ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 22 Δεκέμβρη 2012 - Κυριακή 23 Δεκέμβρη 2012
Σελ. /32
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ούτε «περιοριστική», ούτε «επεκτατική» εξόντωση του λαού

Παπαγεωργίου Βασίλης

Μια εικόνα για τα βασικά συστατικά του περιοριστικού μείγματος διαχείρισης της κρίσης δίνει το δελτίο της ΕΚΤ για το μήνα Δεκέμβρη, με το οποίο η Ευρωτράπεζα απαντάει έμμεσα στις επισημάνσεις του ΔΝΤ ότι η αυστηρή λιτότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία ανατροφοδοτούν την ύφεση και συνιστούν «αντιαναπτυξιακή» διαχείριση της κρίσης.

Στο μηνιαίο δελτίο της η ΕΚΤ υπερασπίζεται τα εκτεταμένα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και τις πολιτικές αποκατάστασης των δημόσιων οικονομικών στα κράτη - μέλη. Για να στηρίξει μάλιστα τη θέση της εξετάζει μέσω προσομοιώσεων το μέγεθος των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιδράσεων της δημοσιονομικής προσαρμογής στο πραγματικό ΑΕΠ, υπό εναλλακτικές παραδοχές.

Από το μοντέλο της ΕΚΤ προκύπτει ότι «η προσαρμογή, εφόσον έχει σχεδιαστεί σωστά, οδηγεί σε μόνιμη βελτίωση του διαρθρωτικού δημόσιου αποτελέσματος, ενώ η επιδείνωση της ανάπτυξης, εάν παρατηρηθεί, είναι μόνο προσωρινού χαρακτήρα». Αρα, ένα πρώτο συμπέρασμα της ΕΚΤ είναι ότι ναι μεν τα μέτρα της λιτότητας επιδρούν αρνητικά στο ξεπέρασμα της κρίσης για το κεφάλαιο, αλλά αυτό είναι μόνο προσωρινό.

Λέει σε άλλο σημείο το δελτίο της τράπεζας: «Η δημοσιονομική προσαρμογή ασκεί ευνοϊκή επίδραση στην εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, στοιχείο που αυτή τη στιγμή είναι σημαντικότερο από ποτέ για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στη ζώνη του ευρώ και πέραν αυτής». Αρα, δεύτερο συμπέρασμα της ΕΚΤ είναι ότι τα «υγιή» δημοσιονομικά είναι προϋπόθεση για να γίνει ανάπτυξη, αφού προέχει να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των μονοπωλίων και των αγορών του χρήματος σε μια οικονομία για να κάνουν επενδύσεις.

Μάλιστα, αναφέροντας ως αρνητικό το παράδειγμα της Ελλάδας, η ΕΚΤ σημειώνει ότι «εντονότερη αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη (μεγαλύτερη ύφεση) παρατηρείται στην περίπτωση που οι αγορές δυσπιστούν αρχικά ως προς την προσήλωση της κυβέρνησης στην πλήρη εφαρμογή των εξαγγελθέντων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής». Αρα, μέτρα και πάλι μέτρα για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των καπιταλιστικών αγορών στην οικονομία και να γίνουν επενδύσεις.

Το κλειδί της υπόθεσης

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η ανατροφοδότηση της κρίσης από τα μέτρα λιτότητας ελαχιστοποιείται «όταν η μείωση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ συνοδεύεται από υποχώρηση του ασφαλίστρου κινδύνου των κρατικών ομολόγων. Ετσι περιορίζεται το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και μειώνεται το κόστος χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, οπότε δίδεται ώθηση στις ιδιωτικές επενδύσεις».

Εδώ βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσης. Η ΕΚΤ λέει ότι για να γίνουν επενδύσεις χρειάζονται δάνεια και κρατικό χρήμα στους καπιταλιστές. Για να περισσέψει κρατικό χρήμα, πρέπει να μειωθεί το δημόσιο χρέος, άρα και τα χρήματα που δαπανά το κράτος για την εξυπηρέτησή του, στερώντας κεφάλαια από τα μονοπώλια. Η μείωση του χρέους μειώνει επιπλέον το κόστος του δανεισμού για τους καπιταλιστές, αφού το κράτος και οι τράπεζες δανείζονται φθηνότερα και με τη σειρά τους δανείζουν με μικρότερα επιτόκια τους επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι κάνουν επενδύσεις φθηνότερα και άρα με μεγαλύτερο κέρδος.

