Από τις συγκρούσεις σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία και την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα μέχρι τη γεωπολιτική αντιπαράθεση σε Αρκτική και Ασία - Ειρηνικό, ο «ενεργειακός πόλεμος» όχι μόνο διεξάγεται απευθείας και απροκάλυπτα πλέον στο «πεδίο», αλλά βρίσκεται και στην «καρδιά» των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.
Ο ανταγωνισμός των καπιταλιστών για την Ενέργεια είναι κρίκος για την επόμενη «πίστα» των πολέμων και το υπόβαθρο για την επέκτασή τους. Οσο ξεθωριάζουν τα όποια προσχήματα για την επέμβαση των ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν, αλλά και γύρω από την ιμπεριαλιστική σύγκρουση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ και Ρωσίας στην Ουκρανία, το ενεργειακό ντόμινο γίνεται καταλύτης ραγδαίων εξελίξεων.
Σε ένα τέτοιο φόντο οξυμένης αντιπαράθεσης για την αλλαγή του «ενεργειακού χάρτη», το «νήμα» που συνδέει τα διάφορα σχέδια γίνεται το «φιτίλι» για παραπέρα ανάφλεξη της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και στον υπόλοιπο κόσμο. Το ένα «σχέδιο» ανταγωνίζεται και «διασταυρώνεται» με το «αντίπαλο σχέδιο», την ώρα που ο «ενεργειακός πόλεμος» μεταφέρεται απροκάλυπτα στο πεδίο της μάχης, με επιθέσεις σε αγωγούς, κοιτάσματα, διυλιστήρια, δεξαμενόπλοια.
Τώρα είναι οι ΗΠΑ που απειλούν να χρησιμοποιήσουν την Ενέργεια ως «όπλο»...
Παρά το κόστος από την αύξηση των τιμών Ενέργειας, που επιδεινώνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, η ΕΕ πήρε τη στρατηγική απόφαση να μειώσει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου, εκτιμώντας ότι το γεωπολιτικό διακύβευμα στην Ουκρανία και η πλήρης ενεργειακή αποκοπή από τη Ρωσία, με στόχο την αποδυνάμωσή της, είναι το καίριο.
Παράλληλα - στο πλαίσιο της «στρατηγικής αυτονομίας» που επιδιώκει η ΕΕ - προχωρούν επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση, καθώς η Κομισιόν ανακοίνωσε χρηματοδότηση για επενδύσεις σε πυρηνικούς αντιδραστήρες σε κράτη - μέλη, αλλά και επενδύσεις σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και του Περσικού Κόλπου σε ΑΠΕ και έργα βιώσιμης ανάπτυξης, σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας τις συνδέσεις με τις χώρες του Κόλπου. Αυτά τα επενδυτικά σχέδια τώρα βρίσκονται «στον αέρα», εν μέσω της νέας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη αντικαθιστά με ραγδαίο ρυθμό την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω αγωγών με μια νέα εξάρτηση, από το αμερικανικό LNG, και σε μια συγκυρία που οι αντιθέσεις μέσα στον ευρωατλαντικό άξονα οξύνονται, έχουν βγει στη φόρα και διατυπώνονται ανησυχίες για «υπερβολική εξάρτηση από τις ΗΠΑ».
Οι εισαγωγές αμερικανικού LNG στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (περιλαμβάνει τα 27 κράτη - μέλη της ΕΕ συν την Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία) αντιπροσώπευαν το 2025 σχεδόν το 40% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου (αγωγοί και LNG) και το 59% των εισαγωγών LNG. Ενδεικτικά, η ενεργοβόρα Γερμανία λαμβάνει πλέον έως και το 96% του LNG της από τις ΗΠΑ. Στο πετρέλαιο πλέον μόνο το 2% - 3% των εισαγωγών προέρχεται από τη Ρωσία, κατευθυνόμενο αποκλειστικά προς Ουγγαρία και Σλοβακία μέσω του αγωγού Ντρούζμπα.
