Με φόντο την ένταση των αντιθέσεων στο ευρωατλαντικό μπλοκ
2026 The Associated Press. All |
Στιγμιότυπο από τη χτεσινή τελετή στο Νέο Δελχί |
«Η ΕΕ και η Ινδία γράφουν Ιστορία», δήλωσε χθες η πρόεδρος της Κομισιόν, Ουρσουλα φον ντερ Λάιεν, μιλώντας για «μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου 2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων» που δημιουργείται πλέον, ενώ «το καλύτερο από όλα είναι ότι αυτή είναι μόνο η αρχή - θα χτίσουμε πάνω σε αυτήν την επιτυχία και θα ενισχύσουμε τη σχέση μας για να γίνει ακόμα πιο δυνατή».
Από τη μεριά του ο Ινδός πρωθυπουργός Ν. Μόντι είπε πως «στον κόσμο λένε ότι πρόκειται για τη συμφωνία όλων των συμφωνιών», εξηγώντας ότι πρόκειται για συμφωνία που «καλύπτει περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 1/3 του παγκόσμιου εμπορίου».
Η φον ντερ Λάιεν επεσήμανε χαρακτηριστικά ότι «η ΕΕ υπολογίζει να επωφεληθεί από το πιο υψηλό επίπεδο πρόσβασης που έχει δοθεί ποτέ σε εμπορικό εταίρο στην παραδοσιακά προστατευόμενη ινδική αγορά», ενώ ήδη εκτιμήσεις αναφέρουν ότι τα επόμενα χρόνια οι εξαγωγές της ΕΕ μπορεί ακόμα και να διπλασιαστούν, προσφέροντας στις Βρυξέλλες «σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», ειδικά «στον βιομηχανικό και στον αγροδιατροφικό τομέα».
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της ΕΕ, η συμφωνία συνεπάγεται για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές μειώσεις δασμών που η Ινδία δεν είχε δώσει σε κανέναν από τους εμπορικούς της εταίρους. «Για παράδειγμα, οι δασμοί στα αυτοκίνητα μειώνονται σταδιακά από το 110% στο 10%, ενώ θα καταργηθούν πλήρως για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων μετά από 5 έως 10 χρόνια. Οι δασμοί που κυμαίνονται έως και 44% στα μηχανήματα, 22% στα χημικά και 11% στα φαρμακευτικά προϊόντα επίσης θα καταργηθούν ως επί το πλείστον».
Η Ινδία, που πλέον είναι η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, με 1,4 δισ. κατοίκους, είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο, με ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 8%, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι σύντομα θα ενταχθεί στην ομάδα των τεσσάρων ισχυρότερων χωρών του κόσμου, εκτοπίζοντας στην 5η θέση την Ιαπωνία.
Ο βρετανικός «Guardian» σε ανάλυσή του τόνιζε χτες ότι οι συνομιλίες είχαν «βαλτώσει» σχετικά, λόγω διαφωνιών που αφορούσαν την εμπορία οχημάτων, γαλακτοκομικών και αγροτικών προϊόντων, αλλά «επαναλήφθηκαν το 2022 και επιταχύνθηκαν ρωμαλέα το τελευταίο εξάμηνο, μπροστά στους βαρείς δασμούς της κυβέρνησης του Ντ. Τραμπ στις ΗΠΑ, και τις κοινές ανησυχίες για το μονοπώλιο της Κίνας στην παγκόσμια παραγωγή και τους περιορισμούς της σε κρίσιμες εξαγωγές».
Ερευνες σε βάρος ανώτατων στρατιωτικών στην Κίνα
Την ετοιμότητα της Ιαπωνίας να αναπτύξει και στρατιωτική δράση για τη διασφάλιση των συμφερόντων της στην περιοχή επιβεβαίωσε χτες η πρωθυπουργός, Σανάε Τακαΐτσι, που επανήλθε με νέες δηλώσεις για την Ταϊβάν, έπειτα από όσα είχε πει και τον Νοέμβρη, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Κίνας.
Μιλώντας στο δίκτυο Asahi, η Τακαΐτσι είπε ότι «εάν συμβεί κάτι σοβαρό» στην Ταϊβάν, «θα πρέπει να πάμε για να σώσουμε τους Ιάπωνες και Αμερικανούς πολίτες» και «σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις όπου αναλαμβάνουμε κοινή δράση».
Συνέχισε δε υπερθεματίζοντας για τη συμμαχία της χώρας της με τις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας: «Και εάν οι δυνάμεις των ΗΠΑ, ενεργώντας από κοινού με εμάς, δεχτούν επίθεση και η Ιαπωνία δεν κάνει τίποτα και απλώς τρέξει μακριά, η συμμαχία Ιαπωνίας - ΗΠΑ θα κατέρρεε. Επομένως, θα απαντούσαμε αυστηρά εντός των ορίων του νόμου (...) ενώ θα κάνουμε μια συνολική κρίση με βάση το τι συμβαίνει στο πεδίο».