Αν στα φθηνότερα δάνεια προστεθούν η ραγδαία υποτίμηση της εργατικής δύναμης, οι αντεργατικές - αντιασφαλιστικές ανατροπές, η απελευθέρωση κλάδων της οικονομίας, η ιδιωτικοποίηση της Υγείας - Πρόνοιας, οι ιδιωτικοποιήσεις και όλα αυτά που στη γλώσσα του κεφαλαίου ονομάζονται «διαρθρωτικές αλλαγές», τότε καταλαβαίνει κανείς σε τι συνίσταται η στρατηγική «λιτότητα και ανάπτυξη» που διακηρύσσει η ΕΕ.

Η ΕΚΤ υποστηρίζει ακόμα ότι «σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα, η δημοσιονομική προσαρμογή παρέχει σημαντικά οφέλη, όχι μόνο σε σχέση με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, αλλά και σε όρους ΑΕΠ». Σύμφωνα μάλιστα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, «δεδομένου και του μεγάλου μεγέθους του δημόσιου τομέα σε πολλές χώρες, το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να βασίζεται στην πλευρά των δαπανών, αποφεύγοντας ωστόσο τις μειώσεις των δημοσίων επενδύσεων».

Δηλαδή, πετσόκομμα κρατικών δαπανών, που σημαίνει συρρίκνωση μισθών, κοινωνικών υπηρεσιών και αποχώρηση του κράτους από θέσεις που κρατούσε έως τώρα σε στρατηγικούς τομείς της παραγωγής. Οχι όμως και μείωση των κονδυλίων για δημόσιες επενδύσεις, αφού αυτές είναι ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο. Κι αυτό επειδή οι δημόσιες επενδύσεις δημιουργούν τζάμπα υποδομές για τα μονοπώλια ή αντιπροσωπεύουν την κρατική συμμετοχή σε συμπράξεις με ιδιώτες για έργα και υπηρεσίες που εκμεταλλεύονται τα μονοπώλια και βγάζουν κέρδος.

Φοροασυλία στο κεφάλαιο

Τέλος, η ανάλυση της ΕΚΤ σημειώνει ότι «το πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο που δημιουργούν οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής, πρέπει να αξιοποιείται μεσοπρόθεσμα για τη μείωση εκείνων των φόρων που είναι εξαιρετικά επιζήμιοι για την ανάπτυξη (π.χ. φορολόγηση εργασίας)» και ότι «η προσδοκία των αγορών για μείωση της φορολογίας στο μέλλον προκαλεί ευνοϊκές επιδράσεις».

Με άλλα λόγια, σφιχτή δημοσιονομική πολιτική για το λαό και όποτε δημιουργούνται «περιθώρια» από τον καλύτερο έλεγχο των ελλειμμάτων και του χρέους, αυτά να μεταφράζονται σε μείωση των φόρων που σχετίζονται με το κεφάλαιο και τις επενδύσεις του. Δηλαδή, ακόμα κι αν επιτευχθούν ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, ή το χρέος καταστεί βιώσιμο, ο λαός δεν έχει τίποτα να κερδίσει, αφού το δημοσιονομικό όφελος θα πρέπει να μετατραπεί απευθείας σε νέα φορο-προνόμια για το κεφάλαιο.

Επιπλέον, όταν τα μονοπώλια θέτουν ως όρο να υπάρχει σταθερό φορολογικό σύστημα για να κάνουν επενδύσεις, δεν εννοούν σταθερότητα σε υψηλούς συντελεστές για τη φορολόγησή τους. Το αντίθετο: Ζητούν σταθερότητα σε φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις, αφού η φορολόγηση του κεφαλαίου είναι «αντιαναπτυξιακό» εργαλείο στον καπιταλισμό.

Αυτά σε ό,τι αφορά στο ένα μείγμα της αστικής διαχείρισης. Το άλλο, το επεκτατικό, λέει κι αυτό ανάπτυξη για το κεφάλαιο, προβλέπει κι αυτό χρήμα στους καπιταλιστές από το κράτος και από φτηνά ιδιωτικά δάνεια, μιλάει κι αυτό για δημοσιονομική εξισορρόπηση, με βραδύτερους όμως ρυθμούς. Το μείγμα που προτείνει το ΔΝΤ και υποστηρίζει στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται σε δύο πυλώνες: «Κούρεμα» του χρέους, με καταμερισμό της χασούρας στα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης και εξασφάλιση χρήματος στο κεφάλαιο για να κάνει επενδύσεις.