Με φόντο και τις απειλές των ΗΠΑ για απόκτηση της Γροιλανδίας, στην ΕΕ έχει μεγαλώσει η «συνειδητοποίηση» ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν τις προμήθειες Ενέργειας ως «όπλο» προκειμένου να εκβιάσουν για άλλα ανταλλάγματα, σε άλλες γεωπολιτικές προτεραιότητες. Εξάλλου η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ που κλείστηκε πέρυσι, υπό την απειλή υψηλότερων αμερικανικών δασμών από αυτούς που τελικά επιβλήθηκαν στα ευρωπαϊκά εμπορεύματα, περιλαμβάνει δέσμευση της ΕΕ για αγορά Ενέργειας αξίας 750 δισ. δολαρίων από τις ΗΠΑ έως το 2028.
Αν και η Ευρώπη δεν αγοράζει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου ή LNG από τη Μέση Ανατολή, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ προκαλεί άνοδο τιμών και επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών ομίλων. Το πόσο άσχημα θα είναι για τη Γερμανία και την Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση και πόσο θα εξαπλωθεί, τονίζουν αναλυτές.
Εκεί που κερδίζουν οι ΗΠΑ, χάνει η ΕΕ. Για παράδειγμα, αν η τιμή του πετρελαίου παρέμενε στα 100 δολάρια το βαρέλι για τα επόμενα δύο χρόνια, το ΑΕΠ της Γερμανίας θα ήταν 0,3% χαμηλότερο φέτος και 0,6% χαμηλότερο το 2027 απ' ό,τι θα ήταν χωρίς την αύξηση της τιμής. Αυτό αντιστοιχεί σε απώλεια συνολικής οικονομικής παραγωγής περίπου 40 δισ. ευρώ σε πραγματικούς όρους σε διάστημα δύο ετών, λέει το IW.
Οσο διαρκεί ο πόλεμος οι προοπτικές ανάπτυξης θα επιδεινώνονται, εξανεμίζοντας για άλλη μια φορά τις ελπίδες της Γερμανίας για επιστροφή στην ανάπτυξη, την ώρα που ήδη συμπιέζεται ανάμεσα στον ανταγωνισμό από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Η πολεμική αναταραχή στη Μέση Ανατολή, που δημιουργεί ενεργειακή αβεβαιότητα για την Ευρώπη, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Αρκτική. Η Νορβηγία, που μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της ΕΕ, επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία ώστε η Κομισιόν να επιτρέψει νέες γεωτρήσεις στην περιοχή.
Η νορβηγική πετρελαϊκή βιομηχανία ασκεί έντονο λόμπινγκ ενάντια στον τερματισμό της ανάπτυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή Αρκτική. Η τελική αναθεωρημένη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αρκτική αναμένεται να παρουσιαστεί το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Η Νορβηγία διαθέτει σήμερα δύο πεδία φυσικού αερίου βόρεια του Αρκτικού Κύκλου - το Snohvit και το Aasta Hansteen - αλλά η κυβέρνηση ενθαρρύνει νέες έρευνες. Τον Γενάρη πρότεινε να ανοίξουν 70 νέα μπλοκ για έρευνα, περισσότερα από τα μισά στη Θάλασσα Μπάρεντς. Το Οσλο υποστηρίζει ότι η ΕΕ «υπονομεύει τον εαυτό της», επισημαίνοντας παράλληλα ότι η Ρωσία έχει μεγάλα σχέδια για επέκταση της παραγωγής LNG στη ρωσική Αρκτική.
«Η αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία επιστρέφει», ανέφερε άρθρο του Λευκού Οίκου δυο μέρες πριν την επέμβαση στο Ιράν
Οι σχεδιασμοί των ΗΠΑ για απρόσκοπτη διέλευση των μεταφορών Ενέργειας από τα Στενά του Ορμούζ με αμερικανικά πολεμικά πλοία να συνοδεύουν τάνκερ, ρίχνει περισσότερο μπαρούτι στη σύγκρουση. Σε αυτόν τον σχεδιασμό εντάσσονται και οι εκκλήσεις στους «συμμάχους» των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και την Ασία να συμμετέχουν με πολεμικά πλοία στο άνοιγμα των Στενών.
