Αντίκτυπος σε διεργασίες και αντιθέσεις στο αστικό πολιτικό σκηνικό
Οταν στα τέλη Ιούλη μετά από πολύμηνα παζάρια, διαπραγματεύσεις αλλά και εκβιασμούς μεταξύ «συμμάχων», υπογραφόταν η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ, οικονομικά επιτελεία στην Ευρώπη (όπως το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου), σημείωναν ότι το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων «αντικατοπτρίζει την πραγματική ισορροπία δυνάμεων», δηλαδή τους συσχετισμούς στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπου η ΕΕ χωλαίνει στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Σε άμεση σύνδεση με την οικονομία, εξάλλου, η «πραγματική ισορροπία δυνάμεων» βαραίνει αρνητικά για τα συμφέροντα της ΕΕ και στο πεδίο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης στην Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη συνολικότερα.
Στη Γαλλία, η Ενωση των μεγαλοβιομηχάνων (MEDEF) γκρίνιαζε για τη συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι η μεταβλητή που προσαρμόζουν οι πολιτικές των ΗΠΑ και της Κίνας», αλλά και ότι αν «δεν ξυπνήσουμε (οι Ευρωπαίοι)» και «αντλήσουμε γρήγορα συμπεράσματα (...) θα κινδυνεύσουμε να χαθούμε». Ενώ στη Γερμανία, ο επικεφαλής του Συνδέσμου Χημικής Βιομηχανίας (VCI) σχολίαζε ότι «όσοι περιμένουν τυφώνα, είναι ευγνώμονες με την καταιγίδα», χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τη συμφωνία ως το «μικρότερο κακό».
Η ανησυχία που μεγαλώνει στα επιτελεία της ΕΕ, για τη θέση της συνολικά στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, αλλά και την αυξανόμενη πίεση που προκαλεί στα ευρωπαϊκά μονοπώλια η όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας, έκανε προ ημερών τον πρώην πρόεδρο της ΕΚΤ, Μ. Ντράγκι, να αναφωνήσει από βήμα εκδήλωσης στο Ρίμινι της Ιταλίας: «Επί χρόνια, η ΕΕ πίστευε ότι η οικονομική της διάσταση, με 450 εκατομμύρια καταναλωτές, έφερνε μαζί της γεωπολιτική ισχύ και διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Φέτος θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά που αυτή η ψευδαίσθηση εξαφανίστηκε».
Σχεδόν έναν χρόνο μετά τη γνωστή έκθεσή του, με την οποία σέρβιρε νέες αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις» που χρειάζονται τα ευρωπαϊκά μονοπώλια για να στηρίξουν τη διεθνή τους θέση, ο Ντράγκι ανέφερε ότι «για να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις, η ΕΕ πρέπει να μεταμορφωθεί από θεατής, ή το πολύ υποστηρικτικός παράγοντας, σε πρωταγωνιστή» και ζήτησε «η πολιτική της οργάνωση να αλλάξει, κάτι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ικανότητά της να επιτύχει τους οικονομικούς και στρατηγικούς της στόχους».
Από κοντά κι ο προκάτοχος του Ντράγκι στην ΕΚΤ, Ζαν Κλωντ Τρισέ, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου επειδή «η ΕΕ είναι ένας οικονομικός νάνος σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα»... Ως «αντίδοτο» παρουσίασε και αυτός την «εφαρμογή του ομοσπονδιακού σχεδίου», παρότι - στο έδαφος της καπιταλιστικής ανισομετρίας και της όξυνσης των αντιθέσεων και μέσα στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ - αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι «η πορεία προς μια πραγματική ομοσπονδία είναι πολιτικά δύσκολη».
Με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς να προβλέπουν αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης και στασιμότητα για την ΕΕ, συνοδευόμενη μάλιστα από «αστερίσκους» και «αβεβαιότητες» - το ΔΝΤ προβλέπει για την Ευρωζώνη ρυθμό 1% για το 2025 και 1,2% για το 2026 - και με τις μεγαλύτερες οικονομίες της να αντιμετωπίζουν οξυμένα προβλήματα, εντείνονται διεργασίες και αντιθέσεις στο αστικό πολιτικό σκηνικό.
