Ο πρόεδρος του Ευαγγελισμού, καθηγητής Φ. Μήτσης, επιβεβαιώνει δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη»
Τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του πολίτη στα δημόσια νοσοκομεία προκαλεί η κυβερνητική πολιτική που δημιουργεί τέτοιες εικόνες στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας |
Ο πρόεδρος επιβεβαιώνει ότι έτσι γίνεται η νοσηλεία, αλλά παρασιωπά ότι οι επιστημονικοί και συνδικαλιστικοί φορείς των γιατρών του Ευαγγελισμού είχαν ζητήσει να διοχετευτούν ασθενείς σε άλλα νοσοκομεία. Ομως δεν πάρθηκε κανένα μέτρο, με αποτέλεσμα να υπάρχει η κατάσταση που περιέγραψε ο «Ρ».
Η επιστολή του Φ. Μήτση έχει ως εξής: «Πιστεύω ότι τα γραφόμενα αδικούν την προσπάθειά μας και εμφανίζουν με υπερβολικές επισημάνσεις τις αδυναμίες που μεταβατικά αντιμετωπίζουμε μέχρις ότου ολοκληρωθεί το έργο της ανακαίνισης, της λεγόμενης πτέρυγας του ΑΧΕΠΑ. Το όλο έργο της ανακαίνισης θα αποτελέσει ανάταση για τη λειτουργία του Ευαγγελισμού και αναβάθμιση των συνθηκών παραμονής των ασθενών στο νοσοκομείο, στους νέους θαλάμους που διαμορφώνονται με λιγότερες κλίνες και με συνθήκες ανθρώπινες, με κλιματισμό κ. ά. διευκολύνσεις "ξενοδοχειακές", αλλά και νοσηλευτικές. Το έργο εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό με την ευθύνη της ΔΕΠΑΝΟΜ και με προγραμματισμό τέτοιο ώστε η διαταραχή της λειτουργίας να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη.
Χρησιμοποιούμε πράγματι τα ευρύχωρα σαλόνια για εφεδρικούς χώρους νοσηλείας και όχι για βαριά ασθενείς, με κάλυψη από νοσηλευτικό προσωπικό που μεταφέρεται εκεί από τα τμήματα. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το νοσοκομείο λειτουργεί με 200 κρεβάτια λιγότερα, χωρίς να έχουν μειωθεί οι δραστηριότητές μας. Οι βαριά ασθενείς με εγκεφαλικά, καρδιακά κ. ά. επεισόδια που αναφέρει το δημοσίευμά σας, καλύπτονται πάντοτε με τη δέουσα ιατρική φροντίδα. Είναι άδικο να αποσιωπάται η μεγάλη αυτή προσπάθεια αναβάθμισης που γίνεται αυτή τη στιγμή στον Ευαγγελισμό και να ψάχνουμε να βρίσκουμε και να προβάλλουμε τις αδυναμίες. Λυπάμαι γιατί οι φωτορεπόρτερ σας, είδαν τα σαλόνια επιλεκτικά και δεν είδαν τίποτε άλλο από τα τόσα έργα που έχουν γίνει ή γίνονται».
Και η επιστολή καταλήγει: «Επειδή πιστεύουμε ότι το δημόσιο νοσοκομείο θα παραμείνει πάντοτε θεσμοφύλακας της υγείας του λαού μας, αγωνιζόμαστε για την αναβάθμισή του και κάθε πράξη που κλονίζει την αξιοπιστία του πολίτη σ' αυτό θεωρούμε ότι είναι επιζήμια».