Σάββατο 13 Απρίλη 2024 - Κυριακή 14 Απρίλη 2024
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 34
ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ ΠΟΛΕΜΟΣ - ΚΑΜΙΑ ΕΜΠΛΟΚΗ
Ιστορική αναδρομή στις ρίζες και την εξέλιξη του Παλαιστινιακού ζητήματος

(Μέρος 8ο)

Εισαγωγή

Ισραηλινά τανκς στα Υψίπεδα του Γκολάν, Ιούνης 1976
Ισραηλινά τανκς στα Υψίπεδα του Γκολάν, Ιούνης 1976
Στις 5.6.1967 το Ισραήλ εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση κατά της Αιγύπτου, πυροδοτώντας τον 3ο αραβοϊσραηλινό πόλεμο (γνωστό και ως «Πόλεμο των 6 Ημερών»).

Η αστική τάξη του Ισραήλ ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για έναν «προληπτικό» - «αμυντικό» πόλεμο από τη μεριά της, στον οποίο δήθεν «εξωθήθηκε» από τις «επιθετικές κινήσεις» των αντιπάλων της, μην αφήνοντάς της «άλλη επιλογή». Αυτήν την εκδοχή υιοθέτησε σε έναν βαθμό και ένα μεγάλο τμήμα της διεθνούς αστικής ιστοριογραφίας. Ενα άλλο ακολούθησε μια πιο «ισορροπημένη» - αλλά εξίσου στρεβλή - προσέγγιση του Πολέμου των 6 Ημερών, παρουσιάζοντάς τον ως έναν πόλεμο «που κανείς δεν ήθελε», αλλά επήλθε έτσι κι αλλιώς ως το προϊόν μιας σειράς «λαθεμένων» ή «ατυχών» εκτιμήσεων και κινήσεων όλων των εμπλεκομένων1.

Τίποτε βεβαίως από τα παραπάνω δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια. Απεναντίας, και οι δύο εκδοχές αντιμετωπίζουν την εν λόγω - τρίτη κατά σειρά - αραβοϊσραηλινή πολεμική σύγκρουση επιλεκτικά και επιφανειακά: Ωσάν να ξεκίνησε λίγες βδομάδες ή μήνες προτού ηχήσουν οι πρώτοι πυροβολισμοί και όχι ως συνέχεια μιας πορείας στον χρόνο με σαφώς μεγαλύτερο ιστορικό βάθος (μια προσέγγιση που προκρίθηκε από το κράτος του Ισραήλ και προβλήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών αστικών ΜΜΕ και κατά το συνεχιζόμενο έως τις μέρες μας αιματοκύλισμα της μαρτυρικής Παλαιστίνης). Απώτερο σκοπό της εν λόγω προσέγγισης αποτελεί, φυσικά, η συγκάλυψη των πραγματικών αιτιών των διαδοχικών αραβοϊσραηλινών πολέμων.

Οι Ισραηλινοί κατεδαφίζουν την αραβική γειτονιά στο Δυτικό Τείχος της Ιερουσαλήμ
Οι Ισραηλινοί κατεδαφίζουν την αραβική γειτονιά στο Δυτικό Τείχος της Ιερουσαλήμ
Σύμφωνα λοιπόν με την κυρίαρχη αστική εκδοχή, «η κρίση» που οδήγησε στον Πόλεμο των 6 Ημερών, «ξεκίνησε» στις 14.5.1967, καθώς, έπειτα από «λαθεμένη πληροφόρηση» των Σοβιετικών περί επικείμενης επίθεσης του Ισραήλ κατά της Συρίας, η Αίγυπτος άρχισε να μετακινεί στρατεύματα στη Χερσόνησο του Σινά. Στις 16.5 η κυβέρνηση της Αιγύπτου ζήτησε την απόσυρση των δυνάμεων του ΟΗΕ από τα σύνορα με το Ισραήλ (όπου είχαν τοποθετηθεί μετά την Κρίση του Σουέζ), ενώ στις 23.5 έκλεισε και πάλι τα Στενά του Τιράν για τα ισραηλινά πλοία. Το κλείσιμο των Στενών του Τιράν (που είχε χαρακτηριστεί δημόσια από το Ισραήλ «casus belli») υπήρξε - σύμφωνα πάντοτε με το αστικό αφήγημα - και το τελευταίο «καμπανάκι» για το Ισραήλ ότι επέκειτο επίθεση εναντίον του, «ωθώντας» το στην επιλογή του προληπτικού πολέμου2.