Χαρακτηριστικές είναι, μεταξύ άλλων, οι εξελίξεις στη Γαλλία και τη Γερμανία, καθώς αστικά κόμματα και επιτελεία αναζητούν τρόπους για την αποτελεσματική υπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλίων τους μέσα στις δυσμενείς συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού, με τις μικρότερες δυνατές λαϊκές αντιδράσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, προ των πυλών βρίσκεται νέα κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης, με νέα μέτρα για «μείωση του εργατικού κόστους» και την ένταση της εκμετάλλευσης, με δραστικές περικοπές σε κοινωνικές και άλλες κρατικές δαπάνες, πλην των στρατιωτικών που φυσικά εκτοξεύονται, καθώς φουντώνει η πολεμική προπαρασκευή για μια γενικευμένη σύγκρουση.
Σε αυτές τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι λαοί έχουν κάθε συμφέρον όχι μόνο να μην εγκλωβιστούν στα αστικά κελεύσματα για «εθνική ενότητα», για «συμβολή στη σταθερότητα», αλλά ίσα ίσα να οργανώσουν την αυτοτελή πάλη τους, να βάλουν εμπόδια στην αντιλαϊκή πολιτική της εκμετάλλευσης και του πολέμου, να αξιοποιήσουν κάθε ρήγμα και κάθε «δυσκολία» των καπιταλιστών και των λυκοσυμμαχιών τους, στη μάχη για την ανατροπή τους.
2025 The Associated Press. All |
Το μερίδιο της Γερμανίας στις διεθνείς εξαγωγές συρρικνώνεται συστηματικά από το 2017 |
Αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό με ΗΠΑ και Κίνα, η Γερμανία χάνει στην προσέλκυση επενδύσεων, οι εξαγωγές της μειώνονται συστηματικά εδώ και περίπου μια δεκαετία και η καπιταλιστική οικονομία της είτε αναπτύσσεται αναιμικά, είτε βρίσκεται σε ύφεση από το 2022.
Η άλλοτε εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας που αποτελούσε, μαζί με τη βιομηχανική της βάση, την «ατμομηχανή» της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια αποτελεί «βαρίδι».
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη μελέτη (13/8/2025) των οικονομολόγων της Bundesbank (η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας): Το μερίδιο της Γερμανίας στις διεθνείς εξαγωγές συρρικνώνεται συστηματικά από το 2017 και πιο έντονα από το 2021. Οι απώλειες αυτές έχουν συμβάλει σημαντικά στην υποτονική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας.
Η Bundesbank εκτιμά ότι το γερμανικό ΑΕΠ θα είχε αυξηθεί συνολικά κατά 2,4% περισσότερο μεταξύ 2021-2024, εάν οι γερμανικές εξαγωγές δεν είχαν απολέσει μερίδια αγοράς.
Αλλά και μελέτη της Deutsche Bank (20/7/2025) επισημαίνει ότι η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εμπορευμάτων βρίσκεται σε καθοδική πορεία από το 2015, ενώ οι προοπτικές για τις δύο βασικές αγορές της Γερμανίας, ΗΠΑ και Κίνα, παραμένουν δυσμενείς.
Το γερμανικό κεφάλαιο ήταν από τους μεγάλους κερδισμένους στην ανερχόμενη αγορά της Κίνας από τη δεκαετία του 2000, με τους γερμανικούς μονοπωλιακούς ομίλους της αυτοκινητοβιομηχανίας, των χημικών προϊόντων, των βιομηχανικών μηχανημάτων κ.ά., να επενδύουν μαζικά. Από εκεί διοχέτευαν τα εμπορεύματα απευθείας στην ασιατική αγορά.
Αυτό το πλεονέκτημα τώρα έχει αντιστραφεί και ιδιαίτερα από το 2020, η Γερμανία αντιμετωπίζει το λεγόμενο «σοκ της Κίνας» (σ.σ. που είχαν αντιμετωπίσει οι ΗΠΑ τη δεκαετία του 2000).
Η Κίνα, με την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, τις εμπορικές της πολιτικές και την είσοδο σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας, έχει γίνει κύριος ανταγωνιστής σε ηλεκτρικά οχήματα και μηχανήματα, απειλώντας τους δυο βασικούς πυλώνες της γερμανικής οικονομίας.
