Βαδίζουμε προς το 22ο Συνέδριο με βάσιμη αισιοδοξία, που στηρίζεται στα σημαντικά βήματα που έχουμε σημειώσει ως Κόμμα τόσο στις επεξεργασίες μας για μια σειρά ζητήματα και στη βελτίωση της ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς (εσωκομματικά και προς τα έξω), όσο και στην ισχυροποίηση του Κόμματος, την αυξημένη πολιτική του επιρροή, στον ρόλο του στην πρωτοπορία των εργατικών - λαϊκών διεκδικήσεων και αγώνων.
Χωρίς ίχνος κομπορρημοσύνης πρέπει να είμαστε περήφανοι που το Κόμμα μας άντεξε στην αντεπαναστατική λαίλαπα και τις ανατροπές, παραμένει φωτεινό παράδειγμα στην Ευρώπη και γενικότερα για τις αντοχές του, την ανάλυση των αιτιών των ανατροπών, την επικαιροποίηση των θέσεών του, πάντα με βάση τον χαρακτήρα του ως Κόμματος της εργατικής τάξης, ως Κομμουνιστικό Κόμμα.
Θα σταθώ σε τρία ζητήματα.
1. Από τα πιο αισιόδοξα στοιχεία στη δράση του Κόμματος είναι η απόκτηση και στερέωση ερεισμάτων σε κρίσιμους κλάδους και εργασιακούς χώρους, η οικοδόμηση σ' αυτούς, η κατάκτηση νέων θέσεων σε σωματεία, η ανάδειξη νέων στελεχών στο Κόμμα και το εργατικό - λαϊκό κίνημα.
Εδώ ακριβώς διαφαίνεται η σημασία της δουλειάς σε βάθος χρόνου στη νεολαία και την ΚΝΕ. Φυσιολογικά τα περισσότερα νέα στελέχη προέρχονται από την ΚΝΕ, έχουν διαπαιδαγωγηθεί και ατσαλωθεί σ' αυτήν, απέκτησαν πολύτιμες εμπειρίες. Η νέα γενιά στελεχών, ιδιαίτερα στο εργατικό κίνημα, γεννάει ελπίδες, έχει χαρακτηριστικά που επιτρέπουν αισιοδοξία. Με την κατάλληλη καθοδηγητική βοήθεια μπορούν να επιφέρουν ανατροπές στους αρνητικούς συσχετισμούς, να δημιουργήσουν ρήγματα.
Δύο θέματα θέλουν ιδιαίτερη προσοχή:
α. Να δοθεί όσο γίνεται μεγαλύτερη βοήθεια στην ΚΝΕ, να αναβαθμισθεί η δουλειά στη νεολαία και να συνεχισθεί η ανανέωση των γραμμών του Κόμματος με «έτοιμα» νέα στελέχη και μέλη.
Δικαίως είμαστε περήφανοι για την ΚΝΕ και τη δράση της, για τον ρόλο της στο κίνημα της νεολαίας. Μέσα σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς της αντεπανάστασης και των «ατομικών λύσεων», τα μέλη της ΚΝΕ δίνουν τιτάνιο αγώνα. Προσωπικά όμως (με όσα βλέπω και γνωρίζω και χωρίς να έχω πλήρη εικόνα) παρατηρώ ορισμένα σημάδια, που πρέπει να τύχουν σοβαρού προβληματισμού: σχετικά χαμηλό επίπεδο συγκρότησης των οργανώσεων της ΚΝΕ, μη ικανοποιητική συμμετοχή στα μπλοκ της νεολαίας στις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις, σχετική στασιμότητα στα Πανεπιστήμια.
Είναι απαραίτητο να σκύψουμε καλύτερα και περισσότερο στα προβλήματα της νεολαίας, να βρούμε καλύτερους τρόπους προσέγγισης, να αναβαθμισθεί η δουλειά στις μικρές ηλικίες και τα Γυμνάσια. Φυσικά, πέρα από τις ανησυχίες μου, δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος για να προτείνω λύσεις.
β. Δεύτερο ζήτημα είναι εδώ η βοήθεια στα νέα στελέχη που αναδείχνονται, ώστε να πάρουν τα καλύτερα χαρακτηριστικά των παλιότερων (αντοχή σε βάθος χρόνου, αυτοθυσία και προσφορά, συνέπεια, διάβασμα, εμπειρίες...), να μην υπάρχει αίσθημα αυτάρκειας. Ξέχωρα από τη συνεχή προσπάθεια βελτίωσης, το διάβασμα, τη θεωρητική κατάρτιση, τη σχέση τους με εργαζόμενους και έξω από τον κομματικό μικρόκοσμο, θα επιμείνω σε κάποιες απαράβατες αρχές: να είναι κοντά στις ΚΟΒ και τους συντρόφους, να ενδιαφέρονται για τα προβλήματά τους, να έχουν καλή συμπεριφορά, να διαπνέονται από ευρύ πνεύμα και να επιδιώκουν ευρύτερη μόρφωση, να συζητούν άλλες γνώμες και διαφορετικές τοποθετήσεις, να ενθαρρύνουν τη διατύπωση της κάθε άποψης (στα πλαίσια εννοείται του Κόμματος και των θέσεών του). Είναι βέβαιο ότι στελέχη που δεν διακρίνονται από αυτά τα χαρακτηριστικά και κύρια από σεμνότητα, θα δημιουργήσουν θέματα. Μας έχουν ακριβά στοιχίσει στο παρελθόν.
