Απειλές για στρατιωτική επέμβαση έσπευσε να εξαπολύσει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ!
Από τις κινητοποιήσεις στο Ιράν (φωτ. από την Τεχεράνη) |
Μετά την αρχική απεργία καταστηματαρχών και εμπόρων της Τεχεράνης την προηγούμενη Κυριακή εξαιτίας της μεγάλης υποτίμησης του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, στις κινητοποιήσεις προστέθηκαν οι φοιτητές πολλών πανεπιστημίων της Τεχεράνης και άλλων πόλεων, αλλά και εργαζόμενοι σε μια σειρά χώρους δουλειάς, οι οποίοι πραγματοποίησαν απεργίες και άλλες αγωνιστικές δράσεις ενάντια στις μεγάλες αυξήσεις των τιμών βασικών αγαθών.
Κάλεσμα αγωνιστικού συντονισμού απηύθυνε μεταξύ άλλων και η Ομοσπονδία Οδηγών Φορτηγών, ενώ οι εργάτες του διυλιστηρίου Kangan Petro-Refinery κατέβηκαν σε απεργία καταγγέλλοντας την απληρωσιά 4 μηνών.
Στις διαδηλώσεις ακούγονται επίσης συνθήματα ενάντια στο θρησκευτικό καθεστώς, καθώς και για τα δικαιώματα των γυναικών.
Παρά τη στάση «κατευνασμού» και «κατανόησης» των «νόμιμων αιτημάτων» που υιοθέτησε στις δηλώσεις του για τις κινητοποιήσεις ο Ιρανός Πρόεδρος, Μ. Πεζεσκιάν, οι διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν με απειλές και έντονη καταστολή σε όλη τη χώρα, με τις ιρανικές αρχές να επικαλούνται ότι μεταξύ των διαδηλωτών έχουν παρεισφρήσει κακοποιά στοιχεία ή και ξένοι πράκτορες.
Ιρανικά ΜΜΕ έκαναν λόγο για 6 νεκρούς από τις συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας, εκ των οποίων ο ένας ήταν μέλος της κρατικής πολιτοφυλακής Μπασίτζ.
Οι συλληφθέντες υπολογίζονταν από διεθνή πρακτορεία σε αρκετές δεκάδες. Σε αυτούς οι ιρανικές αρχές συμπεριέλαβαν, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο IRNA, 14 μέλη «εκπαιδευμένων και οργανωμένων τρομοκρατών» στην επαρχία Αλμπόρτζ.
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ σπεύδουν να αξιοποιήσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στο Ιράν, κλιμακώνοντας τις απειλές για εξαπόλυση νέων στρατιωτικών επιθέσεων, με πρόσχημα δήθεν... την προστασία των διαδηλωτών!
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ - την ίδια ώρα που στέλνει την Εθνοφρουρά και δυνάμεις καταστολής εναντίον κινητοποιήσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ - εξαπέλυσε σαφείς απειλές κατά του Ιράν, λέγοντας ότι «αν οι Αρχές του Ιράν πυροβολήσουν εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών και τους αντιμετωπίσουν βίαια, όπως συνηθίζουν, οι ΗΠΑ θα σπεύσουν να τους σώσουν. Είμαστε έτοιμοι και οπλισμένοι για να επέμβουμε!».
Λίγες μέρες πριν, κατά τη συνάντησή του στη Φλόριντα στις 29/12/2025 με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπ. Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε απειλήσει με νέες επιθέσεις κατά του Ιράν από ΗΠΑ και Ισραήλ, ως «απάντηση» στο ιρανικό βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα και τις πιθανές προσπάθειες αποκατάστασης του πυρηνικού προγράμματος μετά τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις τον Ιούνιο του 2025.
Απαντώντας στις νέες απειλές του Τραμπ, ο Αλί Λαριτζανί, στενός σύμβουλος του Ιρανού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, προειδοποίησε τις ΗΠΑ να μην αποτολμήσουν επίθεση στο Ιράν, αφήνοντας έμμεσες πλην σαφείς απειλές για τα αμερικανικά στρατεύματα στις δεκάδες στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή.
«Ο Τραμπ θα πρέπει να γνωρίζει πως η ανάμειξη των ΗΠΑ σε αυτό το εσωτερικό ζήτημα θα σημάνει αποσταθεροποίηση όλης της περιοχής και καταστροφή των συμφερόντων της Αμερικής. Οι Αμερικανοί θα πρέπει να γνωρίζουν πως ο Τραμπ ξεκίνησε αυτό τον τυχοδιωκτισμό. Θα πρέπει να ανησυχούν για την ασφάλεια των στρατιωτών τους», ανέφερε ο Λαριτζανί.