Υπενθυμίζεται ότι τον Νοέμβρη η Γιαπωνέζα πρωθυπουργός, όταν ρωτήθηκε ποιες εξελίξεις στην Ταϊβάν θα συνιστούσαν «κατάσταση απειλητική για την επιβίωση» της Ιαπωνίας, είπε ότι «αν υπάρξουν πολεμικά σκάφη και χρήση βίας (σ.σ. σε μια κινεζική επέμβαση στην Ταϊβάν), οτιδήποτε κι αν σκεφτείτε, η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να είναι απειλητική για την επιβίωση της Ιαπωνίας». Ετσι, με βάση και τα όσα προβλέπει ο Νόμος για την Ασφάλεια που τέθηκε σε ισχύ το 2015, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για «ενεργοποίηση» των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ υπερασπιζόμενη τις επόμενες μέρες την τοποθέτησή της είχε πει ότι ήταν «συνεπής με την παραδοσιακή θέση της κυβέρνησης».
Την έντονη αντίδραση της Κίνας μετέφερε και χτες ο εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ, Γκούο Ζιακούν, που μεταξύ άλλων θύμισε ότι η Κοινή Δήλωση Κίνας - Ιαπωνίας του 1972 αναφέρει πως «η Ταϊβάν είναι αναφαίρετο μέρος της επικράτειας της Κίνας και (οι δύο πλευρές) κατανοούν πλήρως αυτή την στάση της κυβέρνησης της Κίνας».
Πρόσθεσε ότι «η ιαπωνική πλευρά δεν είναι σε θέση να παρέμβει στις υποθέσεις της περιοχής της Ταϊβάν της Κίνας» και μίλησε για «φιλοδοξίες των δεξιών δυνάμεων στην Ιαπωνία» που προσπαθούν «να προκαλέσουν ανταγωνισμό, να δημιουργήσουν προβλήματα και να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να συνεχίσουν να επαναστρατιωτικοποιούν την Ιαπωνία και να αμφισβητήσουν τη μεταπολεμική διεθνή τάξη».
Κατηγόρησε δε το Τόκιο ότι απειλεί «σοβαρά την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα και την πολιτική βάση των σχέσεων Κίνας - Ιαπωνίας».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο υπουργός Αμυνας της Κίνας, Ντονγκ Τζουν, σε προχτεσινή τηλεφωνική επικοινωνία τόνισε στον Ρώσο ομόλογό του Α. Μπελαούσοφ ότι «η Κίνα είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με τη Ρωσία για την ουσιαστική εφαρμογή της σημαντικής συναίνεσης που επιτεύχθηκε από τους αρχηγούς των δύο κρατών, την ενίσχυση του στρατηγικού συντονισμού και τον εμπλουτισμό της συνεργασίας».
Την έναρξη έρευνας σε βάρος δύο ανώτερων στρατιωτικών αξιωματούχων, του Zhang Youxia και του Liu Zhenli, ανακοίνωσε η κυβέρνηση της Κίνας.
Ο Zhang είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του κυβερνώντος κόμματος και αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, ενώ ο Liu είναι μέλος της Kεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής και αρχηγός του Κοινού Επιτελείου της Kεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.
Η εφημερίδα του κινεζικού στρατού (PLA Daily) κάνει λόγο για «πόλεμο κατά της διαφθοράς στον στρατό» και ανέφερε ότι οι δύο αξιωματούχοι «είναι ύποπτοι για σοβαρές παραβιάσεις της πειθαρχίας και του νόμου» και έχουν προκαλέσει σοβαρή ζημιά μεταξύ άλλων στη συνολική ετοιμότητα μάχης του στρατού, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα.
Η αμερικανική «Γουόλ Στριτ Τζούρναλ» μετέδωσε ότι η έρευνα για τον Youxia αφορά και κατηγορίες για παροχή μυστικών πληροφοριών στις ΗΠΑ, σχετικά με το πυρηνικό οπλοστάσιο της Κίνας, αλλά και ότι εντάσσεται στην εκστρατεία «εκκαθάρισης» κατά των διεφθαρμένων στοιχείων στη στρατιωτική ηγεσία της Κίνας, που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και κάποιους μήνες.
Αλλα «δυτικά» ΜΜΕ ανέφεραν ότι υπό έρευνα τελεί μεγάλο ποσοστό της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας της Κίνας.
Στο Πεκίνο σήμερα ο Βρετανός πρωθυπουργός
Σε υψηλό τετραετίας έφτασαν οι επενδύσεις γερμανικών εταιρειών στην Κίνα το 2025, σύμφωνα με στοιχεία που συγκεντρώθηκαν για το «Reuters» και αποτυπώνουν μια σημαντική πλευρά του «εμπορικού πολέμου» ΗΠΑ - ΕΕ και των αμερικανικών δασμών σε ευρωπαϊκά εμπορεύματα.
