Παρασκευή 30 Οχτώβρη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ
Στη δίνη των ανταγωνισμών, στον «αέρα» οι εργαζόμενοι

Σε πλήρη εξέλιξη είναι τα «πάρε - δώσε» και οι ανταγωνισμοί μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων για το ποιος θα βάλει στο χέρι και τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, μετά από αυτά της Ελευσίνας, με τους περίπου 1.200 εργαζόμενους να βρίσκονται στον «αέρα» και τον λαό, που καλείται κάθε τόσο να χρυσοπληρώνει για τους «σωτήρες» επενδυτές, να αντιμετωπίζει τεράστιους κινδύνους, αφού οι «στρατηγικές» αυτές υποδομές μπαίνουν στο στόχαστρο σκληρών ανταγωνισμών επιχειρηματικών ομίλων και ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Ο πλειοδοτικός διαγωνισμός για τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης, ήδη «τρέχει», με καταληκτική ημερομηνία για το άνοιγμα των προσφορών να έχει οριστεί η 27η Νοέμβρη.

«Φαβορί» εμφανίζεται η αμερικανική ΟΝΕΧ, η οποία μετά τα Ναυπηγεία Σύρου και Ελευσίνας ετοιμάζεται τώρα να βάλει στο χέρι και τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, προκειμένου οι ναυπηγοεπισκευαστικές υποδομές της χώρας να αποτελέσουν την υποστηρικτική βάση του 6ου Στόλου των ΗΠΑ και άλλων ΝΑΤΟικών δυνάμεων, αλλά και «βάση» για τους υπόλοιπους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή, όπως είναι η διευκόλυνση (επισκευή και συντήρηση πλοίων) για τη διείσδυση του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ηταν χαρακτηριστικές οι φράσεις που έγραψε ο πρόεδρος της ΟΝΕΧ Π. Ξενοκώστας σε λογαριασμό του στο διαδίκτυο μετά τη συνάντηση που είχε με τον Αντ. Μπόιλερ, διευθύνοντα σύμβουλο της DFC (Διεθνής Επιχείρηση Οικονομικής Ανάπτυξης, υπηρεσία που έστησε η Ουάσιγκτον για την ανάσχεση της οικονομικής επιρροής της Κίνας ανά τον κόσμο): «Ηταν μια σπουδαία συνάντηση. Συζητήθηκαν τα επόμενα βήματα για τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, παράλληλα με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, με στόχο να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο, ηγετικό κέντρο hub ναυπηγικής και Ενέργειας για την Ανατολική Μεσόγειο».

Ταυτόχρονα τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά ετοιμάζεται να «χτυπήσει» ο όμιλος «North Star» του εφοπλιστή Θ. Πριόβολου, ο οποίος όμως έχει συνάψει συμφωνίες με το μονοπωλιακό μεγαθήριο MSC («Mediterranean Shipping Company») ιταλικών συμφερόντων, που αποτελεί τη δεύτερη σε μέγεθος εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο μετά τη «Maersk» και τον γερμανικό όμιλο «Bloohm & Voss» (Β&V) που ειδικεύεται στη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων.

Ενδιαφέρον φέρεται να έχουν εκφράσει, χωρίς μέχρι τώρα να υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, η γερμανική «Lurssen» και η ολλανδική «Damen Group», ενώ πρόσφατα τις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου επισκέφτηκαν εκπρόσωποι της γαλλικής εταιρείας «Naval Group».