Ενώ η Κίνα ήταν βασική εξαγωγική αγορά για τη Γερμανία, οι εισαγωγές από την Κίνα αυξήθηκαν κατά 60% μεταξύ 2020 και 2022, με ιδιαίτερη πίεση να ασκείται από τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και μηχανήματα. Γι' αυτό η ΕΕ το 2024 επέβαλε δασμούς έως και 45,3% στα ηλεκτρικά οχήματα και έως 66,7% στα μηχανήματα.
Παράλληλα, οι εξαγωγές της Γερμανίας στην Κίνα έχουν μειωθεί σημαντικά, με τις πωλήσεις αυτοκινήτων να πέφτουν κατά 70% μεταξύ 2022 και 2024, καθώς οι κινεζικές μάρκες κυριαρχούν όλο και περισσότερο στην εγχώρια αγορά. Στον τομέα των μηχανημάτων, η Γερμανία έχει μετατραπεί σε καθαρό εισαγωγέα από την Κίνα από το 2015, μια τάση που επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια.
Από το 2001, όταν η Κίνα εισήλθε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ο βαθμός σύγκλισης των κλάδων όπου Γερμανία και Κίνα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα αυξήθηκε στο 40% το 2023, παρατηρεί η Deutsche Bank.
Από την πρώτη θητεία του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ το 2017 οι δασμοί των ΗΠΑ στη Γερμανία, που διατηρήθηκαν και επί θητείας Τζο Μπάιντεν, στόχευαν στο να μειώσουν το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα που είχε η Γερμανία έναντι των ΗΠΑ, με την αυτοκινητοβιομηχανία να ηγείται στις γερμανικές εξαγωγές.
Αυτό σταδιακά έχει επιτευχθεί, αν και οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντική εξαγωγική αγορά απορροφώντας περίπου το 10% των γερμανικών εξαγωγών.
Μετά την πρόσφατη εμπορική συμφωνία ΕΕ - ΗΠΑ και τους δασμούς 15% που επέβαλαν οι ΗΠΑ σχεδόν σε όλες τις εισαγωγές από την ΕΕ, οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ θα επιβραδυνθούν σημαντικά.
Οπως υπολογίζει η Commerzbank η μέση δασμολογική επιβάρυνση στις γερμανικές εξαγωγές θα διαμορφωθεί στο 12,8%.
«Αυτός ο σημαντικά υψηλότερος δασμός καθιστά σαφώς δυσκολότερη την πρόσβαση των γερμανικών επιχειρήσεων στη σημαντικότερη αγορά», ενώ σε δύο χρόνια ο όγκος των γερμανικών στις ΗΠΑ αναμένεται να έχει υποχωρήσει κατά 20%-25%.
Σύμφωνα με το ZEW (Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Μελετών), οι προοπτικές έχουν επιδεινωθεί σημαντικά για τις χημικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες, ενώ οι τομείς της μηχανοκατασκευής, των μετάλλων και της αυτοκινητοβιομηχανίας πλήττονται σοβαρά.
Σε όλα τα παραπάνω, προστίθενται η απώλεια των σχετικά φθηνότερων ρωσικών υδρογονανθράκων που αποτελούσαν τα προηγούμενα χρόνια σοβαρό πλεονέκτημα για τη γερμανική βιομηχανία, ως συνέπεια της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης στην Ουκρανία και της όξυνσης της αντιπαράθεσης με τη Μόσχα.
Η γερμανική καπιταλιστική οικονομία είχε επίσης το «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» των σχετικά χαμηλών στρατιωτικών δαπανών για δεκαετίες, «βασίζοντας» την «ασφάλειά» της κυρίως στις ΗΠΑ, με μεγαλύτερο μερίδιο του παραγόμενου πλούτου να καταλήγει στη βιομηχανία και άλλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Η ιμπεριαλιστική σύγκρουση στην Ουκρανία, αλλά και ο εντεινόμενος γεωπολιτικός ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Πολωνία για τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων στην Ουκρανία στην Ευρώπη και φιλοδοξεί να αποκτήσει τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες συμβατικές ένοπλες δυνάμεις της ηπείρου. Από τον Φλεβάρη του 2022 έχει δαπανήσει συνολικά (στρατιωτική, οικονομική, ανθρωπιστική βοήθεια) για την ιμπεριαλιστική σύγκρουση στην Ουκρανία 50,5 δισ. ευρώ και σκοπεύει να παρέχει στο Κίεβο περισσότερα από 8 δισ. ευρώ ετησίως σε στρατιωτική βοήθεια μέχρι το 2027.
