Η κυβέρνηση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να εκτοξεύει απειλές στο Ιράν και υποτιθέμενες προσκλήσεις για «διάλογο», ενώ εντείνει τη στρατιωτική παρουσία ανοιχτά του Περσικού Κόλπου, ετοιμάζοντας την αρμάδα του αεροπλανοφόρου «USS Abraham Lincoln».
«Εχουμε μεγάλη αρμάδα κοντά στο Ιράν. Μεγαλύτερη απ' ό,τι στη Βενεζουέλα. Θέλουν να κλειστεί συμφωνία. Το ξέρω. Εχουν τηλεφωνήσει σε αρκετές περιπτώσεις. Θέλουν να μιλήσουμε», τόνισε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους του «Axios». Σύμφωνα με πηγές στην κυβέρνησή του, που μίλησαν στο «Axios» υπό τον όρο να μην κατονομαστούν, ο Τραμπ δεν έχει λάβει ακόμα οριστική απόφαση.
Παράλληλα ξεκίνησαν πολυήμερες ασκήσεις «αεροπορικής ετοιμότητας» με τη συμμετοχή δεκάδων αμερικανικών πολεμικών αεροσκαφών σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας και φυσικά της Μέσης Ανατολής, μια που η Κεντρική Διοίκηση του αμερικανικού στρατού για τη Μέση Ανατολή έχει υπ' ευθύνη της αμερικανικές δυνάμεις και βάσεις σε 21 χώρες.
Το ίδιο διάστημα το Ιράν προειδοποιεί με κάθε αφορμή όχι μόνο ότι είναι ετοιμοπόλεμο, αλλά και ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα έχει συνέπειες και σε χώρες της ευρύτερης περιοχής.
Χτες ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών προειδοποίησε ξανά ότι οι συνέπειες μιας επιδρομής στο Ιράν δεν θα περιοριστούν σε αυτόν που θα την πραγματοποιήσει, καθώς θα επιφέρει «μεταδοτικές επιπτώσεις». «Οι χώρες της περιοχής γνωρίζουν πως οποιαδήποτε παραβίαση ασφαλείας δεν θα περιοριστεί στο Ιράν. Θα επηρεάσει την περιοχή και όχι μόνο το Ιράν. Η έλλειψη ασφαλείας είναι μεταδοτική», είπε ο εκπρόσωπος, Εσμαήλ Μπαγκαΐ.
Στο μεταξύ ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Ναΐμ Κασέμ, δήλωσε σε νέο διάγγελμά του το βράδυ της Δευτέρας ότι η οργάνωσή του δεν θα παραμείνει «ουδέτερη» σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης στο Ιράν. Αμέσως μετά όμως πρόσθεσε ότι το πότε ακριβώς θα επιλέξει η Χεζμπολάχ να αντιδράσει είναι κάτι που θα το κρίνει η διοίκησή της.
«Οταν ο Τραμπ απειλεί τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμανεΐ, απειλεί και δεκάδες εκατομμύρια που τον ακολουθούν», είπε ο αρχηγός της Χεζμπολάχ, συμπληρώνοντας ότι η οργάνωση ανησυχεί για τις απειλές που εκτοξεύουν οι ΗΠΑ και τις λογαριάζει ως απειλές «σε μας και στη θρησκεία μας».
Παράλληλα με τις εξελίξεις σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, δρομολογούνται εξελίξεις και στον τομέα της δοκιμαζόμενης ιρανικής καπιταλιστικής οικονομίας.
Το νόμισμα του Ιράν έκανε χτες ξανά «βουτιά», στο ιστορικό χαμηλό των 1.500.000 ριάλ ανά δολάριο ΗΠΑ, λίγες βδομάδες μετά τις διαμαρτυρίες που συγκλόνισαν τη χώρα. Οι «δυτικές» κυρώσεις και η διαχείριση του καπιταλισμού από το θεοκρατικό καθεστώς έχουν οξύνει τα λαϊκά προβλήματα και τη διεύρυνση της φτώχειας.
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, προχτές ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι δήλωσε ότι θα προτείνει στους ομολόγους του στην ΕΕ να συμπεριλάβουν τους Ιρανούς «Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης» στη μαύρη λίστα των «τρομοκρατικών οργανώσεων».
Ως πρόσχημα επικαλέστηκε υποκριτικά τις πολύνεκρες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ιράν, λέγοντας: «Οι απώλειες που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων απαιτούν σαφή απάντηση».
