Κάλεσμα για καθολική συμμετοχή από την Επιτροπή Αγώνα
Η Επιτροπή Αγώνα τονίζει ότι η κυβέρνηση συνεχίζει την επίθεση στο εισόδημα, με την πρόταση νόμου που ετοιμάζει για «λαϊκές αγορές μόνο για παραγωγούς». Θυμίζει ότι είναι «ξαναζεσταμένη σούπα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ», για λαϊκές αγορές χωρίς επαγγελματίες.
Επίσης, η κυβέρνηση υποχρεώνει τη μετατροπή όλων των αδειών σε ψηφιακές το αργότερο σε 5 χρόνια, μέσω της πλατφόρμας του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος «Ανοιχτή Αγορά», ενώ θεσμοθετεί και νέο χαράτσι 3% επί του ημερήσιου τέλους υπέρ της συνομοσπονδίας (διατηρεί και το 5% υπέρ των ομοσπονδιών).
Η Επιτροπή Αγώνα αναδεικνύει ότι πρόκειται για ρυθμίσεις που δεν αλλάζουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα του νόμου 4849/21. Και ξεκαθαρίζει: «Δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε μειωμένες τιμές στους καταναλωτές μέσω του "ανταγωνισμού", γιατί όχι μόνο δεν μειώνουν το κόστος παραγωγής, αλλά θα αυξήσουν τις επιβαρύνσεις προς τους πωλητές, θα σφίξουν ακόμα περισσότερο τη θηλιά των ψηφιακών ελέγχων, των εξοντωτικών προστίμων.
Με λίγα λόγια, θα προσαρμόσουν με ακόμα πιο γοργούς ρυθμούς τις λαϊκές αγορές σε ένα ακόμα πιο "επιχειρηματικό" μοντέλο, μακριά από τον κοινωνικό τους ρόλο να προσφέρουν φτηνά και καλής ποιότητας προϊόντα στους εργαζομένους και να αποτελούν μια διέξοδο για τη μικρή αγροτική παραγωγή.
Σε συνδυασμό με τη νέα ΚΑΠ και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα βρεθούμε σε νέα αδιέξοδα».
Μάλιστα η Επιτροπή Αγώνα αναδεικνύει την υποκρισία της κυβέρνησης, που από τη μία θεσμοθετεί τις λεγόμενες «λαϊκές αγορές μόνο για παραγωγούς», τάχα για να μειώσει τις τιμές των προϊόντων, και από την άλλη «συνυπογράφει συμφωνίες τύπου Mercosur, οι οποίες θα πλημμυρίσουν την αγορά με αμφιβόλου ποιότητας προϊόντα, βγάζοντας από τη μέση τους βιοπαλαιστές αγρότες και παραγωγούς, προς όφελος των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων».
«Η μάχη που έχουμε μπροστά μας δεν είναι εύκολη, αλλά ο δρόμος του αγώνα είναι η μόνη επιλογή», τονίζεται στο απεργιακό κάλεσμα, με την Επιτροπή Αγώνα να καλεί τους πωλητές να αξιοποιήσουν την πολύτιμη πείρα των αγροτών, που βρίσκονται ήδη έναν μήνα στα μπλόκα: «Αντιμετώπισαν την κρατική καταστολή, τον "κοινωνικό αυτοματισμό", τις προσπάθειες διάσπασης που επιχείρησε η κυβέρνηση. Αυτά όλα δεν έγιναν ούτε μονομιάς, ούτε αυτόματα. Προηγήθηκαν μαζικές Γενικές Συνελεύσεις σε κάθε Αγροτικό Σύλλογο, σε κάθε Ομοσπονδία, σε κάθε μπλόκο και στις πανελλαδικές συσκέψεις. Εξηγήθηκαν τα αιτήματα, ενημερώθηκαν τα μέλη, πάρθηκαν αποφάσεις οργάνωσης του αγώνα σε κάθε επίπεδο. Κάθε Σύλλογος, κάθε Ομοσπονδία πήρε πρωτοβουλίες κινητοποίησης, κάλεσε εργατικά σωματεία και άλλους τοπικούς φορείς σε συμπαράσταση».
Γι' αυτό και η Επιτροπή Αγώνα καλεί κάθε Ομοσπονδία και κάθε σωματείο με μαζικές διαδικασίες να πάρει μέτρα για την επιτυχία της απεργίας: «Να συνεδριάσουν μάχιμα τα Διοικητικά Συμβούλια, να βγουν άμεσα ανακοινώσεις. Κάθε Ομοσπονδία και σωματείο να ορίσει σημεία συνάντησης και συγκεντρώσεων».