Η στόχευση των ενεργειακών πηγών του Κόλπου και η απειλή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης από το Ιράν, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η άνοδος των παγκόσμιων τιμών Ενέργειας και η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές ανησυχούν και τις ΗΠΑ, ενώ σηματοδοτούν σαφώς ότι ο πόλεμος και οι συνέπειές του δεν θα παραμείνει γεωγραφικά περιορισμένος στην περιοχή.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ συγκρούονται από τη μια η ανησυχία των καπιταλιστών για άνοδο των τιμών των καυσίμων και από την άλλη τα κέρδη των πετρελαϊκών ομίλων.
Η άνοδος των τιμών της Ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν προσφέρει ένα τεράστιο «απροσδόκητο» κέρδος στις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Η εταιρεία έρευνας αγοράς «Rystad Energy» υπολογίζει ότι οι παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ θα μπορούσαν να κερδίσουν επιπλέον 63 δισ. δολάρια, καθώς οι τιμές θα ξεπεράσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι και να εκτοξευτούν στα 162 δισ. δολάρια. Ανάμεσα στους πιο κερδισμένους θα είναι οι πετρελαϊκοί κολοσσοί BP, Chevron, ConocoPhillips, ExxonMobil, Shell.
Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός αργού πετρελαίου στον κόσμο, με παραγωγή 13 εκατ. βαρελιών ημερησίως, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA). Εξάγουν περίπου 11 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και όπως τόνισε ο Πρόεδρος Ντ. Τραμπ, «όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, βγάζουμε πολλά χρήματα».
Ωστόσο, ενώ οι παραγωγοί πετρελαίου των ΗΠΑ επωφελούνται βραχυπρόθεσμα, στο μέλλον το υψηλότερο κόστος Ενέργειας θα επηρεάσει τον πληθωρισμό και θα μειώσει τη ζήτηση. Οι κίνδυνοι από την ανοδική πορεία του κόστους του πετρελαίου και από τον συνολικό αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν επισημαίνονται και από τη βιομηχανία.
Σε μια τέτοια προσπάθεια ελέγχου των τιμών, οι ΗΠΑ ήραν προσωρινά τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο και εξετάζουν το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων στις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη στη θάλασσα, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 140 εκατ. βαρέλια και θα ενίσχυε τις προμήθειες σε χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία και η Μαλαισία, αναγκάζοντας παράλληλα την Κίνα να πληρώσει «τιμή αγοράς».
Δυο μέρες πριν από την επέμβαση ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε ένα άρθρο, με τίτλο «Η αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία επιστρέφει υπό τον Πρόεδρο Τραμπ». Οι ΗΠΑ, κορυφαίος παραγωγός και εξαγωγέας υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), «το 2025 σημείωσαν ένα ιστορικό νέο ρεκόρ εξάγοντας περισσότερους από 100 εκατ. μετρικούς τόνους LNG σε ένα μόνο έτος - η πρώτη χώρα που πέτυχε ποτέ αυτό το ορόσημο». Προβλέπει ότι η παραγωγή φυσικού αερίου στις ΗΠΑ θα συνεχίσει να φτάνει σε ιστορικά υψηλά το 2026 και το 2027.
Λίγες μέρες μετά, λόγω των αντιποίνων του Ιράν, η εταιρεία LNG του Κατάρ ανακοίνωσε ότι αναστέλλει προσωρινά τη δραστηριότητά της, δηλαδή θα αποσύρει το 20% της παραγωγής της από την αγορά. Με το ρωσικό φυσικό αέριο υπό κυρώσεις, οι ΗΠΑ ενισχύουν την παγκόσμια κυριαρχία τους στο LNG και τους μοχλούς πίεσης σε εχθρούς και «συμμάχους».
Περαιτέρω ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει το ενδιαφέρον στην Ασία για φυσικό αέριο από το έργο Alaska LNG αξίας 44 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με στελέχη της εταιρείας ανάπτυξης Glenfarne. Ο αγωγός θα διασχίζει 1.300 χλμ. στην τεράστια πολιτεία πριν το αέριο υγροποιηθεί για να μεταφερθεί, κυρίως σε πελάτες στην Ασία. Η εταιρεία στοχεύει να ξεκινήσει αποστολές LNG το 2031.
Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο έχει αναγκάσει το Κατάρ, έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές LNG της Ασίας, να σταματήσει όλες τις αποστολές, καθώς η εξαγωγική του διαδρομή μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει μπλοκαριστεί. «Αυτό υπενθυμίζει ότι το Alaska LNG είναι από τα λίγα έργα LNG που μπορούν να στείλουν φορτία στη Βόρεια Ασία χωρίς να περάσουν από κάποιο γεωπολιτικό "στενό πέρασμα"», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Glenfarne.
«Γι' αυτόν τον λόγο η Ταϊβάν, η Ταϊλάνδη, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν ήδη δεσμευτεί για ποσότητες», συμπλήρωσε. Οι δύο μεγαλύτεροι εισαγωγείς LNG της Ιαπωνίας, JERA και Tokyo Gas, έχουν συνάψει προκαταρκτικές συμφωνίες για την αγορά συνολικά 2 εκατ. τόνων ετησίως από το Alaska LNG. Οπως δήλωσε ο Τραμπ το καλοκαίρι, το Τόκιο και η Σεούλ θέλουν να επενδύσουν «τρισεκατομμύρια δολάρια» στο έργο του αγωγού.
Οι τελικές εγκρίσεις για τον αγωγό και τον τερματικό εξαγωγών του έργου έχουν καθυστερήσει, καθώς η Glenfarne δεν έχει ακόμη πετύχει τον στόχο για δεσμευτικές συμφωνίες αγοράς για το 80% της σχεδιαζόμενης εξαγωγικής δυναμικότητας, που ανέρχεται σε 20 εκατ. τόνους LNG ετησίως. Μέχρι στιγμής έχει εξασφαλίσει δεσμεύσεις για 13 εκατ. τόνους. Στο μεταξύ η ελληνική εταιρεία «Danaos Corporation» στοχεύει να παραδώσει πλοία μεταφοράς LNG το 2031.
Ενώ ο «σκιώδης στόλος» θα εξοπλιστεί και θα συνοδεύεται από πολεμικά πλοία
Σε αυτό συμβάλλει και η άρση ορισμένων κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο την οποία ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον στις 12 Μάρτη, για 30 μέρες, προκειμένου να διευκολυνθεί ο παγκόσμιος ανεφοδιασμός και να συγκρατηθούν οι τιμές. Κίνηση που προκάλεσε αντιδράσεις από τους Ευρωπαίους, παράλληλα όμως αναζωπύρωσε συζητήσεις για επαναφορά της «φτηνής» για τη βιομηχανία ρωσικής Ενέργειας στην Ευρώπη.
Ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ ντε Βέβερ, δέχτηκε κριτική για όσα είπε σε συνέντευξή του: «Χάνουμε σε όλα τα μέτωπα, πρέπει να τερματίσουμε τη σύγκρουση (σ.σ. στην Ουκρανία) προς το συμφέρον της Ευρώπης». Η Ευρώπη πρέπει να επανεξοπλιστεί «και ταυτόχρονα πρέπει να ομαλοποιήσουμε τις σχέσεις με τη Ρωσία και να ανακτήσουμε την πρόσβαση σε φτηνή Ενέργεια. Είναι κοινή λογική. Κατ' ιδίαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες μού λένε ότι έχω δίκιο, αλλά κανείς δεν τολμά να το πει φωναχτά».
Εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία, η Ρωσία παζαρεύει και δηλώνει ότι βρίσκεται σε διαδικασία εξέτασης του ενδεχομένου να διακόψει πρώτη την προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, «προλαβαίνοντας» την απόφαση της ΕΕ για πλήρη κατάργηση ρωσικών υδρογονανθράκων σταδιακά μέχρι το 2027.
Το ζήτημα επανέφερε προ ημερών ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμ. Πεσκόφ, παραπέμποντας στην εντολή του Ρώσου Προέδρου Βλ. Πούτιν «να εξεταστεί η πιθανότητα πρόωρης αποχώρησης από τις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου» και επισημαίνοντας πως «απαιτεί αρκετά εις βάθος ανάλυση».
Οι αγορές Ενέργειας - συνέχισε ο Πεσκόφ - «έχουν υποστεί σειρά σοκ λόγω του πολέμου στο Ιράν» και «η Μόσχα αναλύει σοβαρά τη θεωρητική πιθανότητα να εξέλθει από τις ευρωπαϊκές αγορές Ενέργειας». Εξάλλου, πρόσθεσε, η Ρωσία δεν έχει δει κάποιο σημάδι από την Ευρώπη ότι θέλει να συζητήσει τον ρωσικό ενεργειακό εφοδιασμό.
