Ο Γιάννης Ρίτσος, στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ το Σεπτέμβρη του '89 |
Η συλλογές που περιλαμβάνει ο ΙΔ' τόμος γράφτηκαν στο χρονικό διάστημα 1977-1980 και τιτλοφορούνται: «Κάποτε» (1977). «Πήλος», «Μικρή είσοδος», «Αντικαταστάσεις», «Ο κόσμος είναι ένας» (1978). «Δωμάτια μετ' επίπλων» (1978-1979). «Αξαφνα» (1979). «Εφυγαν» (1979-1980). «Εισπνοές», «Ισκιοι πουλιών» και «Το άγαλμα στη βροχή» (1980).
Πολλά ποιήματα του τόμου μαρτυρούν την εφ' όρου ζωής άσκησή του με την ποιητική τέχνη - όπου κι αν βρισκόταν (στην Αθήνα, στο Καρλόβασι, στον Κάλαμο, ακόμα και στο εξωτερικό) - του καθημερινού, δικού του «εργατικού οκτάωρου». Ο Ρίτσος ήξερε καλά την κακεντρεχή επίκριση κάποιων στο παρελθόν, κάποιων σήμερα (απόδειξη πρόσφατη κριτική για τον ΙΔ' τόμο σε πρωινή εφημερίδα), ίσως και στο μέλλον, με πρόθεση να μειώσουν την αξία και ακτινοβολία του έργου του, ότι ήταν «πολυγράφος». Ηξερε ότι κάποιοι «ανακάλυψαν» και θα «ανακαλύπτουν» ότι «αυτολογοκρινόταν» φοβούμενος μην κατηγορηθεί για ιδεολογική «απόκλιση» και «αίρεση», κι ότι ιδεολογικά «απογοητευμένος», έκανε με ποιήματά του «μια περίπου απόρρητη αυτοκριτική».
Να πώς απάντησε σε όλα αυτά ο ίδιος, περιγράφοντας, προπαραμονές του «φευγιού» του, πριν αρρωστήσει βαριά, την καθημερινή του ποιητική ενασχόλησή του: «Κάθουμαι, με ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι άσπρα χαρτιά - ένας γέροντας με χαρταετούς - και θυμάμαι, ονειρεύουμαι, στοχάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ' την κακοπάθεια τούτη η λέξη), και σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο "πολυγράφος", ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς του ανοίγουν - κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ' την ευτυχία της γ λ ώ σ σ α ς, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μα ποτέ δε χορταίνω. Ευχαριστώ είπα».
Ο,τι κι αν λένε... κάποιοι, εμείς θα τον ευχαριστούμε, θα «τρεφόμαστε» και δε θα «χορταίνουμε», με την ποιητική κληρονομιά, με το στοχασμό, με τις λέξεις που καλλιγράφησε, με την ευτυχία της γλώσσας που ένιωσε ο Γιάννης Ρίτσος και την αντιπρόσφερε στο λαό μας. Θα ευτυχούμε με λέξεις και εικόνες που έπλασε, σαν κι αυτές: «Ησυχα που βρέχει/ πάνω στους ώμους των πουλιών/ στους ώμους των λέξεων/ πλάι στη θάλασσα» (Κάλαμος, 9/10/1997). Θα συνεχίσουμε να βλέπουμε στις φωτογραφίες του, τη φυλαγμένη στα μάτια της ψυχής πολλών παλιών και νεολαίων συντρόφων του την εικόνα της μορφής του, όπως τη «ζωγραφίζει» στο παρακάτω ποίημά του (στη συλλογή «Κάποτε», γραμμένο στις 19/9/1977, μέρα του Φεστιβάλ της ΚΝΕ): «Βαθιά ανταπόκριση/ ο ουρανός φουσκώνει τα μαλλιά του/ κάθε του δάχτυλο ανεξάρτητο/ ξεχνάει τι ήταν/ ξεχνάει τι είναι/ τι θα 'ναι-/ μόνο σημαίες». Θα τον ξαναβλέπουμε σε αυτούς τους στίχους του: «Ευγενικά που μας χαιρέτησε/ με μια κίνηση της παλάμης-/ δεν ήξερες αν ερχόταν/ ή αν έφευγε» (23/10/1977). Θα βλέπουμε τον ποιητή, που αφάνταστα αγάπησε κάθε ομορφιά να «Κόβει μιαν ώρα/ του ποιήματος/ να φροντίσει/ το κίτρινο πουλί/ κι έναν κίτρινο πύργο/ μ' εφτά κλεισμένες αίθουσες/ κι ένα υπόγειο/ μ' εφτά σπασμένες άρπες/ κι ένα φλάουτο» (5/12/1977). Οι σύντροφοί του ξέρουν ότι στη μεταπολίτευση, εποχή έντονης ιδεολογικής πάλης, εκείνος «Ανάμεσα σε τόσες αρνήσεις/ βρήκε μια λέξη καταφατική/ δική του- / αυτήν που ανήκει/ σε όλους μας» (9/12/1977) και ότι «Με μια πράξη/ έσωσε τόσες λέξεις/ που ασύστολα ξόδευε/ χρόνια και χρόνια» (10/12/1977). Κι ακόμα, όσο κι αν κακοφαίνεται σε κάποιους, οι σύντροφοί του συνεχίζουν να συμφωνούν με το μήνυμά του: «Σημαίες και σκοτωμένοι/ σημαίες και ζωντανοί/ πάλι σημαίες/ σύντροφοι/ μόνο σημαίες».