Σύμφωνα με τον ΝΑΤΟικό στόχο για συνολικές στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, προβλέπεται οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες να εκτοξευτούν στα 162 δισ. ευρώ, σηματοδοτώντας αύξηση 70% έως το 2029.
Ηδη ο προϋπολογισμός για το 2026 δημιουργεί νέο χρέος, παρότι προβλέπει περικοπές σε μια σειρά υπουργεία, με εξαίρεση το υπουργείο Αμυνας, του οποίου οι δαπάνες αυξάνονται κατά 32,4%. Μέχρι το 2029 θα έχει δημιουργηθεί έλλειμμα στον προϋπολογισμό ύψους 172 δισ. ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Μάρτη η γερμανική Βουλή ενέκρινε τη συνταγματική αναθεώρηση του «φρένου χρέους» προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η πολεμική προετοιμασία, που υπολογίζεται να κοστίσει 1 τρισ. ευρώ (500 δισ. για εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και 500 δισ. για σχετικές υποδομές και τεχνολογίες).
Μέρος των κεφαλαίων που «λιμνάζουν» βρίσκει διέξοδο στην πολεμική οικονομία, με πολεμικές βιομηχανίες όπως η «Rheinmetall» να σημειώνουν κέρδη ρεκόρ και γερμανικά μονοπώλια άλλων κλάδων να προσανατολίζουν αντίστοιχα την παραγωγή τους.
Ωστόσο, «το επενδυτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης για τις υποδομές και την Αμυνα δεν θα είναι αρκετό από μόνο του για την επανεκκίνηση της οικονομίας», επισήμανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Bundesbank, J. Nagel, προσθέτοντας πως «οι αιτίες είναι βαθύτερες».
Αυτό που απασχολεί το γερμανικό κεφάλαιο είναι ότι η Γερμανία δεν είναι «ελκυστική για επενδύσεις» και το επίπεδο επενδύσεων στη Γερμανία παραμένει κατά 5% χαμηλότερο από το 2019 (ifo).
Παρά τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις εκατοντάδων δισ. ευρώ, η Bundesbank δεν προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ για το 2025, ενώ οι παραγγελίες εργοστασίων μειώθηκαν για δεύτερο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο και η βιομηχανική παραγωγή κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων 12 μηνών.
Επιχειρηματικοί όμιλοι και οικονομικά ινστιτούτα υπογραμμίζουν πως για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας απαιτείται φθηνότερο εργατικό δυναμικό, προσέλκυση εξειδικευμένων μεταναστών και περισσότερα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις.
Η ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» είναι επίσης απαραίτητη, ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές εισφορές, να περικοπούν δαπάνες Υγείας και να δοθούν «κίνητρα» για περισσότερες ώρες δουλειάς, καθώς και για δουλειά μετά τη σύνταξη. «Οι Γερμανοί θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο - εν ανάγκη μέχρι τα 70», είπε η υπουργός Οικονομίας Κ. Ράιχε.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Μερτς ανακοίνωσε «φθινόπωρο μεταρρυθμίσεων» με αντιλαϊκά μέτρα, φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων.
Ολες αυτές οι «κοσμογονικές» αλλαγές στο γεωπολιτικό και οικονομικό πεδίο, έχουν αντίκτυπο και στον κυβερνητικό συνασπισμό και γενικότερα στο γερμανικό αστικό πολιτικό σύστημα.
Τον περασμένο Μάρτη πραγματοποιήθηκαν εκλογές μετά την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών - Πρασίνων - Φιλελευθέρων. Οι Φιλελεύθεροι έμειναν εκτός κοινοβουλίου, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες κατέγραψαν το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας τους.
Σε ένα τέτοιο φόντο, ενώ οι «μεγάλοι συνασπισμοί» Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών θεωρούνταν οι πιο σταθερές κυβερνήσεις στη Γερμανία, ο συνασπισμός τους μετά τις εκλογές του Μάρτη χαρακτηρίστηκε θνησιγενής από την πρώτη μέρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η συνταγματική αναθεώρηση του φρένου χρέους - θέμα «ταμπού» στη Γερμανία - ψηφίστηκε μεν μετά τις εκλογές, αλλά από την απερχόμενη Βουλή, που είχε την απαραίτητη πλειοψηφία.
