Μέσα από την οπτική, τις σκέψεις, αλλά και τις επιλογές του πρωταγωνιστή στη συσχέτισή του με τα άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει τη σαθρότητα των θεμελίων του αρχαίου πολιτισμού: Τη δύναμη της ιδιοκτησίας και τον βίαιο εξαναγκασμό που απορρέει από αυτήν.
Ο Ισίδωρος Ζουργός επιλέγει τη λογοτεχνική συνδιαλλαγή με τα ομηρικά έπη και τις ιστορικές και καλλιτεχνικές αποτυπώσεις τους μέσα στον χρόνο, με σεβασμό αλλά και με δημιουργική ανασύνθεση των λογοτεχνικών σημείων (μήνιος / μήνιδος [οργής] και νόστου [επιστροφής στην πατρίδα]), με επίκεντρο της πλοκής μια πλεκτάνη. Κοιτάζοντας την Ιστορία και τον ομηρικό μύθο από τη σκοπιά των «από κάτω», δηλαδή των υποκείμενων στην εκμετάλλευση, οι δούλοι αποκτούν δική τους μιλιά: Κατανοούν τη βία, τον πόλεμο, την εκμετάλλευση. Κάτω από το δικό τους πρίσμα, τις αγωνίες, τα βάσανα προκύπτουν επιλογές, αποφάσεις που προσδίδουν στα ομηρικά έπη μια νέα τροπή. Ετσι, οι μικρές, αδιάφορες εκ πρώτης όψεως, καθημερινές ιστορίες των δούλων δίνουν μια κοινωνική δυναμική στην ομηρική εποχή. Το μυθιστόρημα διαθέτει την αρετή να δίνει - εκούσια ή μη - μια κοινωνικά διαιρεμένη οπτική της αρχαιότητας, που του προσδίδει ιδιαίτερη λογοτεχνική σημασία, εφόσον και κατά τον Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Την ιστορία της ανθρωπότητας την μαθαίνουμε μόνο από την πλευρά των από κάτω».
Τα «Χάλκινα κατώφλια» παρουσιάζουν τα όρια και τις υπερβάσεις στις επιλογές των καταπιεζόμενων κάθε εποχής. Μια συνθήκη από την οποία απορρέει μια ετερομορφία επιλογών, που αποτυπώνουν τον βαθμό που οι καταπιεζόμενοι έχουν συνειδητοποιήσει τη ρίζα των κοινωνικών αντιθέσεων της εποχής τους, αλλά και τη δύναμή τους να αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα. Ετσι, οι κοινωνικές στάσεις των δούλων εμπερικλείουν και τη σιωπή, την πειθήνια υπακοή, τη δουλικότητα, την εξαπάτηση, αλλά και τη διεκδίκηση.
Ομολογουμένως, η απόλαυση του μυθιστορήματος αυτού δεν έγκειται στην οριοθέτηση μιας δεύτερης αφήγησης δίπλα στην ομηρική. Αντιθέτως, αυτή συνίσταται σε μια τηρουμένων των αναλογιών αναγωγή συμπεριφορών και σκέψεων των χαρακτήρων στη δική μας εποχή. Τόσο η πορεία του σχεδίου του δούλου που συνυπάρχει με το εκδικητικό κοινωνικό κίνητρο - άλλοτε υπό έξαρση κι άλλοτε σε ύφεση - και ανεξαρτήτως της πορείας που αυτή αποκτά ως προς το δίπολο γνώση - άγνοια, όσο και η διαρκής διάψευση της αυτοκυριαρχίας ως υποκειμενικής οριοθέτησης των πραγμάτων, αποτελούν σημεία προς κριτική ως προς τις προεκτάσεις τους και στο σημερινό συγκείμενο.
Καθότι άλλωστε στο μέσον της εκάστοτε κοινωνικής τραμπάλας βρίσκεται μόνο η υποστηρικτική δοκός και όχι οι άνθρωποι και καθώς σήμερα υπάρχει η επαναστατική θεωρία στην υπηρεσία της κοινωνικής απελευθέρωσης, δεν δικαιολογούνται όσα θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε είτε από συμπάθεια είτε και από την ίδια τη σύμβαση της λογοτεχνικής γραφής στην περίπτωση των χαρακτήρων του μυθιστορήματος.
Η ετερομορφία των ατομικών εκφράσεων στη σκέψη και τις επιλογές που προκύπτουν στην περίπτωση του κεντρικού χαρακτήρα δεν μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο που ιστορικά οι επαναστάσεις των δούλων θα έπονταν. Αλλωστε οι πορείες που διαγράφουν οι δύο συγκρουόμενοι κόσμοι - μέσα από τη λογοτεχνική αποτύπωση της σχέσης του Λύκαστου με τους δουλοκτήτες του - αποτυπώνουν ένα μόνο επεισόδιο των κοινωνικών ανταγωνισμών.
Ανεξάρτητα από την έκβαση της πλοκής τους, τα «Χάλκινα κατώφλια» αποτυπώνουν τους σιδερένιους νόμους μιας εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Τα όποια «ρινίσματα κριτικής και σάτιρας» ή το γεγονός ότι «οι βασιλείς και οι ήρωες παρουσιάζονται γυμνοί» δεν ανασκευάζει την ουσία της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής βίας και κυρίως δεν πρέπει να επιτρέπει την εξοικείωση με τον παραλογισμό της εξουσίας τους. Καθώς όμως το παράλογο δεν αρκεί να το διαβλέπει ή να το ερμηνεύει κανείς, απαιτείται η απόφαση για να το ανατρέψει.