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι αποδεικνύεται ότι βρίσκονται θαμμένοι στα συντρίμμια των κτιρίων της Γάζας |
Στο φόντο της ατέλειωτης λίστας θυμάτων της ισραηλινής γενοκτονίας στη Γάζα, η Χαμάς ανακοίνωσε χτες πως επιδιώκει την ενσωμάτωση 10.000 αστυνομικών στη νέα παλαιστινιακή διοίκηση τεχνοκρατών που δρομολογήθηκε μέσω του άθλιου σχεδίου των ΗΠΑ για τη λεγόμενη «ανοικοδόμηση».
Το αίτημα δεν αποκλείεται να προκαλέσει την αντίθεση του Ισραήλ, το οποίο (μετά την παράδοση του τελευταίου αιχμαλώτου από τη Χαμάς) θεωρεί πως ήρθε η ώρα για την αποστρατιωτικοποίηση της Χαμάς και όχι για ανοικοδόμηση.
Το πρακτορείο Reuters επικαλέστηκε επιστολή της Χαμάς προς το προσωπικό της στη Γάζα, που ανέφερε πως κλήθηκαν πάνω από 40.000 δημοτικοί υπάλληλοι και στελέχη ασφαλείας (αστυνομικοί) να συνεργαστούν με τη λεγόμενη «Εθνική Επιτροπή για τη Διοίκηση της Γάζας» (NCAG) με επικεφαλής τον Αλι Σάαθ. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και αστυνομική δύναμη των περίπου 10.000 ανδρών που λειτουργούσε υπό τη Χαμάς.
Νέο γύρο συνομιλιών ξεκινά το επόμενο διάστημα το Ισραήλ με τις ΗΠΑ, προκειμένου να εξασφαλίσει την ανανέωση του 10ετούς συμφώνου «ασφαλείας», που αφορά στην ουσία τη συνέχιση των αμερικανικών στρατιωτικών εξοπλισμών για την εξαπόλυση των επόμενων πολέμων του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ο επικεφαλής χρηματοπιστωτικός σύμβουλος των πολεμικών βιομηχανιών του Ισραήλ, Γκιλ Πίντσας, μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα «Financial Times» πριν αποχωρήσει από το πόστο του, δήλωσε πως το Ισραήλ σκοπεύει να θέσει σε προτεραιότητα «αμυντικά σχέδια και κοινοπραξίες αμυντικού χαρακτήρα» που θα απαιτήσουν (αμερικανικά...) κεφάλαια ύψους 3,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Τα κεφάλαια αυτά ωστόσο δεσμεύουν το Ισραήλ να τα ...επιστρέψει σε αμερικανικές πολεμικές βιομηχανίες. Το 2016 ΗΠΑ και Ισραήλ είχαν υπογράψει Μνημόνιο Κατανόησης για την παροχή 38 δισ. δολαρίων «αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας» έως τον Σεπτέμβριο του 2028, 33 δισ. δολαρίων σε επιχορηγήσεις για αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού και άλλα 5 δισ. δολαρίων για την αγορά πυραυλικών αμυντικών συστημάτων.
Με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν αναμένεται να συναντηθεί σήμερα Τετάρτη στη Μόσχα ο Σύρος τζιχαντιστής Πρόεδρος Αχμεντ Αλ Σαράα. Πρόκειται για τη δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών μετά την ανατροπή του Μπασάρ Αλ Ασαντ, συμμάχου του Κρεμλίνου, τον Δεκέμβρη του 2024.
Η συνάντηση αυτή θα πραγματοποιηθεί καθώς η Μόσχα επιδιώκει να διατηρήσει τις στρατιωτικές της βάσεις σε Ταρτούς και Λαττάκεια, και καθώς ο Σαράα ελπίζει να εξασφαλίσει την έκδοση του Ασαντ, που ζει εξόριστος στη Ρωσία μετά την κατάρρευση της κυβέρνησής του.
Η Ρωσία ήταν βασικός σύμμαχος του Ασαντ και επενέβη στρατιωτικά στη Συρία το 2015 για να υποστηρίξει τις κυβερνητικές δυνάμεις εναντίον των τζιχαντιστών, συμπεριλαμβανομένου του νυν Προέδρου, που τότε ήταν αρχηγός παρακλαδιού της «Αλ Κάιντα».