Είναι προφανές ότι την... όρεξη έχουν ανοίξει, οξύνοντας και τους σχετικούς ανταγωνισμούς, το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης και η εκτίναξη των κονδυλίων για τις πολεμικές δαπάνες στον κρατικό προϋπολογισμό από τα 530 εκατ. στα περίπου 2,5 δισ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, σε όλους τους τόνους οι Αμερικανοί έχουν δηλώσει ότι οι υποδομές αυτές δεν πρέπει να βρεθούν σε χέρια κινεζικών ή ρωσικών ομίλων, ενώ αντίστοιχες αποφάσεις για την «ανθεκτικότητα» των «στρατηγικών υποδομών» έχουν πάρει ΝΑΤΟ και ΕΕ. Αλλωστε, σε ό,τι αφορά τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, η συμφωνία που έχει υπογραφεί το 2010 μεταξύ της τότε συγκυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αφορά τις προϋποθέσεις για να γλιτώσει η Ελλάδα το πρόστιμο των 600 εκατ. ευρώ που της επιβλήθηκε υποτίθεται για κρατικές ενισχύσεις που είχαν δοθεί το 1996 στο ναυπηγείο, σε ό,τι αφορά το στρατιωτικό του τμήμα, προβλέπει ότι αυτό απαγορεύεται να παραχωρηθεί σε χώρα που δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ.

Οι «χρυσές συμφωνίες» με την εγχώρια αστική τάξη

Ολα αυτά με μπούσουλα και το μερτικό που προσδοκούν τμήματα του εγχώριου κεφαλαίου από την προώθηση του αμερικανοΝΑΤΟικού σχεδιασμού.

Οι Ελληνες εφοπλιστές είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, με τα «ντιλ» για τη μεταφορά και διείσδυση του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά να κλείνονται το ένα πίσω από το άλλο.

Το πρώτο εξάμηνο του 2020, από τα 127 πλοία LNG που ναυπηγούνταν, τα 57 ήταν ελληνικών συμφερόντων, ενώ στον ναυτιλιακό Τύπο γράφονται αναλύσεις όπως αυτή:

«Οι Ελληνες εφοπλιστές κυριαρχούν στον τομέα της μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου. Εχουν τον μεγαλύτερο και πιο ακριβό στόλο, αξίας 19,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με την Ιαπωνία να βρίσκεται στη δεύτερη θέση με στόλο αξίας 14,2 δισεκατομμυρίων.

Ο στόλος αυτός είναι που θα διακινήσει και όλο σχεδόν το Φυσικό Σχιστολιθικό Αέριο από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και την Τουρκία. Ο στόλος αυτός είναι τόσο ισχυρός που ήδη μεταφέρει LNG στην Κίνα από τις ΗΠΑ.

Η ισχυροποίησή του τα επόμενα χρόνια θα διακινήσει ακόμα περισσότερο LNG και από άλλες περιοχές όπως τον Περσικό Κόλπο και τη Βόρεια Αφρική».

Επιπλέον, πολύ χαρακτηριστικά ήταν και όσα δήλωσε σχετικά με τις εξελίξεις στα ναυπηγεία ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά Βασίλης Κορκίδης: «Η αναζωογόνηση των Ναυπηγείων είναι σημαντική, αφού μπορούν να διαδραματίσουν σημαίνοντα υποστηρικτικό ρόλο στη ναυτιλία, αλλά και στη βελτίωση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας, αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για τη διαμόρφωση κλίματος με θετικό πρόσημο για το ναυτιλιακό επιχειρείν. Η αναζωογόνηση γενικότερα των ναυπηγικών επιχειρήσεων και της ναυπηγοεπισκευής θα προσδώσει δυναμική στην ελληνική οικονομία, αλλά και θα επανατοποθετήσει την Ελλάδα στο χάρτη των χωρών της Μεσογείου που διαθέτουν ισχυρές ναυπηγικές βάσεις, για τον δεξαμενισμό και επισκευή κάθε τύπου πλοίου».

Ακόμα, για το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά το ενδιαφέρον της ΟΝΕΧ «αντικατοπτρίζει και τη δέσμευση των ΗΠΑ να είναι ένας δυνατός συνεργάτης της Ελλάδας στο να βοηθήσει να αναπτυχθεί η οικονομία πηγαίνοντας μπροστά, αλλά και να συνεχίσει να αναπτύσσει το ρόλο της Ελλάδας ως έναν πυλώνα σταθερότητας σε μία στρατηγικά περίπλοκη περιοχή»...