Ο ρωσικός κολοσσός φυσικού αερίου «Gazprom» πιέζει να αυξήσει τον όγκο προμηθειών και να καλύψει την περιορισμένη παγκόσμια αγορά: Αν η άθικτη δεύτερη γραμμή του «Nord Stream 2» και ο αγωγός «Yamal - Europe», που διασχίζει την Πολωνία, επανεκκινήσουν, θα εισέλθουν στην αγορά περίπου 60 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Και αν αποκατασταθεί και η ουκρανική διαμετακόμιση, η παγκόσμια αγορά θα μπορούσε να αναπληρωθεί κατά 100 δισ. κυβικά μέτρα ή και περισσότερο. Η «Gazprom» τονίζει ότι θα μπορούσε να καλύψει ολόκληρο το έλλειμμα που δημιουργήθηκε από την παρεμπόδιση του LNG του Κατάρ.
Εκμεταλλευόμενες την εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις και προσπαθώντας να αποτρέψουν ελλείψεις στην προμήθεια που προκαλούνται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, οι κινεζικές κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες, αλλά και ινδικές εταιρείες διύλισης, έχουν επανεκκινήσει εδώ και μέρες την αναζήτηση φορτίων ρωσικού αργού πετρελαίου.
Εμπορικοί βραχίονες των κρατικών εταιρειών «Sinopec» και «PetroChina» έχουν απευθυνθεί αυτήν τη βδομάδα σε προμηθευτές για πιθανές αγορές ρωσικού πετρελαίου - τις πρώτες από τον Νοέμβρη. Οι κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες της Κίνας είχαν αναστείλει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου αφότου η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στις δύο μεγαλύτερες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, «Rosneft» και «Lukoil».
Οι ινδικές εταιρείες διύλισης αγόρασαν 30 εκατ. βαρέλια ρωσικού πετρελαίου τη βδομάδα που ακολούθησε την έγκριση του Λευκού Οίκου. Εκτοτε επιτράπηκε σε περισσότερες χώρες να ξαναρχίσουν τις αγορές από τη Ρωσία, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Σε αυτήν τη συγκυρία, η Μόσχα κατήγγειλε για άλλη μια φορά την Ουκρανία ότι «εδώ και αρκετές μέρες επιτίθεται με drones» στους αγωγούς «Turkish Stream» και «Blue Stream», τους μοναδικούς που λειτουργούν και στην Ευρώπη.
Πρόκειται για αγωγούς που προμηθεύουν την Τουρκία και ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Σερβίας, με περίπου 40 δισ. κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου.
Επιπλέον, από τα τέλη Γενάρη η Ουκρανία δεν έχει επισκευάσει τον αγωγό Ντρούζμπα, που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο σε Ουγγαρία και Σλοβακία, κάτι που οδήγησε τη Βουδαπέστη να μπλοκάρει το δάνειο 90 δισ. ευρώ για το Κίεβο, στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.
Ο ενεργειακός πόλεμος μεταφέρεται στο πεδίο και στις θαλάσσιες μεταφορές. Μετά τα ρεσάλτα σε πλοία που μεταφέρουν ρωσικό, ιρανικό και βενεζολάνικο πετρέλαιο και τις συλλήψεις πλοίων του ρωσικού σκιώδους στόλου στη Μεσόγειο και στη Βαλτική, η Ρωσία έχει ανακοινώσει ότι σχεδιάζει να παρέχει ναυτικές συνοδείες για την προστασία εμπορικών πλοίων και δεξαμενόπλοιων.
Προβλέπεται επίσης να εγκαταστήσει εξοπλισμό προστασίας επί των πλοίων και εξετάζει ομάδες ένοπλων συνοδών για πλοία.
«Τα πολιτικά, διπλωματικά και νομικά μέτρα κατά της εκστρατείας της Δύσης που στοχεύει τη ρωσική ναυτιλία δεν είναι πάντα αποτελεσματικά» και «αν προκύψουν νέες απειλές στη θάλασσα από ευρωπαϊκές χώρες, θα αναπτυχθούν πρόσθετα μέτρα», προειδοποίησε ο Ν. Πατρούσεφ, μέλος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας.
