Τρίτη 8 Μάη 2001
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 30
Θέατρο
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Πληθωρισμός» ανοιξιάτικων παραστάσεων

«Μια πιθανή συνάντηση» στο Υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης»
«Μια πιθανή συνάντηση» στο Υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης»
Και καθημερινή να ήταν η στήλη της κριτικής θεάτρου είναι ζήτημα, αν θα αρκούσε για τις μισές από το σύνολο των παραστάσεων αθηναϊκών ή περιφερειακών θιάσων στη διάρκεια της χειμερινής περιόδου (αρχές Οκτώβρη - τέλη Μάη). Η στήλη έχει αρκετές φορές επισημάνει ότι λόγω του «πληθωρισμού» παραστάσεων αρκετές από αυτές, ιδιαίτερα οι ανοιξιάτικες, παρά το ρεπερτορικό, ή σκηνοθετικό ή ερμηνευτικό ενδιαφέρον τους, μένουν «αφανείς» και άκριτες, καθώς δεν τις προλαβαίνει η εβδομαδιαία κριτική στήλη καμιάς εφημερίδας. Για να μη μείνουν ολότελα στην αφάνεια κάποια έργα, σκηνοθεσίες και ερμηνείες που αξίζουν επαίνου, η στήλη θα αναφερθεί σ' αυτές, αναγκαστικά, εν συντομία.

  • ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ: Χοσέ Σάντσις Σινιστέρα «Η πολιορκία του Λένινγκραντ». Προσφιλής μέθοδος του άλλοτε αριστερού Ισπανού συγγραφέα είναι -μέσω ενός χιουμοριστικών αποχρώσεων «θεάτρου εν θεάτρω»- να «αναθεωρεί» και να κρίνει με ιστορικά γεγονότα και αγώνες, συνδεδεμένους με τα σοσιαλιστικά οράματα, θέτοντας σε αμφισβήτηση- έως και γελοιοποίηση- ιδέες και οράματα. Με το «Αϊ, Καρμέλα» αποκαθήλωσε, θα λέγαμε, τον αντιφρανκικό αγώνα του ισπανικού λαού, κατεβάζοντάς τον στο επίπεδο, στη ζωή και τη συμπεριφορά ενός ερωτικού ζεύγους μπουλουκτσήδων θεατρίνων της κακιάς ώρας. Με την ίδια μέθοδο, μέσα από δύο παλιές γριές θεατρίνες, στο χώρο ενός παλιού -εν αχρηστία- θεάτρου, με το ίδιο αστόχαστο χιούμορ, «προβληματίζεται» για την «αξία» και «αντοχή» των οραμάτων που ενέπνευσαν -και στην Ισπανία- η Οχτωβριανή Επανάσταση και η δημιουργία σοσιαλιστικών χωρών, για το «ήθος» όσων «καθοδήγησαν» το σοσιαλισμό και τις ιδέες του- και στο αριστερό ισπανικό θέατρο. Ο συγγραφέας, βλέποντας πού οδηγεί η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, στο τέλος του έργου, μοιάζει να υπερασπίζεται την αγνότητα των σοσιαλιστικών ιδεών, μόνο που τη βλέπει πια σαν πίστη, σαν χαμένη υπόθεση ελαχίστων γραφικών, περιθωριοποιημένων ανθρώπων μιας γενιάς που φεύγει, όπως οι δυο γριές θεατρίνες του έργου του. Αδύνατο δραματουργικά το έργο του Σινιστέρα, άξιζε να το δει κανείς για την ευφάνταστη σκηνοθεσία του Μίμη Κουγιουμτζή, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα και κυρίως για τις εξαιρετικές, ισάξιες, ερμηνείες της Ρένης Πιττακή και της Μπέττυς Αρβανίτη.
  • «Η πολιορκία του Λένινγκραντ»
    «Η πολιορκία του Λένινγκραντ»
    ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ: Πάουλ Μπαρτς «Μια πιθανή συνάντηση». Την επιτυχία του έργου του Πίτερ Σάφερ «Αμαντέους» (περί του «ανταγωνισμού» μεταξύ του μείζονος συνθετικά, αλλά φτωχού, Μότσαρτ και του ελάσσονος, πλην φημισμένου, αλλά κοινωνικο-οικονομικά δυνατού Σαλιέρι), προφανώς εζήλωσε ο Π. Μπαρτς «συνθέτοντας» δραματουργικά μια φανταστική συνάντηση μεταξύ του μέγιστου, αλλά φτωχού και άσημου εκτός της πατρίδας του, Μπαχ και του πλούσιου, διάσημου, κοσμοπολίτη Χέντελ, οι οποίοι ουδέποτε συναντήθηκαν. Ο συγγραφέας γνωρίζοντας το βίο των δύο κλασικών μουσουργών, στη φανταστική συνάντηση -δείπνο που πλάθει, τους βάζει να «συγκρούονται» αλληλοαποκαλυπτικά. Ο επηρμένος Χέντελ ευημερεί, έχει δόξα και πλούτη. Ζηλεύει όμως που η μουσική του δε φτάνει εκείνη του Μπαχ. Μόνο τη μουσική και τα παιδιά του έχει ο ταπεινός Μπαχ, γι' αυτό λαχταρά να είχε λίγη από ευημερία και φήμη σαν τον Χέντελ. Συγκρινόμενο δραματουργικά με το «Αμαντέους», το έργο του Μπαρτς μειονεκτεί. Παραμένει, όμως, αρκούντως ελκυστικό για τους μυημένους στο βίο και το έργο των μεγάλων συνθετών, ιδιαίτερα καθώς η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού ώθησε τους τρεις άξιους ηθοποιούς -Σοφοκλής Πέππας, Γιάννης Βόγλης, Ηλίας Ασπρούδης- να «σκαλίσουν» λεπτομερειακά, βαθιά αλλά και με το χιούμορ που απαιτεί η φαντασία, ώστε να πλάσουν με σάρκα και οστά τα τρία πρόσωπα του έργου. Να «συλλάβουν» την ψυχοσύνθεση, το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά τους.
  • «Λίγο απ' όλα όλα» στη «Σφενδόνη»
    «Λίγο απ' όλα όλα» στη «Σφενδόνη»
    ΘΕΑΤΡΟ ΣΦΕΝΔΟΝΗ: Αντώνη Μόλλα «Λίγα απ' όλα». Σ' έναν παλιό, «κλασικό» δημιουργό του ελληνικού θεάτρου σκιών, τον Αντώνη Μόλλα, και στο αριστουργηματικό έργο του «Λίγο απ' όλα», στράφηκε η Αννα Κοκκίνου, συνεχίζοντας τους πάντα ανήσυχους, ερευνητικούς, υψηλού αισθητικού στόχου και γούστου, θεατρικούς πειραματισμούς της, με θεατρικά και μη ελληνικά κείμενα. Οδηγός της το πάθος, το μεράκι, ο μόχθος, ώστε το δύσκολο και ακατόρθωτο να γίνει κατορθωτό. Μετά την έξοχη δουλιά της με τον Βιζυηνό και την πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθειά της με την «Ιφιγένεια στην Ταυρίδα», αποτόλμησε φέτος ένα πείραμα εμψύχωσης- ενσάρκωσης των χάρτινων ηρώων από ηθοποιούς. Και μάλιστα πειθαρχώντας σε όλους τους κανόνες του παραδοσιακού θεάτρου σκιών. Ενός θεάτρου βαθύτατα, αυθεντικά, ανατρεπτικά, σοφά και ευδαιμονικά λαϊκού- και από θεματολογική και μορφολογική άποψη. Η Κοκκίνου επέλεξε συνεργάτες με ταλέντο, μεράκι και αγάπη για τον Καραγκιόζη. Τον εξαιρετικά ευαίσθητο, καλαίσθητο και σεβαστικό απέναντι στη λαϊκή παράδοση σκηνοθέτη Δήμο Αβδελιώδη. Τον Διονύση Σαββόπουλο, του οποίου το ταλέντο και το πάθος για τον Καραγκιόζη, «έντυσε» μουσικά την παράσταση. Κυριολεκτικά έξοχο, το μέγιστο προσόν της παράστασης αποτελούν τα κοστούμια και το σκηνικό του Πέρη Ιερεμιάδη, το μακιγιάζ του Αγγελου Μέντη και η χορογραφία (πιστή στη μετωπική κίνηση των χάρτινων ηρώων) της Κικής Μπάκα. Και μόνο για τον τεράστιο μόχθο τους να μιλήσουν και να κινηθούν, μετωπικά, σαν χάρτινες φιγούρες, είναι άξιοι επαίνου και αναφοράς όλοι οι ηθοποιοί: Α. Κοκκίνου, Παναγιώτης Ραπτάκης, Κωνσταντίνος Θέμελης, Μαρίνος Μουζάκης, Κώστας Τσουβάρας, Γιώργος Μπινιάρης, Κώστας Λαός, Παναγιώτης Θανασούλης. Η κίνηση όλων (ιδιαίτερα όσων παίζουν δύο ή και τρεις ρόλους) αποτελεί μεγάλο επίτευγμα, ατομικό και συλλογικό. Τεράστια, συγκινητική ήταν η προσπάθειά τους και για τη μίμηση της ανάλογης, της χαρακτηριστικής κάθε ήρωα, εκφοράς του λόγου (φωνή, ρυθμός, τόνοι, γλωσσικά ιδιώματα). Προσπάθεια, όμως, που δεν καρποφόρησε απόλυτα, με ευθύνη κυρίως του σκηνοθέτη, ο οποίος δεν έχει παιδεία καθοδήγησης του θεατρικού λόγου. Το μόνο ελάττωμα της σημαντικής αυτής παράστασης είναι ο αργόρυθμος και όχι ευκρινώς προφερόμενος λόγος (κυρίως από την Α. Κοκκίνου που υποδύεται τον Καραγκιόζη), στερώντας στο θεατή το ευφρόσυνο γέλιο που θα προσέφερε το αθάνατο έργο του Μόλλα.

ΘΥΜΕΛΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org