Βασικοί παράγοντες της νέας πολεμικής σύγκρουσης

Οπως είδαμε στο προηγούμενο (7ο) μέρος του αφιερώματός μας, η αστική τάξη του Ισραήλ είχε κυριολεκτικά προαναγγείλει μια εκ νέου διεκδίκηση των εδαφών (τη Λωρίδα της Γάζας και τη Χερσόνησο του Σινά), που κέρδισε μεν κατά τον 2ο αραβοϊσραηλινό πόλεμο (το 1956), αλλά αναγκάστηκε αμέσως μετά να επιστρέψει.

Γενικότερα, τη δεκαετία που μεσολάβησε μεταξύ των δύο αραβοϊσραηλινών πολέμων, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικές τάξεις των εμπλεκόμενων κρατών δεν αμβλύνθηκαν. Απεναντίας, συνέχιζαν να προκαλούν τριβές, οι οποίες το 1967 κορυφώθηκαν σε μία ακόμη γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.

Παλαιστίνιοι πρόσφυγες από τη Δυτική Οχθη, Ιούνης 1967
Παλαιστίνιοι πρόσφυγες από τη Δυτική Οχθη, Ιούνης 1967
Βασικές εκδηλώσεις αυτών των αντιθέσεων λίγο πριν από τον Πόλεμο των Εξι Ημερών υπήρξαν π.χ. οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Δυτική Οχθη στις 13.11.1966 και στη Συρία στις 7.4.1967.

Στην πρώτη περίπτωση, επρόκειτο για επιχείρηση αντιποίνων του Ισραήλ για τον θάνατο 3 στρατιωτών του στα σύνορα από νάρκη, η οποία θεωρήθηκε πως τοποθετήθηκε εκεί από Παλαιστίνιους αντάρτες. Ακολούθως, ο ισραηλινός στρατός οργάνωσε επιχείρηση κατά του παλαιστινιακού χωριού Ελ Σαμού της Δυτικής Οχθης (απ' όπου υποτίθεται πως προέρχονταν οι αντάρτες), υλοποιούμενη από ισχυρή δύναμη πεζικού και υποστηριζόμενη από άρματα μάχης και αεροπλάνα. Το πρωτοφανές έως τότε μέγεθος της επιχείρησης διέρρηξε την εύθραυστη σχέση που υπήρχε στο παρελθόν μεταξύ Ισραήλ και Ιορδανίας (σύμμαχοι και οι δύο των ΗΠΑ στην περιοχή).

Σε σχετικό του υπόμνημα προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Λ. Τζόνσον, ο Γ. Ρόστοου (ειδικός σύμβουλος του Προέδρου για θέματα Εθνικής Ασφάλειας) ανέφερε χαρακτηριστικά: «Δεν πρόκειται περί αντιποίνων σε αυτή την περίπτωση. Αυτή η εισβολή 3.000 ανδρών με τανκς και αεροπλάνα ήταν υπέρμετρα δυσανάλογη της πρόκλησης, ενώ στρεφόταν και κατά του λάθος στόχου. Χτυπώντας τόσο βαριά την Ιορδανία, οι Ισραηλινοί έκαναν μεγάλη ζημιά, όχι μόνο στα δικά μας συμφέροντα αλλά και στα δικά τους. Κατέστρεψαν ένα καλό σύστημα σιωπηρής συνεργασίας ανάμεσα στον (βασιλιά της Ιορδανίας) Χουσεΐν και τους Ισραηλινούς (...) Η συνέχιση αυτής της συνεργασίας κατέστη πλέον αδύνατη». Επιπλέον, με την ενέργειά τους αυτή «υπονόμευσαν τον Χουσεΐν. Εχουμε ξοδέψει 500 εκατομμύρια δολάρια για να τον ενισχύσουμε ως σταθεροποιητικό παράγοντα στα σύνορα του Ισραήλ, όπως και έναντι της Συρίας και του Ιράκ. Η επίθεση του Ισραήλ αυξάνει τις πιέσεις που δέχεται προκειμένου να αντεπιτεθεί, όχι μόνο από τις πιο ριζοσπαστικές αραβικές κυβερνήσεις αλλά και από τους Παλαιστινίους της Ιορδανίας και από τον στρατό, που είναι ο βασικός πυλώνας στήριξής του (...)». Τέλος, με την ενέργειά τους αυτή, οι Ισραηλινοί «πήγαν πίσω την πορεία προς μια μακροπρόθεσμη συνεννόηση με τους Αραβες. Εκαναν ακόμα και τους πιο μετριοπαθείς Αραβες να θεωρούν πως δεν υπάρχει τίποτε που να μπορούν να κάνουν προκειμένου να τα βρουν με τους Ισραηλινούς όσο σκληρά και αν προσπαθήσουν»3.