Στον «αέρα» οι εργαζόμενοι

Οσον αφορά τους εργαζόμενους, αυτοί, όπως και συνολικά ο λαός, θα είναι που θα πληρώσουν πανάκριβα τη νύφη όλων αυτών των «χρυσών» ντιλ και ανταγωνισμών που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Χαρακτηριστικό είναι πως στον πλειοδοτικό διαγωνισμό που αφορά τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας και των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Υπενθυμίζεται δε ότι ο μεγάλος «σωτήρας» επενδυτής της ΟΝΕΧ, με το που ανέλαβε το Ναυπηγείο Νεωρίου Σύρου, το πρώτο που έκανε ήταν να ξεμπερδεύει με τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, μετατρέποντάς τους σε εργολαβικούς.

Τίποτα σχετικό με την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων - προφανώς για να μη δεσμεύσουν τους νέους επίδοξους «σωτήρες» αγοραστές των ναυπηγείων - δεν αναφέρεται και στις απανωτές τροπολογίες, με τις οποίες διαδοχικά οι κυβερνήσεις, με το πρόσχημα των απλήρωτων εργαζομένων, «μπουκώνουν» με χρήμα τους «επενδυτές».

Τελευταία τέτοια περίπτωση ήταν τροπολογία του υπουργείου Αμυνας, που κατατέθηκε και ψηφίστηκε στη Βουλή στις 6 Οκτώβρη, όπου προβλέπεται η προσφορά του ποσού των 13,725 εκατ. ευρώ στους νυν επιχειρηματικούς ομίλους που εκμεταλλεύονται τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και Σκαραμαγκά (όμιλος Ταβουλάρη και Σαφά - «Thyssen Krupp» αντίστοιχα), με πρόσχημα την ολοκλήρωση του προγράμματος του Πολεμικού Ναυτικού που εκτελείται στα δύο ναυπηγεία και την καταβολή της μισθοδοσίας των εργαζομένων.

Η τροπολογία προβλέπει ότι παρατείνεται για τρεις ακόμα μήνες, δηλαδή μέχρι τον Δεκέμβρη του 2020, το έργο ολοκλήρωσης των 4 υποβρυχίων στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και των δύο τορπιλακάτων στα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, για το σκοπό αυτόν, που συμπεριλαμβάνει και τους μισθούς των εργαζομένων, θα δοθούν 3,575 εκατ. και στα Ναυπηγεία Ελευσίνας 10,150 εκατ. ευρώ.

Να σημειωθεί ότι τον Μάη η κυβέρνηση της ΝΔ είχε περάσει αντίστοιχη τροπολογία που προέβλεπε την καταβολή 23,475 εκατ. ευρώ για τα δύο ναυπηγεία, ενώ τον Ιούλη του 2019 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε προσφέρει στους ομίλους 17,875 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, συνολικά αυτό το διάστημα δόθηκαν στους επιχειρηματικούς ομίλους των ναυπηγείων 55.075.000 ευρώ.

Το πρόγραμμα του ΠΝ στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά ξεκίνησε το 2009, με αρχικό προϋπολογισμό 240 εκατ. ευρώ, και προέβλεπε την ολοκλήρωση των υποβρυχίων το 2016. Μετά τις διάφορες παρατάσεις έχει στοιχίσει συνολικά πάνω από 400 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, τα προγράμματα εξακολουθούν να μην ολοκληρώνονται, οι εργαζόμενοι παραμένουν όμηροι και απλήρωτοι, ενώ η σημερινή κατάσταση θα αξιοποιηθεί με μαθηματική ακρίβεια ως «πάτημα» για να χτυπηθούν παραπέρα τα εργασιακά δικαιώματα από τον επόμενο «σωτήρα» επενδυτή.


Α. Ζ.

ΗΠΑ - ΙΣΡΑΗΛ
Ανησυχία για επικείμενη στρατηγική συμφωνία Κίνας - Ιράν

Από περσινή συνάντηση των Προέδρων της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, και του Ιράν, Χασάν Ροχανί
Από περσινή συνάντηση των Προέδρων της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, και του Ιράν, Χασάν Ροχανί
Η πρόσφατη (9 Οκτώβρη) συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, και του Ιράν, Τζαβάντ Ζαρίφ, στο Πεκίνο, έφερε στην επικαιρότητα την υπό διαπραγμάτευση «στρατηγική εμπορική και στρατιωτική συμφωνία» Κίνας - Ιράν, που εμφανίζεται να έχει 25ετή διάρκεια. Ηδη από τον Ιούλη η διαφαινόμενη αυτή συμφωνία ανησυχεί τα επιτελεία ΗΠΑ, Βρετανίας και Ισραήλ.

