Ξημέρωμα. Και ο καιρός δεν βοηθούσε ή μάλλον όχι. Γράψε λάθος. Βοηθούσε πολύ, σαν να ήξερε κάτι... χαλασμένος ήταν. Δεν ήταν ανοιξιάτικος... δεν ήταν μαγιάτικος. Ο ουρανός μαύρος. Νευρικά και αποπνιχτικά ξημέρωσε η μέρα... μήνυμα για το μεγάλο κακό.
Μαζική εξόντωση. Κόκκινη, κατακόκκινη πρωτομαγιά. Αίμα παντού, κοκκίνισε ο πράσινος τόπος του Σκοπευτηρίου. Μέσα στο Σκοπευτήριο έμπαιναν ένα - ένα τα αυτοκίνητα του Δήμου Αθηναίων για να πάρουν τους νεκρούς.
Και στους δρόμους της αντάρτισσας Καισαριανής αναβρασμός.
Και τα παιδιά του ονείρου και της επανάστασης ταξιδεύουν... στους δρόμους και τα σοκάκια της Καισαριανής, στις προσφυγικές του λαού εστίες. Εκεί που ξάγρυπνα μάτια δακρύζουν. Ταράζονται με τον πρώτο κρότο, με την πρώτη ριπή. «Οι άτιμοι σκοτώνουν πάλι τα παλικάρια μας...». Και θυμούνται τις δικές τους συμφορές.
Ορθώνουν το ανάστημά τους στα μαρμαρένια αλώνια και βλέπουν κατάματα τον χάροντα. Και αυτός... και αυτός τους σέβεται. Στη μάχη αυτή δεν υπάρχει νικητής και νικημένος. Σαν ένα όνειρο έμοιαζε, σαν έναν εφιάλτη. Τώρα, όμως, οι νύχτες αρχίζουν να μικραίνουν και να αλαφρύνουν. Πιο λίγα όνειρα, πιο λίγοι εφιάλτες.
Τα φορτηγά προχωρούσαν. Και στη Φορμίωνος και Υμηττού που σταμάτησαν για λίγο, ο δρόμος γέμισε αίματα. Πήραν τον δρόμο προς την Ακρόπολη. Κι απ' εκεί πήραν την Ερμού, Πειραιώς, Πέτρου Ράλλη και έφτασαν στο Γ' Νεκροταφείο.
Κανείς δεν ήξερε ποιος βρισκόταν στον κάθε τάφο, κανείς και γι' αυτό κάθε οικογένεια, που είχε δικό της εκτελεσμένο ανάμεσά τους, πήρε και περιποιήθηκε έναν τάφο, βάζοντας σ' αυτόν το όνομα του δικού της.
Από το Αστυνομικό Τμήμα Καισαριανής ειδοποίησαν ότι έχουν κάποια πράγματα των εκτελεσμένων. Τα μετέφεραν με ένα φορτηγό σε μια πρόχειρη αποθήκη.
Ζωντάνευαν όλοι εκείνοι οι πεθαμένοι. Και οι διακόσιοι ήταν εκεί, σαν να ήταν παρόντες, με τα παλιωμένα παπούτσια τους, τα τριμμένα μανίκια τους, με την αγωνία τους στα πρόχειρα σημειώματα.
Διαδόθηκε αστραπιαία η όλη υπόθεση. Ο κόσμος άρχισε να εισβάλλει στην αποθηκούλα. Ονόματα γινόταν γνωστά από τα διάφορα χαρτιά και ταυτότητες που είχαν βρει μέσα στις τσέπες των νεκρών.
Οι συγγενείς των αγνώστων έπρεπε ν' αναγνωρίσουν μόνοι τους κάποιο ρούχο και οι γυναίκες των χαμένων ανθρώπων αναστάτωναν ό,τι έβρισκαν εκεί μέσα με αλλοφροσύνη. Ξεφώνιζαν, μοιρολογούσαν, έκλαιγαν σιωπηλά.
Σύγχυση, πανικός, υστερία, θλίψη... και φωνές, πολλές φωνές. Σπαρακτικές φωνές. Χορός αρχαίας τραγωδίας.
Δεν θα της πάρουν το σακάκι. Κοιτάζει γύρω - γύρω... με φόβο και σφίγγει το σακάκι. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Σαν ποτάμι τρέχουν. Δεν μπορεί να διακρίνει τα πράγματα. Κάτι βλέπει όμως, κάτι που την τρομάζει ακόμα περισσότερο... ένα ακόμα ρούχο. Του άλλου παιδιού της... του μικρότερου. Χάνει προς το παρόν τον κόσμο. Συνέρχεται όμως. Πρέπει να συνέλθει. Αρπάζει το ρούχο και κρύβεται σε μια γωνιά. Πρέπει να φυλάξει καλά τα παιδιά της. Μην της τα πάρουν πάλι... αρκετά... αρκετά.
-Δεν θα μου τα πάρει κανείς... Θα πάρω τα παιδιά μου στο σπίτι. Θα τους ετοιμάσω ζεστό φαί... όπως παλιά. Θα μου κάνουν τα αστεία τους. Θα γελάμε όλοι μαζί. Μπορεί να τραγουδήσουμε κιόλας.
Σταμάτησε λίγο και διαγράφηκε ένα χαμόγελο στην έκφρασή της...
-Ναι...ναι θα τραγουδήσουμε. Θα τραγουδήσουμε το τσιβαέρι... να θυμηθούμε τον ξενιτεμένο, τον πατέρα.