Το 1924, εποχή μικρής ακόμα αλλά ανησυχητικής ανόδου του Χίτλερ, η Γερμανία συνταράσσεται με την αποκάλυψη ότι βιαστής και φονιάς και των εικοσιτεσσάρων χαμένων φτωχόπαιδων στο Αννόβερο, ήταν ένας «φιλήσυχος» άνθρωπος, ο Φριτς Χάαρμαν. Χάθηκαν 24 παιδιά μέχρις ότου εντοπιστεί και συλληφθεί αυτό το τέρας. Το γεγονός αυτό ενέπνευσε έργα σημαντικών Γερμανών δημιουργών. Δημιουργών με πολιτικο-κοινωνική αντίληψη και σκέψη. Ανάμεσά τους και ο Φριτς Λανγκ, ο οποίος με την αριστουργηματική ταινία του «Μ» (ελληνικός τίτλος «Ο δράκος του Ντίσελντορφ», 1931) καυτηρίασε την αδιαφορία και ανικανότητα των κρατικών οργάνων (Αστυνομίας, δικαστικών) για προστασία των πολιτών από τα εγκληματικά και περιθωριακά στοιχεία, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο δράσης και στο μαφιόζικο περιθώριο. Για να οξύνει - μυθοπλαστικά - την κοινωνική κριτική του ο Λανγκ, αποδίδει τον ευφυή εντοπισμό και τη θανάσιμη τιμωρία του βιαστή στη μαφία. Σήμερα στην Τέχνη της «μόδας» δεν είναι η κοινωνική κριτική, αλλά η ψυχανάλυση και η παραψυχολογία. Οι ιδεολογικοκοινωνικά συγχυσμένοι ή συμβιβασμένοι δημιουργοί, βολεύονται εξηγώντας τέτοια εγκλήματα ότι οφείλονται όχι σε κοινωνικά αίτια αλλά σε ψυχολογικά προβλήματα του ατόμου. Προς αυτήν την αντίληψη γέρνει το έργο των Ρομουάλντ Κάρμακαρ - Μίχαελ Φάριν «Η τέχνη του κυρίου Χάαρμαν», που ανέβασε ο θίασος «Πράξη» στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας». Πρόκειται για τη θεατρική εκδοχή της ταινίας του Ρ. Κάρμακαρ «Φριτς Χάαρμαν - Ενας διαφορετικός σίριαλ - κίλερ», σε σενάριο του Μ. Φάριν, που βασίζεται στην ψυχιατρική εξέταση του υπόδικου Φριτς Χάαρμαν, από τον ψυχίατρο Ερνστ Σούλτσε. Στο έργο αυτό ο Χάαρμαν δεν είναι ένας ύπουλος και σιχαμερός φονιάς σαν τον «Μ» του Λανγκ, αλλά ένας αφελής, ειλικρινά εξομολογητικός, έως και συμπαθητικούλης άνθρωπος, που προτίμησε τα αρσενικά από σεβασμό στη γυναικεία παρθενιά, μισεί και ταυτίζει σαν εχθρούς της Γερμανίας εβραίους και κομμουνιστές (αυτή είναι η μόνη πολιτικοκοινωνική νύξη του έργου), και δεν αντιλαμβάνεται σαν ειδεχθή τα εγκλήματά του. Η εγκληματική διαστροφή του είναι ψυχοπαθολογικό και όχι κοινωνικό φαινόμενο. Επομένως, δεν ευθύνεται η κοινωνία... Προς την αντίληψη του έργου έγειρε - αντί να την υπονομεύσει - η σκηνοθεσία της Μπέττυς Αρβανίτη. Σκηνοθεσία, που με τη συμβολή της εύγλωττης μετάφρασης (Βασίλης Πουλαντζάς), των σκοτεινών φωτισμών κυρίως (Λευτέρης Παυλόπουλος), το λιτό σκηνικό και τα αρμόζοντα κοστούμια (Θάλεια Ιστικοπούλου) και τους άξιους ηθοποιούς υπηρετεί τον ψυχαναλυτικό χαρακτήρα του έργου. Ο Χρήστος Στέργιογλου ερμήνευσε τον Χάαρμαν, όπως τον έπλασαν οι συγγραφείς, ενώ «δαιμόνιο» ταλέντο καθώς είναι, με μια διαφορετική σκηνοθετική «ανάγνωση» θα μπορούσε να υποδυθεί έναν αποτρόπαια διεστραμμένο υπάνθρωπο. Καίρια, λεπτοδουλεμένη στην απλότητά της η ερμηνεία του Γιάννη Ροζάκη (Σούλτσε). Αξιοσημείωτη είναι η βουβή υποκριτική παρουσία του Ακη Λυρή (στενογράφος).