Οι «New York Times» δημοσίευσαν εκείνη την περίοδο διαρροή - όπως την παρουσίασαν - του σχεδίου πρότασης για μια νέα εταιρική σχέση μεταξύ Ιράν και Κίνας, που «θέτει τα θεμέλια για στενότερη οικονομική και στρατιωτική συνεργασία και θα έχει εκτεταμένες συνέπειες τόσο για τις διμερείς σχέσεις στην περιοχή, όσο και για τη μελλοντική ανάπτυξη της κινεζικής πρωτοβουλίας "Μία Ζώνη, ένας Δρόμος" (OBOR)».

Σύμφωνα με πληροφορίες, η συμφωνία θα είναι ύψους άνω των 600 δισ. δολαρίων και θα αφορά την Ενέργεια, την αμυντική συνεργασία και τις υποδομές. Τα επόμενα 25 χρόνια το Ιράν θα παρέχει πετρέλαιο με μεγάλη έκπτωση στην Κίνα, σε αντάλλαγμα για τη συμβολή της τελευταίας στους τομείς του εμπορίου, των πετροχημικών, της Ενέργειας, των σιδηροδρόμων, των λιμανιών, του τραπεζικού συστήματος, των τηλεπικοινωνιών, των υποδομών και της άμυνας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην κατασκευή υποδομής δικτύου τηλεπικοινωνιών 5G στο Ιράν, ζήτημα που αποτελεί πεδίο σφοδρού ανταγωνισμού με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και πρωτίστως τις ΗΠΑ, που επιχειρούν όπου μπορούν να αποτρέψουν την επέκταση κινεζικών μονοπωλιακών ομίλων όπως η «Huawei» ή η ZTE.

Αυτά τα κομβικής σημασίας ζητήματα, που περιλαμβάνονται στην εν λόγω συμφωνία και όπως δηλώνεται και από τις κινεζικές και ιρανικές αρχές είναι στη φάση της διαπραγμάτευσης, μπορούν να αλλάξουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή της Ασίας και όχι μόνο.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η Κίνα καταβάλλει προσπάθειες να ενισχύσει τη στρατιωτική της συνεργασία με το Ιράν και ήδη από το 2014 γίνονται κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ενώ η Κίνα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υπογραφή της κοινής Συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το 2015, ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ρωσία, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία (ΕΕ ως σύνολο) και Ιράν, από την οποία στην συνέχεια το 2018 αποχώρησαν οι ΗΠΑ, υπό την διακυβέρνηση του Ντ. Τραμπ.

Παρότι δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα συγκεκριμένο κείμενο για τα στοιχεία της συμφωνίας, υπάρχουν άφθονα δημοσιεύματα, τόσο στο Ιράν όσο και στο εξωτερικό, με αναφορές ακόμα και για κινεζική στρατιωτική βάση στο νησί Κις, στο στρατηγικής σημασίας πέρασμα των Στενών του Ορμούζ. Ταυτόχρονα, σε περίπτωση ευόδωσης της συμφωνίας, το Ιράν, ειδικά λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής του θέσης, θα είναι άλλος ένας σημαντικός εταίρος για την Κίνα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, σε συνέχεια του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας - Πακιστάν (CPEC), που αποτελεί σημαντικό τμήμα του OBOR, με ένα ολόκληρο δίκτυο δρόμων, αγωγών και σιδηροδρομικών γραμμών.