Επίσης, είναι ενδεικτικό ότι ο Μερτς εκλέχτηκε καγκελάριος με τη δεύτερη ψηφοφορία στη Βουλή.
Στις δημοσκοπήσεις η δημοτικότητα του καγκελάριου έχει πέσει κατακόρυφα, οι Σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται στην τρίτη θέση, ενώ το εθνικιστικό - ακροδεξιό Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) εμφανίζεται ακόμη και στην πρώτη θέση, προτάσσοντας μεταξύ άλλων την «ανάγκη» των γερμανικών βιομηχανιών για φθηνή ρωσική Ενέργεια.
2025 The Associated Press. All |
Ο Γάλλος Πρόεδρος βλέπει άλλη μία κυβέρνηση να οδεύει σε κατάρρευση, 9 μήνες μετά την προηγούμενη |
Οι «δυσκολίες» στο πολιτικό σύστημα αντανακλούν στην πραγματικότητα τα μεγάλα «ζόρια» στη γαλλική καπιταλιστική οικονομία, η οποία μαζί με τη συνολικότερη πίεση στην ΕΕ από την όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας, αντιμετωπίζει και τη συνεχή απώλεια εδάφους στον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ με τη Γερμανία.
Τον Ιούνη η Τράπεζα της Γαλλίας προέβλεψε ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2025 θα κινηθεί μόλις στο 0,6%, υποχωρώντας από το 1,1% το 2024, ενώ για 2026 και 2027 προέβλεψε αναιμική ανάπτυξη 1% και 1,2% αντίστοιχα.
Αυτά βέβαια, πριν καθοριστεί το τελικό ύψος των αμερικανικών δασμών με τη συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ τον Ιούλη (για την οποία ο Γάλλος πρωθυπουργός έκανε λόγο για.. «μαύρη μέρα» και «υποταγή»), και ενώ σύμφωνα με αναλύσεις οικονομικών επιτελείων ο μέσος όρος των δασμών με τις οποίες επιβαρύνονταν οι γαλλικές εξαγωγές στις ΗΠΑ κυμαινόταν τον Μάρτη στο 1%, τον Απρίλη αυτό διαμορφώθηκε στο 3% και τον Μάη στο 6,1%.
Τη δεινή θέση της γαλλικής καπιταλιστικής οικονομίας επικαλέστηκε ο Φρ. Μπαϊρού για να αναγγείλει το κυβερνητικό σχέδιο για νέες αντιλαϊκές ανατροπές και νέο κύμα δραστικών περικοπών σε κοινωνικές και άλλες κρατικές δαπάνες, την ίδια ώρα που οι στρατιωτικές δαπάνες θα διπλασιαστούν σε σχέση με το 2017!
Συνοπτικά:
- Το κρατικό χρέος της Γαλλίας σήμερα ξεπερνά τα 3,3 τρισ. ευρώ, φτάνοντας το 114% του ΑΕΠ της χώρας. Είναι το μεγαλύτερο κρατικό χρέος στην ΕΕ σε απόλυτους αριθμούς και το τρίτο υψηλότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η δε Τράπεζα της Γαλλίας προβλέπει ότι το 2027 θα φτάσει στο 120% του ΑΕΠ.
- Το δημόσιο έλλειμμα το 2024 έφτασε στο 5,8% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το 3% που προβλέπουν οι κανόνες της Ευρωζώνης.
- Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, για πρώτη φορά από την καπιταλιστική κρίση του 2008, οι αγορές εντοπίζουν σύγκλιση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού (απόδοση 10ετούς ομολόγου) της Γαλλίας με αυτό της Ιταλίας - στοιχείο ενδεικτικό για την υποχώρηση στον ανταγωνισμό και με τη Γερμανία.
- Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του Ινστιτούτου «Rexecode», το 2024, το μερίδιο των γαλλικών εξαγωγών στο σύνολο των εξαγωγών της Ευρωζώνης κυμάνθηκε στο 13%, από 18% το 2000, έχοντας σημειώσει νέα υποχώρηση από το 2023 (κατά 0,3%). Οταν δημοσιεύτηκε η έκθεση, οικονομολόγοι εξηγούσαν ότι «βαραίνει» σημαντικά η πίεση που δέχεται η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, όπως και άλλοι «ενεργοβόροι» τομείς της βιομηχανίας (σ.σ. παραγωγή πλαστικών, μεταλλουργία, βιομηχανία χημικών προϊόντων και χάρτου), ενώ και τα θεωρούμενα ως «δυνατά χαρτιά» της γαλλικής παραγωγής (αεροναυπηγική, φαρμακοβιομηχανία, πολεμική βιομηχανία) επίσης υποχωρούν.