Για να γίνει το δεύτερο, πρέπει να χαλαρώσουν οι ρυθμοί της δημοσιονομικής προσαρμογής στα κράτη - μέλη, προκειμένου το κράτος να κατευθύνει κονδύλια στους καπιταλιστές, αντί να προσπαθεί να μειώσει άμεσα τα ελλείμματα και το χρέος, όπως προβλέπουν οι συμφωνίες στρατηγικής στην ΕΕ. Εκεί πάνω φουντώνει η κόντρα ανάμεσα στην Ευρωζώνη (κύρια τη Γερμανία) και στο ΔΝΤ, που εκτός από τις ΗΠΑ εκπροσωπεί στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και τις αναδυόμενες καπιταλιστικές οικονομίες.

Θεμέλιο οι αντεργατικές ανατροπές

Οπως το περιοριστικό, έτσι και το επεκτατικό μείγμα της διαχείρισης θέλει να παραμείνουν οι δημόσιες επενδύσεις έξω από τις κρατικές περικοπές, προκειμένου οι επιχειρηματικοί όμιλοι να έχουν αρωγό το κράτος στις επενδύσεις τους. Απώτερος στόχος είναι να εξασφαλιστεί φθηνότερος δανεισμός για τα κράτη - μέλη, άρα και για τα μονοπώλια.

Επειδή όμως οι «αγορές» θέλουν πράγματι σταθερά δημοσιονομικά για να δανείσουν χρήμα (αλλιώς κινδυνεύουν να χάσουν τα κεφάλαιά τους από πτώχευση), οι θιασώτες του επεκτατικού μείγματος της αστικής διαχείρισης προτείνουν τα ισχυρότερα οικονομικά κράτη - μέλη είτε να δανείζουν απευθείας τους ασθενέστερους εταίρους τους, είτε να μπαίνουν εγγυητές για φθηνότερα δάνεια από τις αγορές.

Γι' αυτό ζητάνε την έκδοση ευρωομολόγων, ή άλλο τρόπο που να επιμερίζει το κόστος δανεισμού μιας χώρας μεταξύ των «συμμάχων» της. Αυτό όμως σημαίνει πλήγμα για οικονομίες ανταγωνιστικές μεταξύ τους, όπως είναι αυτές της Ευρωζώνης, γι' αυτό και η Γερμανία αρνείται την «κοινωνικοποίηση» του χρέους, όπως ζητάνε άλλες, περισσότερο χρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης, που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Πουθενά, μα πουθενά στον κόσμο, κανένα μείγμα αστικής διαχείρισης της κρίσης, είτε περιοριστικό, είτε επεκτατικό, δεν μπορεί (και δε θέλει) να συμβιβάσει την καπιταλιστική ανάπτυξη με την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι οι λεγόμενες «διαρθρωτικές αλλαγές», οι ανατροπές δηλαδή που έχουν να κάνουν με την υποτίμηση της εργατικής δύναμης και το άνοιγμα νέων πεδίων δράσης για το κεφάλαιο, είναι κυρίαρχες και στα δύο μείγματα.

Εκεί που τσακώνονται, ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα που υπηρετεί ο κάθε διαχειριστής, είναι με ποιο μείγμα θα έρθει γρηγορότερα η καπιταλιστική ανάκαμψη, μέσα από την εξασφάλιση χρήματος στους καπιταλιστές, προκειμένου να κάνουν επενδύσεις.

Μακριά από Σκύλλα και Χάρυβδη

Είναι φανερό ότι ο καυγάς γίνεται για το πάπλωμα των μονοπωλίων. Ο λαός και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι στο καναβάτσο. Αρα κανένα συμφέρον δεν έχει να σέρνεται από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, εντός της αστικής διαχείρισης, όπου η ανάπτυξη προϋποθέτει τη δική του εξαθλίωση, είτε με περιοριστικά, είτε με επεκτατικά μέτρα. Συμφέρον του είναι να παραμερίσει τα μονοπώλια από την οικονομία, αφού για το δικό τους συμφέρον γίνονται όλα, στο βωμό των δικών τους κερδών κατατίθεται ο ιδρώτας του λαού σε συνθήκες ανάπτυξης και κρίσης.

Ξεμπερδεύω με τα μονοπώλια σημαίνει τους αφαιρώ την πολιτική εξουσία, αποδεσμεύω τη χώρα από την ΕΕ, διαγράφω μονομερώς το χρέος που φόρτωσαν στα λαϊκά στρώματα και γίνεται ο λαός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής και του πλούτου που παράγει. Για μια τέτοια προοπτική αξίζει να κάνει θυσίες ο λαός. Οχι για να γίνουν οι εκμεταλλευτές του ισχυρότεροι στο μεταξύ τους ανταγωνισμό και πιο επιθετικοί απέναντί του.


Π.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org