Το χωριό Ελ Σαμού κατεστραμμένο από τις ισραηλινές δυνάμεις, Νοέμβρης 1966
Το χωριό Ελ Σαμού κατεστραμμένο από τις ισραηλινές δυνάμεις, Νοέμβρης 1966
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με σχετική του Απόφαση (αρ. 228) καταδίκασε «την απώλεια ζωής και τις εκτεταμένες ζημιές που προκάλεσε η δράση της κυβέρνησης του Ισραήλ», σημειώνοντας ότι «μια τόσο μεγάλης κλίμακας στρατιωτική δράση παραβίαζε τόσο τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών όσο και τη Γενική Συμφωνία Εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Ιορδανίας». Τέλος, διεμήνυε «στο Ισραήλ πως τέτοιες στρατιωτικές επιχειρήσεις αντιποίνων δεν είναι αποδεκτές και πως, αν συνεχιστούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να αναλογιστεί πρόσθετα και πιο αποτελεσματικά μέτρα (...) προκειμένου να διασφαλιστεί η μη επανάληψη ανάλογων πράξεων»4. Για μια ακόμη φορά, βαρύγδουπα λόγια, δίχως πρακτικό αντίκρισμα...

Στις 7.4.1967 ένα επεισόδιο στην αποστρατικοποιημένη ζώνη κατά μήκος των συνόρων Ισραήλ - Συρίας κατέληξε σε σημαντική εμπλοκή, με πολύωρες αερομαχίες και βομβαρδισμούς εκατέρωθεν. Το επεισόδιο ξεκίνησε με αφορμή μία ακόμη προσπάθεια του Ισραήλ να επεκτείνει την κυριαρχία του επί τμημάτων της αποστρατικοποιημένης ζώνης (που είχε οριστεί μετά τον Α' αραβοϊσραηλινό πόλεμο το 1949), κατά τρόπο που, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Αμυνας, Μ. Νταγιάν, αποτελούσε πάγια τακτική του Ισραήλ. Πράγματι, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 80% και πλέον των ανάλογων συμβάντων «συνέβαιναν ως εξής: Θα στέλναμε ένα τρακτέρ να οργώσει κάπου (...) στην αποστρατικοποιημένη ζώνη γνωρίζοντας εξαρχής ότι οι Σύροι θα άρχιζαν να πυροβολούν. Αν δεν πυροβολούσαν θα λέγαμε στο τρακτέρ να προχωρήσει κι άλλο, ωσότου οι Σύροι ενοχληθούν και (αρχίσουν να) πυροβολούν. Στη συνέχεια, θα ενεργοποιούσαμε το πυροβολικό και την αεροπορία»5.

Κατεστραμμένα αεροπλάνα της αιγυπτιακής Αεροπορίας
Κατεστραμμένα αεροπλάνα της αιγυπτιακής Αεροπορίας
Οι προκλήσεις, λοιπόν, προκειμένου να επέλθει κάποια αντίδραση που εν συνεχεία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για στρατιωτική δράση και εδαφική επέκταση υπήρξε διαχρονική όσο και συστηματική τακτική από τη μεριά του Ισραήλ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο επιδιωκόμενος έλεγχος της αποστρατικοποιημένης ζώνης από το Ισραήλ δεν αποσκοπούσε μόνο στη διεύρυνση της επικράτειάς του αλλά και στον έλεγχο των πηγών του Ιορδάνη Ποταμού. Τα συμβάντα αυτά - όπως και τα προηγούμενα που αναφέραμε και άλλα ανάλογα - αποτελούσαν «κρίκους» στη μακρά αλυσίδα των αντιθέσεων που εντέλει οδήγησαν στη γενικευμένη σύγκρουση του Ιούνη του 1967.

Οταν επομένως η ΕΣΣΔ πληροφορούσε τη Συρία για κάποια επικείμενη επίθεση από τη μεριά του Ισραήλ τον Μάη του 1967, δεν ήταν κάτι το παράξενο ή τόσο μακριά από την αλήθεια (όπως θέλουν να το παρουσιάζουν οι διάφοροι εκφραστές του αντισοβιετισμού / αντικομμουνισμού). Ανέφερε σχετικό υπόμνημα του Αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας: «Δεν θα αποτελούσε έκπληξη αν οι πληροφορίες (σ.σ. των Σοβιετικών προς τους Σύρους) ήταν τουλάχιστον εν μέρει σωστές». Σε κάθε περίπτωση, «οι Σοβιετικοί συνόδευαν τις προειδοποιήσεις τους περί δράσης του Ισραήλ με τη συμβουλή περί αυτοσυγκράτησης (σ.σ. από τη μεριά της Συρίας)». Η CIA ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη στο ότι οι Σοβιετικοί «ούτε σχεδίασαν ούτε επιδίωξαν την κρίση στη Μέση Ανατολή»6. Βεβαίως, δημόσια - στην προπαγάνδα τους - υποστήριζαν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που ομολογούσαν πίσω από κλειστές πόρτες.