Ενώ η Ινδία στέλνει πολεμικά πλοία στην Αραβική Θάλασσα και διαπραγματεύεται απευθείας με το Ιράν
Στην υπάρχουσα συγκυρία «ξύπνησε» και ένα άλλο «καυτό» μέτωπο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού ΗΠΑ - Κίνας, αυτό στην Ταϊβάν. Εν μέσω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή που έχει διαταράξει το διεθνές εμπόριο Ενέργειας, η Κίνα υπέβαλε επίσημη «προσφορά» στην Ταϊβάν την Τετάρτη, υποσχόμενη «ενεργειακή σταθερότητα» με αντάλλαγμα την αποδοχή της «επανένωσης».
Η Ταϊβάν εισάγει το 1/3 των αναγκών της σε LNG από το Κατάρ και ανακοίνωσε επίσης ότι έχει εξασφαλίσει τον βραχυπρόθεσμο εφοδιασμό της, μεταξύ άλλων μέσω εισαγωγών από τις ΗΠΑ.
Οπως ανακοινώθηκε από τον Τσεν Μπινχουά, εκπρόσωπο του κινέζικου Γραφείου Υποθέσεων της Ταϊβάν, «η επανένωση θα φέρει ενεργειακή σταθερότητα και προστασία στους Ταϊβανέζους συμπατριώτες μας». Οπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση της Ταϊβάν απέρριψε την πρόταση της Κίνας.
Ενώ χώρες της Ασίας όπως η Ιαπωνία, η Ινδία και η Νότια Κορέα αγωνίζονται να εξοικονομήσουν Ενέργεια - καθώς το 2025 βασίζονταν στη Μέση Ανατολή για το 59% των εισαγωγών τους - η Κίνα φαίνεται να διαθέτει ισχυρά «αναχώματα», που εξαρτώνται όμως από την εξέλιξη και τη διάρκεια του πολέμου.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης, μέχρι στιγμής το Πεκίνο βασίζεται σε:
Επιπλέον η Κίνα βρίσκεται ήδη πολύ μπροστά στη διαδικασία εξηλεκτρισμού και όσο γίνεται μακριά από την άμεση κατανάλωση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Περισσότερο από το 30% της τελικής κατανάλωσης Ενέργειας της Κίνας προέρχεται πλέον από ηλεκτρική ενέργεια, σε σύγκριση με λίγο πάνω από 20% παγκοσμίως και λιγότερο από το 25% στην ΕΕ.
Παρά την ανθεκτικότητα του μεγαλύτερου εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, η εξάρτηση της Κίνας από τη Μέση Ανατολή παραμένει στο 50% (έναντι 95% της Ιαπωνίας), γεγονός που καθιστά ευάλωτη την καπιταλιστική οικονομία της σε μια μακροχρόνια κρίση.
Η Ινδία στέλνει επιπλέον πολεμικά πλοία στον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα, προκειμένου να διασφαλίσει τη διέλευση των πλοίων της, εκμεταλλευόμενη τις απευθείας διαπραγματεύσεις με το Ιράν για να επιτρέψει σε δεξαμενόπλοια καυσίμων να εξέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ.
Το Ναυτικό της Ινδίας αναπτύσσει περισσότερα από έξι πολεμικά πλοία, συμπεριλαμβανομένων και πλοίων υποστήριξης, μετέδωσε το Bloomberg. Τα πλοία θα σταθμεύσουν ανατολικά των Στενών του Ορμούζ και δεν θα εισέλθουν σε αυτά. Στόχος τους θα είναι να συνοδεύουν τα πλοία μέχρι να φτάσουν σε ασφαλέστερα ύδατα στη βόρεια Αραβική Θάλασσα.
Η Ινδία εξασφάλισε τις τελευταίες ημέρες την ασφαλή διέλευση δύο κρατικών δεξαμενόπλοιων που μετέφεραν υγροποιημένο αέριο πετρελαίου (LPG) και βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν ώστε να επιτραπεί η διέλευση και άλλων πλοίων καυσίμων. Η Ινδία προμηθεύεται περίπου το 90% των εισαγωγών LPG από τη Μέση Ανατολή.