«Αρκετά ματώσαμε για τα κέρδη των μεγαλεμπόρων και των σούπερ μάρκετ», τονίζεται στο κάλεσμα, με τις διεκδικήσεις για την προστασία του εισοδήματος να περιλαμβάνουν:
Να πάρει πίσω η κυβέρνηση τα ψηφιακά δελτία αποστολής για τις λαϊκές αγορές. Κατάργηση του νέου φορολογικού νόμου και κάθε είδους τεκμηρίου φορολόγησης, μοναδική πηγή φορολόγησης τα βιβλία εσόδων εξόδων. Αφορολόγητο όριο 12.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 3.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο. Προοδευτική αύξηση φορολογίας στο 45% για το μεγάλο κεφάλαιο. Μέτρα μείωσης του κόστους παραγωγής: Αφορολόγητο πετρέλαιο, μείωση της τιμής του ρεύματος, πλαφόν 0,07 ευρώ ανά κιλοβατώρα, κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, του προστίμου ρύπων και του ΦΠΑ σε μέσα - εφόδια. Δραστική μείωση του ημερήσιου τέλους, αποσύνδεση της επαγγελματικής άδειας από τα χρέη του επαγγελματία, διαγραφή χρεών για τους μικρούς επαγγελματίες και τα λαϊκά νοικοκυριά σε εφορία, τράπεζες, δήμους. Οχι στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κατώτατες εγγυημένες τιμές που να ανταποκρίνονται στο κόστος παραγωγής, και να διασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης και προσιτές τιμές των προϊόντων στη λαϊκή κατανάλωση.
Στα σκαριά έχει η κυβέρνηση το επόμενο βήμα προς την ολοκληρωτική μετατροπή των δημόσιων νοσοκομείων σε αυτοχρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις, με έσοδα από το επιπλέον ξεζούμισμα των ασθενών, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τις ορέξεις των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών για αύξηση της κερδοφορίας τους πάνω στον ανθρώπινο πόνο.
Οπως ανέφερε σε συνέντευξή του ο υπουργός Υγείας Αδ. Γεωργιάδης, «δεν έχουν ενσωματωθεί οι συμπράξεις (ΣΔΙΤ) που επιθυμούμε, διότι βρισκόμαστε στη φάση των διαβουλεύσεων με την Ενωση των Ασφαλιστικών Εταιρειών, ώστε να καθοριστούν οι όροι με τους οποίους αυτή η συνέργεια θα λάβει σάρκα και οστά», επισημαίνοντας την ενίσχυση του πλαισίου όπου θα «διευκολύνεται η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα».
Ομολόγησε την επιλογή της κυβέρνησης «να εμπλακεί η ιδιωτική ασφαλιστική αγορά στα δημόσια νοσοκομεία» και παρουσιάζοντας τον στόχο τέτοιων ρυθμίσεων ανέφερε πως έτσι από τη μία θα αυξηθούν τα έσοδα του ΕΣΥ, και από την άλλη θα μειωθεί το κόστος για όσους διαθέτουν ιδιωτική ασφάλεια. Δηλαδή, από τη μία το κράτος αποσύρεται περαιτέρω από τη χρηματοδότηση, στέλνοντας τα νοσοκομεία να αναζητούν τα ίδια τους πόρους τους, και από την άλλη οι ασθενείς βρίσκονται στο έλεος των ασφαλιστικών εταιρειών και των συμφωνιών τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός εξήγγειλε ότι τις επόμενες βδομάδες θα ανακοινωθεί η τελική συμφωνία με την Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας, ενώ την ίδια στιγμή το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) δημοσιοποίησε την απόφασή του για τα ασφάλιστρα Υγείας. Σύμφωνα με αυτή, η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να προχωρά σε αυξήσεις των ασφαλίστρων σε όποιο ύψος αυτή κρίνει. Η υπόθεση που εξέτασε αφορούσε συμβάσεις Ασφάλισης Υγείας που ήταν παράρτημα συμβάσεων ζωής και είχαν όρο ο οποίος επέτρεπε στην ασφαλιστική εταιρεία να αυξάνει μόνη της το ασφάλιστρο (ρήτρα αναπροσαρμογής). Είχε επιβληθεί πρόστιμο σε ασφαλιστική εταιρεία, κρίνοντας ότι οι συγκεκριμένοι όροι ήταν καταχρηστικοί και μη διαφανείς, όμως η εταιρεία προσέφυγε μέχρι το ΣτΕ, ζητώντας να ακυρωθεί το πρόστιμο.
