κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εξάλλου, ανέδειξε τις κυβερνητικές αντιφάσεις για την ευλογιά, ζητώντας εμβολιασμούς και εξηγήσεις για την απουσία σχεδίου παραγωγής εμβολίου από ελληνικά ινστιτούτα και αναπλήρωσης του ζωικού κεφαλαίου, ενώ χαρακτήρισε τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ «κυνικό πολιτικό ελιγμό» που ενισχύει τον εισπρακτικό μηχανισμό σε βάρος των αγροτών.