«Η γυναίκα με το κίτρινο φόρεμα» |
Ζωγράφος του χρώματος, ενδιαφέρθηκε για όλες τις θεματικές: Ηθογραφία, γυμνό, ανθογραφία, τοπιογραφία, νεκρή φύση... Ομως, η ανθρώπινη μορφή και, ειδικά η γυναικεία, κυριάρχησε στην εικαστική της περιπλάνηση. Περιπλάνηση που ξεκίνησε εκθεσιακά το 1957, με τη συμμετοχή της στην Ε΄ Πανελλήνια Εκθεση στην Αθήνα και με την πρώτη ατομική της έκθεση και συνεχίστηκε έως το θάνατό της μέσα από 13 ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε πολλές ομαδικές.
Το λεύκωμα περιλαμβάνει κείμενα του Χρύσανθου Χρήστου, των Τάκη Σιδέρη και Αγάπης Καρακατσάνη. Στις σελίδες του φιλοξενούνται 200 περίπου φωτογραφίες έργων της, τα οποία ξεκινούν από τις πρώιμες εικαστικές της αναζητήσεις (σχέδια για το περιοδικό «Παρασκήνια» κ.ά.), συνεχίζουν με ζωγραφικές συνθέσεις που κινούνται στον ιμπρεσιονισμό και το φοβισμό, για να φτάσουν (τέλη δεκαετίας του '70), στην «ποιητική ατμόσφαιρα που εκπέμπουν οι νωχελικές γυναικείες φιγούρες μέσα σε δωμάτια ερωτικά, με ένα κρυφό άρωμα νοσταλγικής μελαγχολίας...».
Η Εύα Μπουλγουρά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (1917). Η οικογένειά της καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου. Μετά το 1922 κατέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Αρχές της δεκαετίας του '30 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ζωγράφιζε από μικρή, αλλά οι γονείς της της απαγόρευσαν να φοιτήσει στην ΑΣΚΤ, γεγονός που, όπως εξομολογήθηκε σε συνέντευξή της στην Ελένη Κυπραίου, «ήταν και θα είναι ο μεγάλος καημός της ζωής μου». Ετσι έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής κοντά στους Β. Γερμενή, Α. Βασιλικιώτη και γλυπτικής με τον Θ. Απάρτη.
«Μέσα στις μνήμες των παιδικών προσφυγικών αποσκευών, η Μπουλγουρά», σημειώνει ο Τάκης Σιδέρης, «κομίζει τις αιτίες και τα βοηθήματα για τα θέματα της ζωγραφικής της: Βαζάκια, κασετίνες, μπιζουτιέρες, γυαλιά γαλάζια με άνθη, κομπολόγια, τσίγκινες φρουτιέρες γεμάτες καρπούς και χρώματα... Χρώματα μιας ανατολίτικα σιγοψιθυριστής μελωδικότητας. Το ύφος της ελληνικότητας η Μπουλγουρά το είχε με μεγάλη επιμέλεια φυλαγμένο μέσα της και δε χρειάστηκε ποτέ να το ανακοινώσει».
Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται από την ασφάλεια του σχεδίου και την ποιότητα του χρώματος. Συνδυάζει τη σχηματοποίηση των μορφών - περισσότερο φανερή στα εσωτερικά της και στα κεφάλια των γυναικείων μορφών - με ιδιαίτερη έμφαση στις σχεδιαστικές αξίες και στον ιμπρεσιονιστικό χαρακτήρα του φωτός. Σε μερικές χαρακτηριστικές της προσπάθειες (εσωτερικά με γυναικείες μορφές) δημιουργεί σύνολα που διακρίνονται για την ποιητική φωνή τους.
Οπως σημειώνει η Αγάπη Καρακατσάνη, «αυτές οι γυναικείες μορφές έρχονται από τα βάθη του χρόνου, την προϊστορία, όταν η γυναίκα λατρεύτηκε ως η πηγή της ζωής και φτιάχτηκαν τα πρώτα ειδώλιά της».
«Από το 1981», γράφει στο λεύκωμα ο Χρ. Χρήστου, «όλο και περισσότερο η καλλιτεχνική δημιουργία της Μπουλγουρά στρέφεται στη γυναικεία μορφή, αλλά και στα εσωτερικά, συχνά σε συνδυασμούς των δύο αυτών θεματικών, για να δώσει έργα που αναμφίβολα διακρίνονται για την έκταση των συνδυασμών και τον πλούτο της ζωγραφικής γλώσσας».
«Η ζωγραφική της, στα πλαίσια των παραστατικών τάσεων», καταλήγει ο Χρ. Χρήστου, «διακρίνεται για την εσωτερικότητα και την πληρότητα της φωνής της. Στις προεκτάσεις του φοβισμού, με στοιχεία και ενός μεσογειακού εξπρεσιονισμού, διακρίνεται για τις καθαρά προσωπικές της διατυπώσεις. Πρόκειται για ζωγραφική με βιωμένες αφετηρίες, μουσική διάθεση, ρυθμική συγκρότηση και ποιητική φωνή».