Μιλούν στον «Ριζοσπάστη» νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί για τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν
Ο Γιώργος κατάγεται από τις Σέρρες και ήρθε ως νεοδιόριστος εκπαιδευτικός στην Αθήνα. Περιγράφει λοιπόν την προσωπική του εμπειρία, που είναι αντίστοιχη με χιλιάδων άλλων συναδέλφων του:
«Ως νεοδιόριστος εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και με μισθό 787 ευρώ στην Αθήνα καλούμαι μαζί με πολλούς άλλους συναδέλφους μου να λύσω τη δύσκολη εξίσωση της διαβίωσης ή αλλιώς επιβίωσης στην πρωτεύουσα.
Το πρώτο σοκ που βιώνεις είναι να λύσεις την εξίσωση στο πρόβλημα της στέγασης. Να βρεις σπίτι κοντά στο σχολείο; Κοντά σε στάση μέσων μεταφοράς; Λίγο πιο μακριά μπας και είναι φθηνό;
Και όταν το βρεις μετά κόπων και βασάνων, συνειδητοποιείς πως το αποτέλεσμα είναι τα 2/3 του μισθού σου να φεύγουν στο ενοίκιο. Και τι να πρωτοπληρώσεις μετά; Τη ΔΕΗ, το σουπερμάρκετ, τη θέρμανση, τη μετακίνηση να πας σχολείο;
Το μόνο σίγουρο είναι τα δανεικά, η βοήθεια από γονείς, η δεύτερη δουλειά χειμώνα - καλοκαίρι. Ενα συνεχόμενο άγχος και μέσα σε όλα αυτά η υποχρηματοδότηση στα σχολεία σού υπαγορεύει να αγοράσεις τα εκπαιδευτικά σου εργαλεία για να ανταπεξέλθεις στη δουλειά σου. Φυσικά ούτε λόγος για "πολυτέλειες" όπως δαπάνες για ανάγνωση βιβλίων, πολιτισμό ή εξόδους!
Εδώ και τώρα χρειάζεται η κυβέρνηση, αν θέλει εμείς οι εκπαιδευτικοί να δουλεύουμε με αξιοπρέπεια, να παρέχει και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης των εκπαιδευτικών. Γιατί είμαστε ΕΜΕΙΣ που δίνουμε καθημερινά μεγάλο αγώνα για να στηρίξουμε το σχολείο, για να στηρίξουμε τους μαθητές μας».
Ακόμα πιο σύνθετες είναι οι δυσκολίες για τις γυναίκες εκπαιδευτικούς που γίνονται και μητέρες, όπως περιγράφει η Ολγα Τζίτζιου, που μένει με την οικογένειά της στην Πετρούπολη και διορίστηκε στην Ανατολική Αττική:
«Επιτέλους ήρθε ο διορισμός! Μετά από 7 χρόνια αναπληρώτρια... 7 χρόνια να μην ξέρεις κάθε χρόνο πότε και κυρίως πού θα βρίσκεσαι, να "τρέχεις" να προλάβεις να συγχρονιστείς με τους ρυθμούς του νέου σχολείου, των νέων μαθητών σου. Και μάλιστα τον τελευταίο χρόνο αποφασίζεις να μείνεις έγκυος, βιώνοντας για ακόμη μια φορά το άδικο πρόσωπο αυτού του συστήματος που κατατάσσει την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα της αναπληρώτριας ως... "δεύτερης κατηγορίας". Η αναπληρώτρια εγκυμονούσα αναγκάζεται να πηγαίνει σχολείο (ακόμα και θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του παιδιού της και τη δική της όταν πρόκειται για επαπειλούμενες εγκυμοσύνες) μιας και δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για άδειες για τις εγκυμονούσες αναπληρώτριες. Ακόμη, δεν υπάρχει καμία μέριμνα για την προστασία της μητρότητας μιας και στους πεντέμισι μήνες αφήνεις το βρέφος όπου και όπως βρεις, καθώς καλείσαι να επιστρέψεις στα εκπαιδευτικά σου καθήκοντα.
Και λες μετά από όλα αυτά πως τώρα που διορίστηκα θα επέλθει η αποκατάσταση αυτής της αδικίας και θα μπορέσω και εγώ να προγραμματίσω επιτέλους την επαγγελματική και προσωπική οικογενειακή ζωή μου.
Κι όμως δεν είναι έτσι! Γιατί και πάλι η νεοδιόριστη μητέρα θα αρκεστεί στους πεντέμισι μήνες που δεν πήρε ως αναπληρώτρια, μπακαλίστικα "ό,τι έμεινε" λες και η ανατροφή του παιδιού μας μπορεί να βασίζεται στο "ό,τι προαιρείσθε" και όχι με βάση τις πραγματικές ανάγκες μητέρας και παιδιού, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη η "θέση" του παιδιού σε κάποιο βρεφονηπιακό σταθμό.
Και τι πρόβλεψη υπάρχει όταν σε καλούν σε μια Πρωτοβάθμια, όπως εμένα σ' αυτήν της Ανατολικής Αττικής, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου; Ξεκινά και πάλι η αναζήτηση της ατομικής σου λύσης. Να νοικιάσω σπίτι μαζί με όλη την οικογένεια και ένα μωρό, εκεί κοντά στο σχολείο που θα δουλεύω; Αλλα έξοδα αυτά... Πότε θα καταφέρω να βρω σπίτι, όταν θα μάθω σε ποιο σχολείο θα δουλεύω δύο μέρες πριν παρουσιαστώ σε αυτό; Μήπως είναι καλύτερα να πηγαινοέρχεσαι κάθε μέρα δυο ώρες δρόμο και πώς θα βγουν τα έξοδα βενζίνες και διόδια;
Πότε τελειώνει αυτή η ομηρία όταν τον πρώτο χρόνο δεν δικαιούσαι να ζητήσεις καμιά υπηρεσιακή μεταβολή, ούτε βελτίωση ούτε μετάθεση ούτε τίποτα;
Βέβαια, για όλα αυτά που μας ταλαιπωρούν υπάρχει αιτία (η πολιτική της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων, του επιλεκτικά ανίκανου κράτους να εξασφαλίσει τις κοινωνικές ανάγκες του λαού), αλλά υπάρχει και η λύση: Η μάχη μέσα από το σωματείο μας για να υπερασπιστούμε και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας και τη ζωή που μπορούμε να έχουμε!».