«Δεν πιστεύουμε ότι (σ.σ. οι Σοβιετικοί) επιδιώκουν έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή ή ότι έχουν σχεδιάσει με τον Νάσερ την καταστροφή του Ισραήλ»
«Δεν πιστεύουμε ότι (σ.σ. οι Σοβιετικοί) επιδιώκουν έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή ή ότι έχουν σχεδιάσει με τον Νάσερ την καταστροφή του Ισραήλ»
Τέλος, ένας βασικός παράγοντας που αναμφίβολα έπαιξε ρόλο στον Πόλεμο των 6 Ημερών, αλλά σπανίως αγγίζεται στην αστική ιστοριογραφία, είναι η σημαντική ύφεση στην καπιταλιστική οικονομία του Ισραήλ την περίοδο 1966 - 1967: Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ έπεσε από το +9,1% το 1965 στο -0,1% το 1966, οι κρατικές επενδύσεις (ιδιαίτερα στις κατασκευές) μειώθηκαν πάνω από 38,6%, ενώ η ανεργία τριπλασιάστηκε από 3,63% το 1965 σε 10,38% το 1967. Αυτό είχε αντίκτυπο τόσο στους ρυθμούς άφιξης νέων εποίκων, ο οποίος την περίοδο 1963 - 1966 συρρικνώθηκε κατά 75% (το 1966 μετανάστευσαν στο Ισραήλ μόλις 15.957 Εβραίοι, αριθμός που αποτελούσε έως τότε αρνητικό ρεκόρ - με εξαίρεση το 1953), όσο και στην αύξηση της αντίστροφης μετανάστευσης (χιλιάδες εγκατέλειψαν το Ισραήλ την περίοδο 1966 - 1967, με τους «New York Times» να αναφέρονται χαρακτηριστικά σε μια επιγραφή που είχε αναρτηθεί στο διεθνές αεροδρόμιο του Λοντ και η οποία ανέγραφε: «Παρακαλείται ο τελευταίος να κλείσει τα φώτα»)7. Ολα αυτά αντιστράφηκαν με τον πόλεμο.

Το πρόσχημα για την επίθεση του Ισραήλ και το «πορτοκαλί φως» των ΗΠΑ

Οι κινήσεις της Αιγύπτου τον Μάη του 1967 έδωσαν στο Ισραήλ το πρόσχημα που αναζητούσε για μια δυναμική - πολεμική - αλλαγή του status quo στην περιοχή υπέρ του. Για να αιτιολογήσει την επιθετική του αυτή πρωτοβουλία στο στρατιωτικό πεδίο, το Ισραήλ επικαλέστηκε «υπαρξιακή απειλή», την οποία ο υπουργός Εξωτερικών, Α. Εμπαν, προσπάθησε να «πουλήσει» στους Αμερικανούς (προκειμένου να πάρει το «πράσινο φως»), δίχως ωστόσο να την πιστεύει καν ο ίδιος. Χαρακτηριστικά σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Μου ζητήθηκε (σ.σ. από την ισραηλινή κυβέρνηση) να μεταφέρω όλα αυτά ("ότι επέκειτο αιφνιδιαστική επίθεση από τη μεριά της Αιγύπτου") στον Λευκό Οίκο με τον πλέον δραματικό και συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο (...) Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα σοκ που είχα στη ζωή μου (...) Αντί να παρουσιάσω την πραγματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ισραήλ, μου ζητήθηκε να παρουσιάσω κάτι που δεν είχε καμιά αιτιολόγηση (...) Δεν υπήρχε τίποτε σωστό σε όλο αυτό»8.

Οι ΗΠΑ βεβαίως είχαν διαφορετική εκτίμηση των πραγμάτων. Σύμφωνα με σχετικό υπόμνημα της CIA προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, Λ. Τζόνσον, το Ισραήλ διέθετε τέτοια υπεροπλία επί των αντιπάλων του ώστε μπορούσε «να αμυνθεί επιτυχώς» ακόμη και «απέναντι σε ταυτόχρονες αραβικές επιθέσεις σε όλα τα μέτωπα», επομένως, δεν διέτρεχε κανέναν άμεσο κίνδυνο9. Επιπλέον, οι ΗΠΑ εκτιμούσαν πως οι αιγυπτιακές δυνάμεις που είχαν μετακινηθεί στη Χερσόνησο του Σινά είχαν διαταχθεί αμυντικά και ήταν πολύ μικρές (υποδιπλάσιες των ισραηλινών που είχαν απέναντί τους), επομένως, τίποτε δεν συνηγορούσε στο ότι επέκειτο κάποια επίθεση10.