Σε ένα τέτοιο έδαφος, τα αστικά επιτελεία ιεραρχούν την αντιλαϊκή κλιμάκωση: Στελέχη του «Rexecode» πρόσθεταν ότι «η χώρα υποφέρει από "ιστορικές της αδυναμίες"», όσον αφορά «τους όρους που σχετίζονται με το κόστος εργασίας ή τη φορολογία (των επιχειρήσεων)» στους οποίους, «η Γαλλία παραμένει πολύ πίσω από τους γείτονές της».
Αντίστοιχα, σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο επικεφαλής της Ενωσης των Γάλλων μεγαλοβιομηχάνων MEDEF, Π. Μαρτέν, μιλώντας για τις «προκλήσεις» που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να στηριχτεί η «ανταγωνιστικότητα της χώρας», ξεχώρισε το λεγόμενο «κόστος εργασίας», γκρινιάζοντας γιατί «στη Γαλλία αυτό είναι από τα πιο υψηλά σε σχέση με τα μέλη του ΟΑΣΕ. Επέμεινε δε ότι αυτό συγκαταλέγεται σε «φρένα που μας κάνουν να χάνουμε τμήματα της παγκόσμιας αγοράς, επιταχύνουν την παρακμή μας».
Γι' αυτό, εξάλλου, στην ετήσια θερινή Διάσκεψη της MEDEF, πριν λίγες μέρες, ο Μαρτέν - αν και επέκρινε το Μπαϊρού που ανήγγειλε πως θα ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης χωρίς να έχει ξεκινήσει η εκτέλεση του νέου σχεδίου προϋπολογισμού, με τις αντιλαϊκές του προβλέψεις, τον παίνεψε λέγοντας ότι «εργάζεται με σοβαρότητα» και λαμβάνει υπόψιν τη «σκληρότητα του παγκόσμιου ανταγωνισμού ή ακόμα και την τόσο κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δημοσιονομικά μας», καταλήγοντας ότι απαιτείται «επιθετική δράση για την ανάκαμψη της χώρας μας».
Επέκρινε μάλιστα τους «μάταιους καβγάδες» και τις «υπεκφυγές» με τις οποίες - όπως υποστήριξε - αντέδρασαν οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, υπογραμμίζοντας ότι προέχει η τακτοποίηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας, γιατί επιδρούν στην «αβεβαιότητα που παράγουν και μεταφράζεται υλικά, στο επίπεδο της (οικονομικής) δραστηριότητας, της απασχόλησης και της ανάπτυξης» ενώ «άλλοι γείτονές μας από τον ευρωπαϊκό Νότο τα πηγαίνουν καλύτερα από μας, με ποσοστά τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερα από τα δικά μας».
Οι μεγαλοεπιχειρηματίες ιεραρχούν μέτρα που θα μειώσουν το λεγόμενο «κόστος εργασίας», δηλαδή το παραπέρα χτύπημα στους μισθούς, για να καλυφθεί η απόσταση που τους χωρίζει από ανταγωνιστές τους εντός και εντός ΕΕ: Στοιχεία ειδικά για τη μεταποιητική βιομηχανία (από τη σχετική έκθεση «Rexecode») αναφέρουν ότι ενώ το μέσο ωρομίσθιο στην Ευρωζώνη είναι 40,3 ευρώ, στη Γαλλία αυτό είναι 47 ευρώ, αλλά στην Ιταλία 32,1 ευρώ, στην Ισπανία 27,6 ευρώ.
Γι' αυτό λοιπόν, παρά τη διαφαινόμενη πτώση της κυβέρνησης Μπαϊρού, οι εκπρόσωποι της MEDEF ξεκαθαρίζουν ότι «δυσάρεστες αποφάσεις» πρέπει να συνοδεύσουν το νέο σχέδιο προϋπολογισμού.