2. Το δεύτερο κύριο ζήτημα που θέλω να θέσω είναι η ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή και βοήθεια στις οργανώσεις της Υπαίθρου. Πολύ σωστά ρίχνουμε το βάρος στην οικοδόμηση ισχυρών ΚΟΒ σε χώρους δουλειάς και κλάδους. Και οι εδαφικές όμως οργανώσεις έχουν να διαχειρισθούν σύνθετα και δύσκολα ζητήματα, όπως την παρέμβαση στην Τοπική Διοίκηση και τους μαζικούς φορείς, την πολιτική παρουσία στον χώρο τους, να δουλέψουν με εργαζόμενους διάφορων κλάδων, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες κ.λπ.
Απείρως δυσκολότερη είναι η κατάσταση στις ΚΟΒ της Υπαίθρου. Ακόμα και στις συνοικιακές οργανώσεις μπορούμε να σκεφτούμε λύσεις εκ των ένδο (στελέχωση από γειτονικές ΚΟΒ ή από στελέχη της ΚΝΕ που περνούν στο Κόμμα, ακόμα και βοήθεια από συντρόφους κλαδικών οργανώσεων). Αυτό όμως είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο για τις ΚΟΒ της Υπαίθρου. Ετσι υποχρεωτικά καταφεύγουμε στο «μη χείρον». Η μεγάλη πλειοψηφία σ' αυτές τις ΚΟΒ είναι συνταξιούχοι και η δύναμή τους, εκτός εξαιρέσεων, βαίνει μειούμενη. Ας συνυπολογίσουμε ότι ελάχιστοι νεώτεροι παραμένουν στην Υπαιθρο, ακόμα και στις κωμοπόλεις και τα κεφαλοχώρια. Ακόμα και τα νέα στελέχη που ξεχωρίζουν και τα μέλη της ΚΝΕ, σε κάποια φάση μετοικούν. Ετσι μια επαρχιακή ΚΟΒ που αναφέρεται σε 5, 10 και περισσότερα χωριά, έχουμε την εύλογη απαίτηση να ανταποκριθεί με τους 5-10 συνταξιούχους της.
Πρέπει κάθε Τ.Ο., τα Γραφεία Περιοχής, το Κόμμα συνολικά, να επεξεργασθεί σχέδιο ενίσχυσης των ΚΟΒ της Υπαίθρου. Δεν πρέπει από πουθενά να υποτιμηθεί αυτή η πλευρά, να μην «εγκαταλειφθεί» στην πράξη η Υπαιθρος. Πολύ περισσότερο που στη Δυτική Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, υπάρχει η μεγαλύτερη συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών, πλην Αττικής.
Να ψάξουμε περισσότερο κάποιους τρόπους: ενίσχυση όπου είναι δυνατό, με συντρόφους, κυρίως με καταγωγή από τα αντίστοιχα χωριά. Ακόμα κι αν δεν γίνεται να ενταχθούν οργανωτικά, να αναλάβουν δουλειά και καθήκοντα στη δράση των ΚΟΒ καταγωγής τους με συνεχή έλεγχο. Να υπάρχει από τις Τ.Ο. σταθερά πρόγραμμα πολιτικής παρέμβασης και λειτουργίας στην Υπαιθρο, με ευθύνη των Τ.Ε. Υπάρχει παλιότερη και πρόσφατη πείρα.
Οι δυσκολίες βέβαια δεν απαλλάσσουν των ευθυνών όσους έχουν την ευθύνη καθοδήγησης αυτών των ΚΟΒ. Να ψάξουμε περισσότερο για λύσεις, να εντείνουμε την εσωκομματική και μαζική ι-π δουλειά, να πέσουμε πιο αποφασιστικά για στρατολογίες και οικοδόμηση στο Κόμμα και στην ΚΝΕ.
3. Τέλος δύο μόνο λόγια για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Με καλύπτουν απόλυτα οι «Θέσεις» και η σχετική δράση του Κόμματος. Ολη μας η δράση, μέσα από τις διεθνείς συναντήσεις και επαφές και μέσα από τη δράση των κομμουνιστών μεταναστών, πρέπει να συγκλίνει σε δύο βασικούς στόχους: από τη μια ιδεολογικοπολιτική βοήθεια στα κόμματα και δυνάμεις που συνεργαζόμαστε, ώστε να λειτουργούν και δρουν ως Κομμουνιστικά Κόμματα, προσπάθεια από την άλλη να προσανατολισθούν στη δουλειά στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα των χωρών τους, να αποκτήσουν πραγματικά υπόσταση. Ειδάλλως θα παραμείνουν στο περιθώριο των ταξικών αγώνων, ακίνδυνα και σχεδόν γραφικά για το καπιταλιστικό σύστημα.