Οι κινήσεις της Αιγύπτου, απεναντίας, εκτιμιούνταν ως μια προσπάθεια από τη μεριά της για επαναφορά του status quo που υπήρχε πριν από το 1956 στη Χερσόνησο του Σινά (με την αποκατάσταση της αιγυπτιακής στρατιωτικής παρουσίας εκεί) αλλά και ως μέσο αποτροπής έναντι του Ισραήλ σε σχέση με τις συνεχιζόμενες επιθετικές ενέργειές του κατά της Συρίας. Την άποψη αυτή συμμεριζόταν και ο υπουργός των Εξωτερικών του Ισραήλ, Α. Εμπαν11.

Αλλά και ο μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μ. Μπέγκιν, θα παραδεχθεί κυνικά λίγα χρόνια αργότερα: «Τον Ιούνιο του 1967 (...) είχαμε μια επιλογή. Ο αιγυπτιακός στρατός που είχε συγκεντρωθεί στο Σινά δεν αποτελούσε απόδειξη ότι ο Νάσερ σκόπευε πράγματι να μας επιτεθεί. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Εμείς αποφασίσαμε να του επιτεθούμε»12.

Παραμονές του πολέμου οι ΗΠΑ διεμήνυσαν στο Ισραήλ ότι «δεν θα στεκόταν μόνο του» απέναντι σε μια ενδεχόμενη επίθεση. Ωστόσο, «αν αναλάμβανε μονομερώς στρατιωτική δράση», αν δηλαδή χτυπούσε εκείνο πρώτο, οι ΗΠΑ δεν θα επενέβαιναν στρατιωτικά υπέρ του. Οπως σχολιάζει ο Αμερικανός ακαδημαϊκός και ερευνητής Ου. Κουάντ, «το κόκκινο φανάρι είχε γίνει πορτοκαλί - αλλά όχι ακόμα πράσινο (...) Για το υπουργικό συμβούλιο του Ισραήλ αυτό ήταν αρκετό»13.

Η εξέλιξη του πολέμου

Η ισραηλινή επίθεση ξεκίνησε στις 5 Ιούνη, αρχικά με ταυτόχρονους, σαρωτικούς βομβαρδισμούς κατά αεροπορικών στόχων της Αιγύπτου (που πρακτικά εξουδετέρωσαν την Πολεμική της Αεροπορία) και κατόπιν με χερσαία εισβολή στη Λωρίδα της Γάζας και τη Χερσόνησο του Σινά. Δίχως αεροπορική κάλυψη - υποστήριξη οι αιγυπτιακές στρατιωτικές δυνάμεις αναγκάστηκαν γρήγορα σε υποχώρηση πίσω από τη Διώρυγα του Σουέζ. Εως τις 8 Ιούνη η Χερσόνησος του Σινά είχε καταληφθεί εξολοκλήρου από τον ισραηλινό στρατό.

Η Ιορδανία, που είχε συνάψει αμυντικό Σύμφωνο με την Αίγυπτο μόλις στις 31 Μάη, εισήλθε στον πόλεμο από την πρώτη μέρα. Ωστόσο, ούτε οι ιορδανικές δυνάμεις αντέταξαν κάποια σθεναρή αντίσταση απέναντι στον ισραηλινό στρατό, που στις 7 Ιούνη (και με την οπισθοχώρηση των ιορδανικών στρατευμάτων πέρα από τον Ιορδάνη Ποταμό) ολοκλήρωσε την κατάληψη της Δυτικής Οχθης με σχετική ευκολία.

Στις 9 - 10 Ιούνη οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν επίσης εναντίον της Συρίας (παρότι έως τότε δεν είχε εμπλακεί με γενικευμένο τρόπο στον πόλεμο και, όπως ομολόγησε αργότερα ο ίδιος ο Μ. Νταγιάν, «δεν αποτελούσε απειλή για εμάς»14) καταλαμβάνοντας τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Στις 10 Ιούνη η σοβιετική κυβέρνηση διεμήνυσε στις ΗΠΑ πως, αν το Ισραήλ δεν σταματούσε τις επιθετικές του ενέργειες, τότε η ΕΣΣΔ «θα προέβαινε στα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής δράσης». Την ίδια μέρα, το Ισραήλ αποδέχτηκε πια την κατάπαυση του πυρός, στην οποία καλούσε επανειλημμένα ο ΟΗΕ από τις 6 του μηνός15.