Προ ημερών η Ρωσία, που διαθέτει στρατιωτικές βάσεις στη Συρία, απέσυρε τις δυνάμεις και τα όπλα της από το αεροδρόμιο του Καμισλί στην αυτόνομη κουρδική περιοχή της βορειοανατολικής Συρίας, όπου διατηρούσε μια μικρή εγκατάσταση.
Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία και ΗΠΑ κάλεσαν χτες την κυβέρνηση του Σαράα και τους Κούρδους μαχητές των «Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων» (SDF) «να αποφύγουν οποιοδήποτε κενό ασφαλείας» το οποίο θα ευνοούσε τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους».
Σε κοινή ανακοίνωση των υπουργών Εξωτερικών των τεσσάρων χωρών επισημαίνεται η ανάγκη «να διατηρηθούν και να επικεντρωθούν οι συλλογικές προσπάθειες στην καταπολέμηση του Νταές» (ακρωνύμιο του «Ισλαμικού Κράτους» στα Αραβικά).
Οι τέσσερις αξιωματούχοι κάλεσαν επίσης τις εμπόλεμες πλευρές «να συμφωνήσουν γρήγορα σε μια μόνιμη εκεχειρία και μόλις καταστεί δυνατό να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις για την ειρηνική και διαρκή ενσωμάτωση του βορειοανατολικού τμήματος της Συρίας στους κόλπους ενός ενιαίου και κυρίαρχου συριακού κράτους, που σέβεται και προστατεύει αποτελεσματικά τα δικαιώματα όλων των πολιτών του».
Η επίθεση την οποία ξεκίνησε με επιτυχία ο συριακός στρατός υπό τις εντολές του τζιχαντιστή Προέδρου κατά των εδαφών που μέχρι τώρα ελέγχονταν από τον συνασπισμό των SDF, στον οποίο κυριαρχούν οι Κούρδοι, προκάλεσε μεγάλες ανησυχίες σε σχέση με τους καταυλισμούς και τις φυλακές στη βορειανατολική Συρία, όπου από το 2019 κρατούνται χιλιάδες τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους» και οι οικογένειές τους.
Για να αποτραπούν αποδράσεις οι ΗΠΑ άρχισαν να μεταφέρουν φυλακισμένους, μεταξύ τους και Ευρωπαίους, προς το γειτονικό Ιράκ. Ο αμερικανικός στρατός δήλωσε ότι θέλει να μεταφέρει έως 7.000 υπόπτους του «Ισλαμικού Κράτους».
Αφημένοι στην τύχη τους και στο πολικό ψύχος (με θερμοκρασίες -30 ή και -50 βαθμούς Κελσίου) που πλήττει τις τελευταίες μέρες σχεδόν τα δύο τρίτα των ΗΠΑ παραμένουν δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανοί. Εως χτες το μεσημέρι είχε καταγραφεί ο θάνατος τουλάχιστον 30 ανθρώπων (κυρίως σε Νέα Υόρκη, Λουιζιάνα, Μασαχουσέτη, Οχάιο, Τέξας, Τενεσί, Μισισίπι, Νιου Τζέρσεϊ, Νότια Καρολίνα, Κεντάκι) είτε από το ψύχος, είτε από τροχαία και άλλα δυστυχήματα που προκάλεσε η κακοκαιρία.
Αργά προχτές βράδυ πάνω από 560.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις παρέμεναν δίχως ρεύμα σε Μασαχουσέτη, Οχάιο, Αρκάνσας και Τέξας.
Στην πόλη της Νέας Υόρκης, το χιόνι σε πολλές συνοικίες έφθασε τα 38 κ. εκατοστά, με αποτέλεσμα πολλά σχολεία να κλείσουν και να κάνουν τα μαθήματα από το σπίτι μέσω τηλεκπαίδευσης.
Στο Μισισίπι οι αρχές πάλευαν να εξασφαλίσουν επαρκή αποθέματα σε κουβέρτες, παπλώματα, εμφιαλωμένο νερό και γεννήτριες σε γυμναστήρια και σχολεία που είχαν μετατραπεί σε κοινοτικά καταφύγια για τις πιο ευάλωτες ομάδες πληθυσμού που δεν είχαν τα οικονομικά μέσα για να θωρακίσουν τα σπιτικά τους απέναντι στο χειρότερο σύστημα χιονιά που έπληξε την πολιτεία από το 1994.
Σε διάφορα αεροδρόμια των ΗΠΑ που πλήττονται από την κακοκαιρία ανακοινώθηκε πως μέσα στο τελευταίο 24ωρο ακυρώθηκαν πάνω από 12.000 πτήσεις.