Ο δε υπουργός Οικονομικών, Ερίκ Λομπάρντ, αφού στις αρχές της βδομάδας «προειδοποίησε» ότι μια ενδεχόμενη προσφυγή στο ΔΝΤ «είναι ένας κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε», στη συνέχεια μιλώντας στη MEDEF εμφανίστηκε «καθησυχαστικός» για τα ζητούμενα του κεφαλαίου, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο και ότι «η χώρα μπορεί να παραμείνει σε τροχιά με τα σχέδια μείωσης του χρέους, παρά την προοπτική κατάρρευσης της κυβέρνησης στις αρχές του επόμενου μήνα».
Επισήμανε μάλιστα ότι «είναι σημαντικό να εξαλειφθούν αυτές οι αβεβαιότητες το συντομότερο δυνατό», υποστηρίζοντας ότι «εκείνη τη στιγμή η διαφορά επιτοκίων με τη Γερμανία και το κόστος του χρέους μας θα μειωθούν». Διαβεβαίωσε δε ότι «όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας» στις 8 Σεπτέμβρη, «θα συνεχίσουμε να καταρτίζουμε τον προϋπολογισμό για το 2026».
Τα «ζόρια» για τη γαλλική καπιταλιστική οικονομία επιδρούν στις εντεινόμενες διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα.
Η ακροδεξιά «Εθνική Συσπείρωση» (RN - της Λεπέν) και οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI - του Μελανσόν), Σοσιαλιστικό Κομμα (PS), Οικολόγοι (EELV) δήλωσαν ότι δεν θα δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μπαϊρού.
Στρατηγικά βέβαια συμφωνούν με τον πυρήνα της αντιλαϊκής πολιτικής Μακρόν - Μπαϊρού, όπως έδειξε άλλωστε για πολλοστή φορά η στάση τους και την τελευταία χρονιά: Από το κάλεσμα των LFI - PS σε «αντι-Λεπέν» ψήφο στον β' γύρο των περσινών βουλευτικών εκλογών όπου δεν είχαν υποψηφίους, που ισοδυναμούσε με ψήφο στους «μακρονικούς» υποψηφίους και «σωσίβιο» στον Γάλλο Πρόεδρο, μέχρι την «ψήφο ανοχής» που έδωσαν Λεπέν και Σοσιαλιστές (αποχή σε προτάσεις μομφής) στην κυβέρνηση Μπαϊρού.
Οι ίδιες οι πολιτικές προτάσεις που αρθρώνουν όλες αυτές οι δυνάμεις, έχουν ως κεντρικό μέλημα το «εθνικό συμφέρον» των γαλλικών μονοπωλίων, για αυτό και σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται στις στρατηγικές επιλογές, όπως για την «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ, για τον πόλεμο στην Ουκρανία κ.ά.
Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, καμία από τις δυνάμεις της αστικής αντιπολίτευσης δεν θέλει να «πάρει τον μουτζούρη», δεν θέλει να εισπράξει τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που έχει ανάγκη το κεφάλαιο.
Οι μαζικές και πολύμηνες κινητοποιήσεις που οργάνωσαν συνδικάτα σε πολλούς κλάδους, τα προηγούμενα χρόνια στη Γαλλία, για το Ασφαλιστικό και για άλλες αιχμές, φανέρωσαν την πίεση που μπορεί να απελευθερώσει η οργανωμένη πάλη των εργαζομένων με «μπούσουλα» τις δικές τους ανάγκες.
Ο Φρ. Μπαϊρού κάλεσε τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε συνάντηση στις αρχές της βδομάδας, εμφανιζόμενος «ανοιχτός» να συζητήσουν αναπροσαρμογές στο σχέδιο προϋπολογισμού.
Και αν τα περισσότερα αντιπολιτευόμενα κόμματα ξεκαθαρίζουν ότι θα καταψηφίσουν την κυβέρνηση, είναι σίγουρο ότι ήδη τρέχουν παζάρια για την επόμενη μέρα.
Σε ένα τέτοιο φόντο, εξάλλου, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμ. Μακρόν, διαβεβαίωσε ότι «τη θητεία μου θα την υπηρετήσω έως το τέλος της» - το 2027 - ενώ ζήτησε «υπευθυνότητα από τα κόμματα που επιθυμούν να κυβερνήσουν» και «να αναλάβουμε τα ηνία του πεπρωμένου μας».