Ο πόλεμος στη Δυτική Οχθη

Οι Παλαιστίνιοι της Δυτικής Οχθης υποδέχτηκαν την είδηση του πολέμου με ανάμεικτα αισθήματα. Σε ορισμένους υπήρξε αισιοδοξία και ενθουσιασμός πως μετά από 20 χρόνια προσφυγιάς θα επέστρεφαν επιτέλους στις εστίες τους. Οι προσδοκίες τους αυτές «τροφοδοτούνταν» αρχικά και από τις θριαμβευτικές όσο και παραπλανητικές (όπως φάνηκε αργότερα) μεταδόσεις της αιγυπτιακής ραδιοφωνίας για την πορεία των συγκρούσεων (η τραγική διάψευση των οποίων συντέλεσε τα μέγιστα στη διάρρηξη της εμπιστοσύνης των Παλαιστινίων προς τον Νάσερ και την πολιτική του μετά το 1967). Πολλοί ήταν όμως και εκείνοι, οι οποίοι φοβούνταν μια επανάληψη των καταστροφικών δεινών που υπέστησαν το 1948 - 1949. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε διάχυτη «σύγχυση» και κανείς «δεν ήξερε τι να κάνει»16.

Η συντριπτική πλειοψηφία των Παλαιστινίων ήταν άοπλοι (η κατοχή όπλων απαγορευόταν και τιμωρούνταν ιδιαίτερα αυστηρά από τις ιορδανικές αρχές). Με την έναρξη λοιπόν του πολέμου, ξέσπασαν μια σειρά από διαδηλώσεις Παλαιστινίων που ζητούσαν από τις αρχές: «Θέλουμε όπλα, θέλουμε όπλα, θέλουμε να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας!». Η απάντηση όμως των ιορδανικών αρχών ήταν πάντοτε αρνητική: Αλλοτε καθησυχάζοντας τους Παλαιστινίους πως όλα έβαιναν καλώς και πως ο ιορδανικός στρατός θα τους εξασφάλιζε την πολυπόθητη ελευθερία τους και άλλοτε διαλύοντάς τους με τη βία17.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης των Παλαιστινίων έναντι των ιορδανικών αρχών ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο καθώς έβλεπαν τον τακτικό στρατό να εκκενώνει τα χωριά τους πριν καν καλά καλά πέσουν οι πρώτες τουφεκιές, αφήνοντας πίσω μόνο ελάχιστους, ελαφρά οπλισμένους εθνοφρουρούς. «Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε προδοσία της πολεμικής προσπάθειας των Αράβων, (καθώς και) εγκατάλειψη των Παλαιστινίων στο έλεος του ισραηλινού στρατού»18. Η στάση του ιορδανικού στρατού ενέτεινε περαιτέρω και τους ήδη υπάρχοντες φόβους των Παλαιστινίων για σφαγές ανάλογες του 1948 - 1949, ωθώντας τελικά χιλιάδες εξ αυτών να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς (πολλοί για δεύτερη φορά).

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, η προέλαση των ισραηλινών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε περίπου ανεμπόδιστα. «Τους παραδώσαμε τα πάντα σε ασημένιο δίσκο», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας Παλαιστίνιος πρόσφυγας του 1967 στη μαρτυρία του19.

Αυτό βεβαίως δεν σήμαινε πως δεν διαπράχθηκαν ωμότητες και εγκλήματα κατά του άμαχου - κατά κανόνα - πληθυσμού. Σε μια από τις πολλές ιστορίες φρίκης που καταγράφηκαν, η 37χρονη τότε Φάχια ανακαλεί το τι έζησε κατά την εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων στο χωριό της, όταν ανατίναξαν ακόμη και το σχολείο στο οποίο είχαν καταφύγει πολλοί άμαχοι δολοφονώντας 18 εξ αυτών: «Οι μάζες των νεκρών ανέδιναν μια τρομακτική μυρωδιά. Ο κόσμος δολοφονούνταν στους δρόμους (...) Ηρθε (μετά) μια μπουλντόζα, συνέλεξε τους νεκρούς και τους σκέπασε με χώμα. Οταν τελείωσε ο πόλεμος, οι πατεράδες πήγαν στην περιοχή (όπου είχαν καταχωνιαστεί), ο καθένας πήρε το παιδί του και το έθαψε στο νεκροταφείο»20.