Μια τέτοια εξέλιξη αντικειμενικά ενισχύει το ρόλο της Κίνας, που από πολλές χώρες ειδικά στην ΕΕ θα μπορεί να θεωρείται μία αξιόπιστη «εναλλακτική», με δεδομένη την υποχώρηση των ΗΠΑ στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Επίσης η Κίνα έχει ήδη διάφορες εμπορικές συναλλαγές και συμφωνίες με διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής και συγκεκριμένα με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Ανησυχία από τις ΗΠΑ

Σταθερά το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση των ΗΠΑ σηκώνει τους τόνους για τη «βλαβερή επίδραση της Κίνας» σε όλο τον κόσμο, με αιχμή τον ανταγωνισμό για τις νέες τεχνολογίες στις τηλεπικοινωνίες, στα δίκτυα και την «ψηφιακή οικονομία». Ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, που αυτές τις μέρες συνεχίζει μία από τις πολλές περιοδείες του σε χώρες της Ασίας (πήγε στην Ινδία, στην Ινδονησία και κατόπιν στο Βιετνάμ), δεν παραλείπει να καταφέρεται ενάντια «στην κακή επιρροή του ΚΚ Κίνας», υπονοώντας ότι ενισχύει το σοσιαλισμό, κάτι που φυσικά δεν ισχύει και είναι προσχηματικό, με δεδομένη τη ραγδαία επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Κίνα.

Ο Πομπέο σε πρόσφατη συνέντευξή του σημειώνει: «Η είσοδος της Κίνας στο Ιράν θα αποσταθεροποιήσει τη Μέση Ανατολή. Θα θέσει το Ισραήλ σε κίνδυνο, όπως επίσης τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα».

Πάντως στην αμερικανική αστική τάξη υπάρχουν κι άλλες απόψεις για την αντιμετώπιση της Κίνας. Η Κάρεν Γιανγκ, μελετητής στο «American Enterprise Institute» (Αμερικανικό Ινστιτούτο Επιχειρηματικότητας), επικρίνοντας την τακτική της κυβέρνησης Τραμπ και προφανώς διότι προκρίνει τα συλλογικά συμφέροντα του αμερικανικού κεφαλαίου, σε άρθρο της στο «Al-Monitor» με τίτλο «Η ψεύτικη λογική μιας επιλογής Κίνας - ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή» σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το πλαίσιο της συζήτησης για την άνοδο ή το ρόλο της Κίνας στη Μέση Ανατολή σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, της επιλογής αμερικανικής ή κινεζικής προστασίας και εταιρικής σχέσης, έχει χρησιμεύσει ρητορικά μόνο για να μεγαλώσει το ανάστημα της Κίνας μεταξύ των πολιτικών ηγεσιών της περιοχής». Προτείνει έτσι την προσέγγιση των «κοινών αξιών της ελεύθερης αγοράς και κοινωνίας» με τους συμμάχους των ΗΠΑ, ώστε να αποδεικνύεται έμπρακτα η «ανωτερότητα απέναντι στο κινεζικό μοντέλο».

Το Ισραήλ βλέπει ενίσχυση του σημαντικού γεωπολιτικού ανταγωνιστή

Ιδιαίτερα έχει θορυβηθεί από ενδεχόμενη συμφωνία Κίνας - Ιράν η κυβέρνηση του Ισραήλ. Χαρακτηριστικά, η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Israel Hayom» είχε φέρει στη δημοσιότητα ήδη από τον Αύγουστο σχετικό υπόμνημα του υπουργείου Πληροφοριών, που καλούσε τα κέντρα λήψης αποφάσεων στο Ισραήλ να προετοιμαστούν για την επικείμενη σινο-ιρανική στρατηγική συμφωνία και να επιχειρήσουν να ασκήσουν επιρροή στις ΗΠΑ για να περιορίσουν τις πιθανές επιπτώσεις σε βάρος των ισραηλινών γεωπολιτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή.

Στη δε «Χααρέτζ» δημοσιεύτηκε άρθρο, επίσης μέσα στο καλοκαίρι, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Κίνα είναι ο νέος φίλος της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, και αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα για το Ισραήλ». Στην ανάλυση της εφημερίδας καταγράφονται οι συμφωνίες και οι κινήσεις της Κίνας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, συνιστώντας για το Τελ Αβίβ «πραγματικό πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει άμεσα». Προτείνει η ισραηλινή κυβέρνηση «να μην επικεντρώνει το ενδιαφέρον της μόνο στο πώς θα κλιμακώσουν οι ΗΠΑ τις κυρώσεις» σε βάρος του ανταγωνιστικού Ιράν, επειδή πλέον οι ΗΠΑ «δεν χρειάζονται τόσο πολύ το πετρέλαιο των Αράβων όπως παλιότερα».

