Η προτεινόμενη από την κυβέρνηση τροπολογία - πρόκληση, το περιεχόμενο της οποίας, όπως δηλώνεται κατηγορηματικά από τους αρμοδίους, δεν πρόκειται να αλλάξει, μεταξύ άλλων, προβλέπει:
- Αποκλείονται από οποιαδήποτε «διευκόλυνση» οι δεκάδες χιλιάδες δανειοδοτηθέντες, που είχαν ληξιπρόθεσμα χρέη και στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών δέχτηκαν, υπό το φόβο και τους εκβιασμούς των τραπεζών, να υπογράψουν κάθε είδους ρύθμιση, μέσω της οποίας ουσιαστικά κεφαλαιοποιούνταν «πανωτόκια» δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών. Οι ρυθμίσεις, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην τροπολογία «δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων».
- Αποκλείεται οποιαδήποτε περίπτωση επιστροφής, προς τους λεηλατηθέντες πελάτες των τραπεζών, ποσών που αφορούν «πανωτόκια», ανεξάρτητα από το μέγεθος της ληστείας που έχει επιβληθεί. «Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτων ύψους (...) δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία».
- Το δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στις τράπεζες το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών, που αφορούν στεγαστικά δάνεια εργατικής κατοικίας με έκδοση ισόποσων ομολόγων.
- Επίσης, το δημόσιο χορηγεί στις τράπεζες για τρία χρόνια φοροαπαλλαγές για το ποσό των τόκων που πιθανά διαγράφουν από τα λογιστικά τους βιβλία κατά την εφαρμογή της ρύθμισης.
Πέραν των παραπάνω, η ρύθμιση προβλέπει ότι «η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση (...) δε δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή (...) από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη» και το οποίο είναι:
- Το τετραπλάσιο για περιστατικά που συνέβησαν μέχρι την 31/12/85.
- Το τριπλάσιο για περιστατικά που συνέβησαν από το τέλος του 1985 μέχρι την 31/12/90.
- Το διπλάσιογια περιπτώσεις από 1/1/ 91 μέχρι και 15/4/1998.
Ανάμεσα στα άλλα, η σχετική συμφωνία προβλέπει ακόμα ότι, μέχρι και τις 30 Απρίλη του 2000, οι τράπεζες δε θα λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, που θα προκύψει από τη ρύθμιση, ενώ μέχρι τις 31/10/2000 θα σταματήσουν οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ( πλειστηριασμοί). Οι τράπεζες απελευθερώνονται από τις δεσμεύσεις αυτές από 1/11/2000.