Η στάση του ισραηλινού στρατού δεν ήταν ενιαία παντού. Στα περισσότερα μέρη οι κάτοικοι διατάχθηκαν να παραμείνουν στα σπίτια τους μέχρι νεωτέρας («όποιος έβγαινε έξω, τον πυροβολούσαν στα πόδια»). Αλλού ο στρατός διέταξε τους κατοίκους να φύγουν («πηγαίνετε στον βασιλιά σας τον Χουσεΐν, από εκεί είναι ο δρόμος»). Αλλού η παρότρυνση σε φυγή ήταν πιο έμμεση ή προαιρετική. Τρία τουλάχιστον χωριά και 3.200 περίπου σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς. Πρόκειται για τα χωριά Ιμοάς, Γιάλο και Μπέιτ Νούμπα, τα οποία είχαν προβάλει αντίσταση κατά τον πόλεμο του 1948 - 1949 και τα οποία - σύμφωνα με τον στρατηγό Ου. Ναρκίς που ηγούνταν της επιχείρησης - σβήστηκαν από τον χάρτη σκοπίμως ως πράξη εκδίκησης. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν και τα σπίτια τους ανατινάχτηκαν. Μπουλντόζες «καθάρισαν» ό,τι απέμεινε από τα συντρίμμια ενώ στη θέση των χωριών δημιουργήθηκαν, στη μεν περίπτωση των δύο πρώτων χώροι πρασίνου - αναψυχής και του δε τελευταίου ένας νέος εβραϊκός οικισμός21.

«Η καταστροφή αραβικών χωριών ως μέρος της διαδικασίας αλλαγής του τοπίου», αναφέρει χαρακτηριστικά σχετική μελέτη, «και ως μέρος της διαδικασίας διαγραφής των αναμνήσεων του παρελθόντος και του κτισίματος ενός νέου αφηγήματος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγκρουσης Ισραηλινών - Παλαιστινίων». Πράγματι, η τακτική του σβησίματος - κυριολεκτικά - εκατοντάδων αραβικών κοινοτήτων από τον χάρτη και από τη μνήμη υπήρξε πάγια πρακτική του κράτους του Ισραήλ από τις πρώτες κιόλας μέρες της συγκρότησής του. Πρόκειται για μια σκόπιμη - σχεδιασμένη και μεθοδική - διαδικασία «ισραηλοποίησης» της Παλαιστίνης, η οποία, εντέλει, δεν άφησε παρά ελάχιστα, σκόρπια «απομεινάρια» που να «καταμαρτυρούν πως κάποτε ζούσαν άλλοι σε αυτά τα μέρη»22.

Ενα ακόμη χαρακτηριστικό - όσο και συμβολικό - παράδειγμα της όλης αυτής διαδικασίας υπήρξε η περίπτωση της αραβικής γειτονιάς της Αλμαγάριμπα στην Ιερουσαλήμ, η οποία και κατεδαφίστηκε ολοσχερώς προκειμένου να «ανοίξει» ο χώρος γύρω από το Δυτικό Τείχος και να μετατραπεί σε πλατεία. Οι πρώτες μπουλντόζες έφτασαν στον χώρο μόλις λίγες ώρες μετά τους πρώτους στρατιώτες, ενώ οι κάτοικοι της περιοχής διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους σε διάστημα 20 λεπτών «παίρνοντας μαζί τους μόνο τα απολύτως απαραίτητα»23.Λίγες μέρες αργότερα, η εν λόγω πλατεία θα αποτελούσε το επίκεντρο των θριαμβευτικών εκδηλώσεων της νίκης του κράτους του Ισραήλ.

Τα άμεσα αποτελέσματα του πολέμου

Ο 3ος αραβοϊσραηλινός πόλεμος έληξε με συντριπτική νίκη του Ισραήλ, καθώς, μέσα σε μόλις 6 μέρες και με μικρές συγκριτικά στρατιωτικές απώλειες για το ίδιο (776 νεκρούς), κατάφερε να επιφέρει σοβαρότατα πλήγματα στην πολεμική ισχύ των αντιπάλων του, υπερτετραπλασιάζοντας ταυτόχρονα τα εδάφη υπό τον έλεγχό του. Το Ισραήλ κατείχε πλέον το σύνολο της Παλαιστίνης, καθώς επίσης εδάφη της Συρίας και της Αιγύπτου. Περίπου 1.150.000 Αραβες περιήλθαν υπό ισραηλινή κατοχή, ενώ κάπου 450.000 έγιναν πρόσφυγες (35.000 από τη Λωρίδα της Γάζας και τη Χερσόνησο του Σινά, 108.250 από τα Υψίπεδα του Γκολάν και οι υπόλοιποι από τη Δυτική Οχθη). Στα κατεχόμενα Υψίπεδα του Γκολάν παρέμεινε μόλις το 5,43% του προπολεμικού πληθυσμού. Κατά μία άλλη εκτίμηση, μετά τον πόλεμο, από έναν συνολικά εκτιμώμενο πληθυσμό Παλαιστινίων περίπου 2.700.000, το 44,4% ζούσε πλέον υπό ισραηλινή κυριαρχία, ενώ το 55,6% ζούσε στην προσφυγιά. Από τους πρώτους, μόλις το 1/3 είχε πλήρη δικαιώματα πολίτη του κράτους του Ισραήλ (καθώς η ισραηλινή υπηκοότητα επεκτάθηκε μόνο στους Παλαιστινίους της Ανατολικής Ιερουσαλήμ)24.