Ο αρθρογράφος εκτιμά πως «οι συνέπειες του μειωμένου αμερικανικού ενδιαφέροντος στη Μέση Ανατολή αντικατοπτρίζονται πλέον από την ενασχόληση της Ρωσίας στη Συρία και προσφάτως στη Λιβύη, και από τις πωλήσεις ρωσικών οπλικών συστημάτων σε Αίγυπτο και Σαουδική Αραβία». Και συνεχίζει: «Η Κίνα δεν ενισχύεται μόνο ως αντίπαλος του διεθνούς στάτους της Αμερικής, που φθίνει, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη στρατηγική και το όραμα που επιδιώκει, για να αποκτήσει τη θέση της ισχυρότερης διεθνούς δύναμης».

Θεωρεί πως «αυτό που θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο το Ισραήλ είναι το σινο-ιρανικό σχέδιο για τη συγκρότηση κοινής επιτροπής ανάπτυξης όπλων και επιστημονικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνοπολέμου, ως μέρος των κινήσεων της Κίνας για να κλιμακώσει τη στρατιωτική και κατασκοπευτική παρουσία της σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, μη εξαιρουμένου του Ισραήλ».

Τονίζεται επίσης στο άρθρο ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στην πρόσφατη απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να επιταχύνει την προσπάθεια απόκτησης πυρηνικής τεχνολογίας από την Κίνα. «Η ικανότητα και η προθυμία της Κίνας να εμπλακεί σε στρατηγική συνεργασία με δύο χώρες - εχθρούς ταυτόχρονα, είναι συμπεριφορά υπερδύναμης», εκτιμά ο αρθρογράφος, όπως επίσης ότι ακόμα κι αν διατηρηθεί το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ σε βάρος του Ιράν «η κινεζική ανάμειξη στην περιοχή αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού και απαιτεί νέα σκέψη. Η ιρανική παρουσία στη Συρία μπορεί να αποδειχθεί μικρό πρόβλημα για το Ισραήλ σε σχέση με τη σινο-ιρανική πρόκληση».

Πάντως και στο Ισραήλ, όπως καταγράφεται στο υπόμνημα του υπουργείου Πληροφοριών, εκφράζονται κι άλλες απόψεις, που βλέπουν ότι «η κινεζική παρουσία στην περιοχή μπορεί πραγματικά να έχει περιοριστική επίδραση σε ό,τι αφορά την κόντρα Ιράν - Σαουδικής Αραβίας, δεδομένων και των στενότερων σχέσεων της Κίνας με τη Σαουδική Αραβία». Επισημαίνεται ακόμα πως ανεξάρτητα από το τι αποτελέσματα θα επιφέρουν οι συμφωνίες του Ιράν με την Κίνα και οι κινήσεις της τελευταίας στη Σαουδική Αραβία, «το Ισραήλ θα πρέπει να επιμείνει ότι οποιεσδήποτε μελλοντικές συμφωνίες των ΗΠΑ με Κίνα και Ρωσία θα πρέπει να προβλέπουν όρια στις σχέσεις αυτών των δύο χωρών με το Ιράν».

Το βέβαιο είναι πάντως ότι οι πρόσφατες κινήσεις του Ισραήλ να ομαλοποιήσει τις σχέσεις του με το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι συζητήσεις με Λίβανο, Σουδάν και Σαουδική Αραβία και η προώθηση του αμερικανικού σχεδίου για το Παλαιστινιακό (με κατοχύρωση της κατοχής) δείχνουν ότι το γεωστρατηγικό «παιχνίδι» στην περιοχή διευρύνεται, καθώς διακυβεύονται ισχυρά συμφέροντα, που σχετίζονται με σφοδρούς ανταγωνισμούς μονοπωλιακών ομίλων και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.


Δ. Κ.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org