Το Κόμμα Τουντέχ του Ιράν σε ανακοίνωσή του στις 30 Δεκέμβρη χαιρετίζει τις λαϊκές κινητοποιήσεις και καταγγέλλει την καταστολή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Τονίζει ότι οι κύριες ρίζες των διαδηλώσεων πρέπει να αναζητηθούν στην κοινωνικοοικονομική πολιτική του ιρανικού καθεστώτος, «στην άνευ προηγουμένου εντατικοποίηση της φτώχειας, στον πληθωρισμό που υπερβαίνει το 40%, την απότομη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, την ανεξέλεγκτη άνοδο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, την εκτεταμένη διαφθορά (...) και τη συνέχιση των απάνθρωπων κυρώσεων που επιβάλλονται από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους τους».
Το Τουντέχ υπογραμμίζει ότι «χωρίς να προχωρήσουμε πέρα από αυτό το καθεστώς του θρησκευτικού δεσποτισμού και της κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου, δεν μπορεί να υπάρξει ελπίδα για τη βελτίωση των σημερινών συνθηκών», τόσο σε ό,τι αφορά τα οικονομικά προβλήματα του λαού, όσο και στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του.
Παράλληλα, προειδοποιεί τον λαό ενάντια «στον κίνδυνο της ξένης επέμβασης και της αντικατάστασης του σημερινού δεσποτισμού με μια άλλη αποσυντεθειμένη μορφή τυραννίας - αυτή που κυριαρχείται από υπηρέτες του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και του γενοκτονικού ισραηλινού καθεστώτος».
Τονίζει πως το Τουντέχ θα σταθεί μέσα στις τάξεις του λαού που διαμαρτύρεται και θα διαθέσει «όλη τη δύναμή του και την εμπειρία του» για διεύρυνση και κλιμάκωση των διαμαρτυριών, ώστε να μετασχηματιστούν «σε ένα ευρύ, λαϊκό κίνημα».
Προθυμία να παζαρέψει με τις ΗΠΑ μπίζνες στην Ενέργεια και σε άλλους τομείς εξέφρασε καθαρά ο σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ν. Μαδούρο, εν μέσω έντασης της επιθετικότητας της Ουάσιγκτον εναντίον της χώρας του.
«Αν θέλουν πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, η Βενεζουέλα είναι έτοιμη για επενδύσεις των ΗΠΑ, όπως γίνεται ήδη με τη "Chevron", όποτε θέλουν, όπου θέλουν και όπως θέλουν», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μαδούρο.
«Στις ΗΠΑ θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αν θέλουν ολοκληρωμένες συμφωνίες οικονομικής ανάπτυξης, η Βενεζουέλα επίσης "είναι εδώ", κάτι που έχω πει χίλιες φορές...», πρόσθεσε.
Αναφερόμενος στην «αντιμετώπιση των ναρκωτικών» - που οι ΗΠΑ αξιοποιούν ως πρόσχημα για τη μεγάλη επέκταση της στρατιωτικής τους παρουσίας στην Καραϊβική - δήλωσε: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το ξέρει, διότι το έχουμε πει σε πολλούς αντιπροσώπους της: Αν θέλουν να συζητήσουμε σοβαρά μια συμφωνία για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, είμαστε έτοιμοι». Επέμεινε δε ότι στη Βενεζουέλα «είμαστε θύματα της κολομβιανής διακίνησης ναρκωτικών».
Να σημειωθεί ότι ο Μαδούρο απέφυγε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει το αμερικανικό χτύπημα που φέρεται να σημειώθηκε πρόσφατα σε λιμενική εγκατάσταση της Βενεζουέλας. Πολύ αόριστα ανέφερε μόνο ότι «αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορεί να μιλήσουμε σε μερικές μέρες».
Παράλληλα, ο Βενεζολάνος Πρόεδρος είπε ότι δεν είχε άλλη συνομιλία με τον Τραμπ μετά από αυτή του περασμένου Νοέμβρη, την οποία περιέγραψε ως «ακόμα και ευχάριστη», αν και «οι εξελίξεις μετά τη συνομιλία δεν ήταν ευχάριστες».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες έγινε γνωστό ότι την Πρωτοχρονιά απελευθερώθηκαν 87 πολιτικοί κρατούμενοι, μετά τους 99 που είχαν αφεθεί ελεύθεροι επίσης τα Χριστούγεννα. Ολοι τους είχαν συλληφθεί μετά τις διαμαρτυρίες για τις προεδρικές εκλογές του 2024, με πολλές καταγγελίες για εκτεταμένη νοθεία.