Αν ο 1ος αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1948 - 1949 αποτυπώθηκε στη συλλογική μνήμη του Παλαιστινιακού λαού ως η «Νάκμπα» («καταστροφή»), ο 3ος του 1967 αποτέλεσε τη «Νάκσα» («οπισθοδρόμηση»): Ενα κομβικά αρνητικό γεγονός, που πήγε την υπόθεση της απελευθέρωσής τους ακόμα πιο πίσω...

(Συνεχίζεται)

Παραπομπές:

1. Roland Popp, «Stumbling Decidedly into the Six-Day War», στο The Middle East Journal, vol.60, no. 2, Spring 2006, σελ. 282 - 283.

2. Warren Bass, A Surprise out of Zion?, εκδ. RAND Corp, Santa Monica, 2015, σελ. 15 και Roland Popp, ό.π., σελ. 285.

3. Memorandum from the President's Special Assistant (Rostow) to President Johnson, 15.11.1966, στο https://1997-2001.state.gov/www/about_state/history/vol_xviii/zh.html.

4. Βλ. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη ΟΗΕ (https://digitallibrary.un.org/record/90503?v=pdf).

5. Στο Eyal Zisser, «Israel's Capture of the Golan Heights», στο Israel Studies, vol. 7, no. 1 Spring 2002, σελ. 169.

6. Memorandum from Nathaniel Davis of the National Security Council Staff to the President's Special Assistant (Rostow), 2.6.1967 και Memorandum from the Acting Chairman of the CIA's Board of National Estimates (Smith) to Director of Central Intelligence Helms, 9.6.1967, στο FRUS 1964 - 1968, vol. XIX, σελ. 259 και 404.

7. Βλ. Ben-Zion Zilberfarb, «The short -and long- term effetcs of the Six Day War on the Israeli economy», στο Israel Affairs, vol. 24, no. 5, 2018, σελ. 785 - 798, Israel GDP (https://countryeconomy.com/gdp/israel), Total Immigration to Israel by Year (https://www.jewishvirtuallibrary.org/total-immigration-to-israel-by-year), New York Times, 29.10.1984.

8. Abba Eban, Personal witness: Israel through my eyes, εκδ. G. P. Putnam's Sons, NY, 1992, σελ. 382 - 383.

9. Memo prepared in the Central Intelligence Agency, 23.5.1967, στο FRUS 1964 - 1968, vol. XIX, σελ. 74 - 75.

10. Rostow Memo to Johnson, 25.5.1967, στο FRUS 1964-1968, vol. XIX, σελ. 103 - 104 και CIA. Memorandum on the Middle Eastern Crisis, 26.5.1967 (CIA-RPD79R00967A001200020003-4).

11. Roland Popp, ό.π., σελ. 232, 305.

12. Address by Prime Minister Begin at the National Defense College, 8.8.1982 (https://www.gov.il/en/Departments/General/55-address-by-pm-begin-at-the-national-defense-college-8-august-1982).

13. Warren Bass, ό.π., σελ. 17 και William Quandt, «Lyndon Johnson and the June 1967 war: What color was the light?», στο Middle East Journal, vol. 46, no. 2, Spring 1992, σελ. 228

14. Στο Eyal Zisser, ό.π., σελ. 169.

15. John L. Scherer, «Soviet and American behavior during the Yom Kippur war», στο World Affairs, vol. 141, no. 1, Summer 1978, σελ. 17.

16. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), June 1967 in personal stories of Palestinians and Israelis, εκδ. H?ttingen University Press, 2022, σελ. 101, 215.

17. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 232, 484 - 485.

18. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 103.

19. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 78.

20. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 218.

21. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 78, 97, 108 - 111.

22. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 111.

23. Regina F. Bendix, Aziz Haidar & Hagar Salamon (επ.), ό.π., σελ. 77, 105.

24. Roland Popp, ό.π., σελ. 281, CIA, Weekly summary special report: Arab territories under Israeli occupation, 6.10.1967, σελ. 1 (CIA-RDP79-00927A006000070003-8), Abu Lughod, Ibrahim, The Transformation of Palestine, εκδ. Northwestern University Press, Evanston, 1971, σελ. 162.


Αναστάσης ΓΚΙΚΑΣ

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
Ιστορική αναδρομή στις ρίζες και την εξέλιξη του Παλαιστινιακού ζητήματος(3/2/2024)
Συνεχείς παρεμβάσεις Κλίντον(8/1/2000)

Κορυφή σελίδας
Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