Τα στοιχεία του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου, IW, δείχνουν ότι οι επενδύσεις στην Κίνα αυξήθηκαν σε πάνω από 7 δισ. ευρώ (8 δισ. δολάρια) την περίοδο Γενάρη - Νοέμβρη του 2025, καταγράφοντας άνοδο 55,5% σε σύγκριση με τα 4,5 δισ. ευρώ των ετών 2024 και 2023.
Η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ στρέφεται για άλλη μια φορά προς την Κίνα, παρότι ο ανταγωνισμός και από τους κινεζικούς μονοπωλιακούς ομίλους είναι σφοδρός.
Μάλιστα το συνολικό ύψος των επενδύσεων για το 2025 ξεπερνά τον μέσο όρο των 6 δισ. ευρώ της περιόδου 2010 - 2024, σύμφωνα με την έκθεση του IW.
Παράλληλα, οι γερμανικές εταιρείες σχεδόν υποδιπλασίασαν τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του Τραμπ, μετέδωσε το «Reuters» την περασμένη βδομάδα.
«Οι γερμανικές εταιρείες συνεχίζουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στην Κίνα, και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό», δήλωσε στο «Reuters» ο Γ. Μάτεζ, επικεφαλής διεθνούς οικονομικής πολιτικής στο IW, αποδίδοντας την τάση αυτή στην ενίσχυση των τοπικών αλυσίδων εφοδιασμού.
Η μεταστροφή αυτή οφείλεται επίσης σε ανησυχίες «για γεωπολιτικές συγκρούσεις», οι οποίες ωθούν τις εταιρείες να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Κίνα, ώστε να μπορούν να λειτουργούν πιο ανεξάρτητα σε περίπτωση σοβαρών εμπορικών διαταραχών, ανέφερε ο Μάτεζ. «Πολλές εταιρείες λένε: Αν παράγω μόνο στην Κίνα για την κινεζική αγορά, μειώνω τον κίνδυνο να επηρεαστώ από ενδεχόμενους δασμούς και περιορισμούς στις εξαγωγές».
Ταυτόχρονα, βέβαια, πρόκειται για τάση που επιδεινώνει τη μείωση επενδύσεων στη γερμανική αγορά και μεγαλώνει το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας με την Κίνα.
Το 2025 η Κίνα ανέκτησε τη θέση του κορυφαίου εμπορικού εταίρου της Γερμανίας, ενώ αυξάνονται οι εισαγωγές κινεζικών προϊόντων ή προϊόντων που παράγονται στην Κίνα.
Γερμανικές εταιρείες, από την BASF και τη «Volkswagen» μέχρι την «Infineon» και τη «Mercedes-Benz», παραμένουν σε μεγάλο βαθμό «εξαρτημένες» από την κινεζική αγορά, όπου πωλείται το μεγαλύτερο μέρος των αυτοκινήτων και των χημικών προϊόντων παγκοσμίως.
Από την πλευρά της και η Βρετανία επιδιώκει επιχειρηματικές συμφωνίες με τα κινεζικά μονοπώλια, και σήμερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ μεταβαίνει στην Κίνα με αντιπροσωπεία, επιδιώκοντας να συνάψει περισσότερες επιχειρηματικές συμφωνίες, από τον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας έως τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Αντίστοιχα, και ο Καναδάς επιδιώκει να επεκτείνει τις εμπορικές του συμφωνίες με την Κίνα και την Ινδία.
Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης βρίσκονται περιοχές στη νότια Ιταλία, μετά το κύμα κακοκαιρίας που έπληξε περιοχές της και κυρίως τη Σικελία, όπου προκάλεσε ιδιαίτερα εκτεταμένες κατολισθήσεις, με πολλά σπίτια να γλιστράνε στο κενό ή να αιωρούνται στον γκρεμό.
Στην πόλη Νισιέμι, η κατολίσθηση μήκους 4 χλμ. που απειλεί την περιοχή έχει προκαλέσει ανησυχία, καθώς το φαινόμενο επανεμφανίστηκε μετά από 32 χρόνια. Η Πολιτική Προστασία προειδοποίησε για την αυξανόμενη ανάγκη για βοήθεια, καθώς οι εκκενώσεις συνεχίζονται και η κατάσταση επιδεινώνεται. Στη Νισιέμι, περίπου 1.000 άτομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ η κυκλοφορία στη γύρω περιοχή είναι περιορισμένη.
Η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Καλαβρία, που επλήγησαν από τον κυκλώνα «Χάρι», με αρχική χρηματοδότηση 100 εκατ. ευρώ.
Ο πρόεδρος της περιφέρειας Σικελίας εκτίμησε ότι οι ζημιές μόνο στη Σικελία ανέρχονται σε 1,5 δισ. ευρώ.