Το ότι κυβερνήσεις - κράτος και εργοδοσία φέρνουν τα κάθε φορά στοιχεία στα μέτρα τους, με παραδοχές που βολεύουν τα μαγειρέματά τους, αποδεικνύεται και από το τι γίνεται με τις επαγγελματικές ασθένειες.
Η κυβέρνηση λοιπόν που επικαλείται την Eurostat καταπίνει τη γλώσσα της σχετικά με τα αντίστοιχα στοιχεία της ΕΕ για τις επαγγελματικές ασθένειες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ίδια η ΕΕ («Στρατηγικό πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία κατά την περίοδο 2021 - 2027) σημειώνει:
- «Το 2018 σημειώθηκαν και πάλι περισσότερα από 3.300 θανατηφόρα ατυχήματα και 3,1 εκατ. μη θανατηφόρα ατυχήματα στην ΕΕ των 27, ενώ 200.000 και πλέον εργαζόμενοι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο εξαιτίας ασθενειών που σχετίζονται με την εργασία».
- Η κύρια αιτία των θανάτων που συνδέονται με την εργασία είναι ο καρκίνος, καθώς εκτιμάται ότι «οι καρκινογόνες ουσίες ευθύνονται για 100.000 θανάτους στον χώρο εργασίας εξαιτίας επαγγελματικού καρκίνου κάθε χρόνο».
- «Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αιτία θανάτων που συνδέονται με την εργασία στην ΕΕ, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία σχετικά με τις υποκείμενες αιτίες τους και τη σύνδεσή τους με επαγγελματικούς κινδύνους. Αυτό συνιστά εμπόδιο στην ανάπτυξη κατάλληλων μέτρων πρόληψης στον χώρο εργασίας».
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στοιχεία, σε ολόκληρη την ΕΕ για κάθε 3.300 νεκρούς εργάτες από «ατυχήματα» υπάρχουν άλλοι 200.000 που χάνουν τη ζωή τους από επαγγελματικές ασθένειες.
Αν εφαρμόσουμε μια τέτοια αναλογία για τη χώρα μας, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση των 82 θανάτων, σίγουρα στο ...παρασκήνιο υπάρχουν πολλές χιλιάδες θυμάτων από τις επαγγελματικές ασθένειες που δεν ερευνώνται με τη «βούλα» του κράτους.
Κι αυτό γιατί με την «επαγγελματική νοσηρότητα» στην Ελλάδα να παραμένει ουσιαστικά ένας «θαμμένος κίνδυνος», δεν έχει διερευνηθεί ούτε ένας θάνατος από καρδιαγγειακές παθήσεις και καρκίνο! Δεν έχει διερευνηθεί καθόλου αν τέτοιοι θάνατοι οφείλονται στις συνθήκες εργασίας, αναδεικνύοντας το τεράστιο μέγεθος συγκάλυψης των εργοδοτικών εγκλημάτων.
Ετσι, χιλιάδες επαγγελματικές ασθένειες κουκουλώνονται κάτω από τη «διάγνωση» της «κοινής νόσου», αλλά και λόγω της παντελούς έλλειψης μηχανισμών και διαδικασιών αναγνώρισης, καταγραφής και μελέτης της, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί ο επαγγελματικός κίνδυνος.