Οι ανταγωνισμοί Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη ρίχνουν νέο «λάδι στη φωτιά» μεταξύ των δύο πρώην «συμμάχων» στην επέμβαση που ξεκίνησε η Σαουδική Αραβία στη χώρα το 2015, εναντίον των Χούθι του κινήματος «Ανσάρ Αλλάχ».
Ετσι, μετά τον βομβαρδισμό στις 30 Δεκέμβρη από σαουδαραβικές δυνάμεις στο λιμάνι Μουκάλα της νότιας Υεμένης, εναντίον τεθωρακισμένων οχημάτων και εξοπλισμών που είχαν ξεφορτώσει πλοία εμιρατινών συμφερόντων (με τη Σαουδική Αραβία να υποστηρίζει ότι προορίζονταν για τους υποστηριζόμενους από τα ΗΑΕ αυτονομιστές του «Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου»), τις επόμενες μέρες ακολούθησαν νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις από τις σαουδαραβικές δυνάμεις και τον «συνασπισμό» του οποίου ηγείται το Ριάντ.
Ο κυβερνήτης της επαρχίας Χαντραμούτ, Σαλίμ Αχμέντ Σαΐντ Αλ Χουνμπάσι, διορίστηκε από την κυβέρνηση του Προέδρου Αλίμι (υποστηρίζεται από το Ριάντ) ως «επικεφαλής των δυνάμεων Εθνικής Ασπίδας» στην περιοχή, και του δόθηκαν πλήρεις στρατιωτικές και διοικητικές εξουσίες για την «αποκατάσταση της έννομης τάξης και ασφάλειας».
Στη συνέχεια ο ίδιος ανακοίνωσε την έναρξη ...«ειρηνικής» στρατιωτικής επιχείρησης για την ανάκτηση του ελέγχου των στρατιωτικών βάσεων της επαρχίας, που διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου, μετά την εκεί προέλαση των δυνάμεων του «Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου» στις αρχές Δεκέμβρη.
Το πρωί της Παρασκευής Υεμενίτες φύλαρχοι υπό την άμεση καθοδήγηση του στρατού της Σαουδικής Αραβίας ξεκίνησαν αντεπιθέσεις κατά των δυνάμεων του «Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου».
Παράλληλα εξαπολύθηκαν αεροπορικές επιδρομές του «συνασπισμού» της Σαουδικής Αραβίας εναντίον θέσεων αυτονομιστών του νότου, σκοτώνοντας 7 ανθρώπους και τραυματίζοντας άλλους 20.
Κλιμακώνει το ισραηλινό κράτος - δολοφόνος τις επιθέσεις κατά του Λιβάνου και της Συρίας, με νέα ορμή μετά τη συνάντηση Νετανιάχου - Τραμπ στις 29 Δεκέμβρη.
Νέο μπαράζ ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών σημειώθηκαν σε νότιο και ανατολικό Λίβανο την Παρασκευή και παράλληλες ισραηλινές χερσαίες επιχειρήσεις ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στη νότια Συρία.
Προηγήθηκαν νεότερα ισραηλινά δημοσιεύματα για επικείμενες επιθέσεις και στις δύο χώρες.
Στις 31 Δεκέμβρη η ισραηλινή εφημερίδα «Maariv» μετέφερε εκτιμήσεις Ισραηλινών αξιωματούχων πως οι προσπάθειες των λιβανικών αρχών να «αφοπλίσουν» τη Χεζμπολάχ δεν ικανοποιούν τους όρους της συμφωνίας «εκεχειρίας». Το Ισραήλ αξιοποιεί αυτό το πρόσχημα για την κατάστρωση σχεδίων για κλιμάκωση των «διαθέσιμων επιλογών εξασθένισης» της Χεζμπολάχ, με πιθανότερη μία νέα «στρατιωτική επιχείρηση» μεγαλύτερης κλίμακας.
Είναι ενδεικτικό ότι μέσα στο 2025 παραβιάζοντας τη λεγόμενη εκεχειρία από ισραηλινά πυρά έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 330 Λιβανέζοι και έχουν τραυματιστεί εκατοντάδες άλλοι, ενώ χιλιάδες έχουν εκτοπιστεί.
Παράλληλα οι ισραηλινές απαιτήσεις για «αποστρατιωτικοποίηση» της Χεζμπολάχ εντείνουν τις ενδοαστικές αντιπαραθέσεις στον Λίβανο, αλλά και τις ανησυχίες για πυροδότηση ενός νέου εμφυλίου ιδιαίτερα εάν επιχειρηθεί αφοπλισμός της Χεζμπολάχ από τον στρατό.