Το ΣτΕ έκρινε σωστό το πρόστιμο, όμως αναγνώρισε ότι οι ασφαλιστικές μπορούν να αυξάνουν τα ασφάλιστρα χωρίς να προβλέπουν από πριν συγκεκριμένα ποσοστά αυξήσεων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως «η παροχή του ασφαλιστή συνδέεται με γεγονότα μέλλοντα, η επέλευση ή ο χρόνος επέλευσης των οποίων είναι αβέβαιος κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, το δε κόστος του ασφαλίσματος επηρεάζεται από παράγοντες μεταβλητούς, μεταξύ των οποίων και το κόστος των υπηρεσιών Υγείας, η διαμόρφωση του οποίου κείται εκτός της σφαίρας ευθύνης της ασφαλιστικής επιχείρησης. Η ανάγκη αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων, προκειμένου να διατηρούνται "επαρκή" σε συνεχή βάση, αποτελεί νόμιμη υποχρέωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων».
Οσο η κυβέρνηση στήνει φιέστες για τις περιβόητες «ανακαινίσεις» και ο υπουργός «εμπορίου της υγείας» μοιράζει μελομακάρονα μπροστά σε κάμερες, τόσο από την ίδια την πραγματικότητα επιβεβαιώνεται ότι η κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται στα δημόσια νοσοκομεία. Χαρακτηριστικά είναι όσα συμβαίνουν ξανά σε ένα από τα μεγαλύτερα ογκολογικά νοσοκομεία της χώρας, το «Μεταξά», όπου αναβάλλονται αναγκαστικά προγραμματισμένες εξωτερικές αιμοληψίες λόγω έλλειψης προσωπικού.
Συγκεκριμένα, όπως ενημερώνει σε έγγραφό της η Υπηρεσία Αιμοδοσίας του νοσοκομείου, θα πρέπει να αναβληθούν οι προγραμματισμένες εξωτερικές αιμοληψίες (εξορμήσεις) της Αιμοδοσίας για τις 11/1 και 18/1 λόγω αδυναμίας κατάρτισης ασφαλούς προγράμματος εργασίας.
Παράλληλα, παρουσιάζεται αναλυτικά η κατάσταση του προσωπικού στη συγκεκριμένη Υπηρεσία σε σχέση με τις ανάγκες, την οποία δημοσιοποιεί το Σωματείο Εργαζομένων του νοσοκομείου, επισημαίνοντας ότι απαιτούνται τουλάχιστον 12 νοσηλευτές/τριες (πλην προϊσταμένης και επισκέπτριας Υγείας) και υπηρετούν 9 από τις οποίες 3 είναι με αναρρωτική άδεια. Απαιτούνται τουλάχιστον 5 τεχνολόγοι και υπηρετούν 3 και 1 παρασκευάστρια. Απαιτούνται τουλάχιστον 4 ειδικευμένοι ιατροί και υπηρετούν 3 και 1 παρατασιακός ειδικευόμενος. Δεν υπάρχει γραμματέας να υποστηρίξει διοικητικά την Υπηρεσία».
Ο Σύλλογος Εργαζομένων λαμβάνοντας υπόψη την κρισιμότητα της συγκεκριμένης υπηρεσίας και την ειδική εκπαίδευση των στελεχών της (τουλάχιστον για 1 εξάμηνο), παράλληλα με την υποστελέχωσή της λόγω συσσωρευμένων προβλημάτων υγείας, αναρρωτικών αδειών και συνταξιοδοτήσεων (3 μέσα στην επόμενη χρονιά) του προσωπικού της, δηλώνει τη συμπαράστασή του και απαιτεί να διευθετηθούν άμεσα όλα τα θέματα υποστελέχωσης του συγκεκριμένου τμήματος.
«Δεν είναι δυνατόν παρά τις συχνές ενοχλήσεις, τα έγγραφα και το εξώδικο, η Διοίκηση να συνεχίζει να σφυρίζει αδιάφορα για το θέμα, να μη δίνει σημασία στην κραυγή αγωνίας των εργαζομένων και να δίνει προτεραιότητα σε φιέστες, τη στιγμή που αναβάλλονται/ματαιώνονται προγραμματισμένες εξωτερικές αιμοληψίες, με συνέπεια κάτι τόσο κρίσιμο και νευραλγικό όπως η μείωση των διαθέσιμων μονάδων αίματος» προειδοποιεί.