Πέμπτη 13 Μάη 2010
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΝΤΛΕΪ ΣΚΟΤ
Ρομπέν των Δασών

Από το σημείο που ολοκληρώνεται αυτό το φιλμ, ξεκινούν όλες οι μέχρι σήμερα παραγωγές - κινηματογραφικές και τηλεοπτικές υπολογίζονται συνολικά στις τριάντα - με θέμα τον ήρωα των λαϊκών θρύλων Ρομπέν των Δασών, που παραμένει ιστορικά αναπόδεικτο αν είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο.

Η ταινία αυτή ανασυνθέτει τα στοιχεία - κάνοντας χρήση ιστορικών κλειδιών - της ιστορίας του δεξιοτέχνη τοξότη στην υπηρεσία του βασιλιά Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου που μετεξελίχθηκε σε κεντρική φιγούρα της βρετανικής λαϊκής παράδοσης. Μετά το θάνατο του βασιλιά Ριχάρδου και την πολιορκία του πύργου Chalus Chabrol, ο Ρομπέν πηγαίνει στην πόλη Νότινχαμ όπου ερωτεύεται την Λαίδη Μάριον αλλά και αντιστέκεται μαχόμενος κατά της απάνθρωπης κοινωνικής αδικίας σε βάρος του λαού, αδικία που εκφράζεται μέσα από μια επιβεβλημένη από τους βαρόνους, ληστρική φορολογία - καλή ώρα! Ο ταπεινής λοιπόν καταγωγής Ρομπέν με την τόλμη, το θάρρος και τον αγώνα του, επάξια διακρίθηκε στη λαϊκή συνείδηση και μεταβλήθηκε σε αιώνιο σύμβολο δικαιοσύνης των απανταχού αδικημένων.

Η βασική διαφορά της εν έτει 2010 κινηματογραφικής μεταφοράς του θρύλου, που έχει γυριστεί σε Αγγλία και Ουαλία και καλύπτει την περίοδο από το θάνατο του βασιλιά Ριχάρδου του 1ου το 1199, μέχρι και την υπογραφή της Magna Carta το 1215, είναι πως τόσο ο σκηνοθέτης Ρίντλεϊ Σκοτ όσο και ο πρωταγωνιστής Ράσελ Κρόου ήθελαν να φωτίσουν - μέσα από την αφήγηση, τις απαρχές του θρύλου του Ρομπέν των Δασών. Με άλλα λόγια, και οι δύο θέλησαν να αποτυπώσουν κινηματογραφικά το ιστορικό της «μεταμόρφωσης» ενός απλού τοξότη στη στρατιά του βασιλιά Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, στον πασίγνωστο λαϊκό θρύλο «Ρομπέν των Δασών», αποτυπώνοντας ανάγλυφα το κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της Αγγλίας εκείνης της εποχής. Η Αγγλία έχει πτωχεύσει, απειλείται τόσο από το ξέσπασμα εμφύλιας σύρραξης όσο και από τη Γαλλία, ενώ στην εξουσία βρίσκεται ένας ανεπαρκής βασιλιάς ο Ιωάννης, αναφέρει το δελτίο Τύπου της ταινίας.

Παίζουν: Ράσελ Κρόου, Κέιτ Μπλάνσετ, Βανέσα Ρέντγρεϊβ, Γουίλιαμ Χαρτ, κ.ά.

Παραγωγή: ΗΠΑ, Βρετανία (2010).

ΡΙΑΝΤ ΣΑΤΟΥΦ
Τα ομορφόπαιδα

Με πρώτη ματιά η ταινία μοιάζει να αναδίδει αίσθηση διαχρονικότητας, η ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται στα τέλη του '60, του '70, του '80, αλλά και σήμερα. Η εμφάνιση των εφήβων και τα μαλλιά των αγοριών, η - σε μεγάλο βαθμό - απουσία ηλεκτρονικών μικροσυσκευών, τα σιδεράκια στα δόντια και οι χώροι (σπίτι/σχολείο).

Βέβαια, η ηλικία των 14 χρόνων δε γνωρίζει ημίμετρα, είναι του ύψους ή του βάθους, είναι η ηλικία των συμμαθητών και «κολλητών» του κεντρικού ρόλου Ερβέ, το βλέμμα του οποίου διαπερνά την ταινία και του αραβικής καταγωγής Καμέλ. Βέβαια, ολόκληρος ο συνομήλικος πληθυσμός βρίσκεται αντιμέτωπος με το αιώνιο πρόβλημα, την ανακάλυψη και το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς του και μόνον ο τρόπος διαχείρισης του προβλήματος διαφέρει. Η υπερχρονική αίσθηση λειτουργεί, επίσης, σαν διαρκής υπόμνηση, ώστε η παράμετρος του ευρύτερου περιβάλλοντος (επαρχιακή πόλη Ρεν), παράμετρος καθοριστική στη διαμόρφωση αντιλήψεων και συμπεριφορών, να λαμβάνεται υπόψη στη νοηματική ερμηνευτική επεξεργασία. Οπως κι εκείνη του στενού περιβάλλοντος, βλέπουμε τη χωρισμένη μητέρα του Ερβέ να βολεύεται πίσω από τη δικαιολογία της κατάθλιψής της, την έλλειψη διακριτικότητας στην άτσαλη προσπάθειά της να επικοινωνήσει με τον γιο της και τη δίψα της για να ζήσει, έστω και αναχρονισμένα, μέσα από τον γιο της.

Ολες οι αλήθειες για τους έφηβους έχουν γίνει κλισέ, σχεδόν κλασικά, υποχρεωτικά περάσματα για την επίτευξη του κωμικού. Οι ιδέες δεν είναι κακές, καμιά, όμως, δε βρίσκει την πλήρη ολοκλήρωσή της. Μάλιστα, παρατίθεται και μια σειρά γελοίων, σχεδόν σουρεαλιστικών λεπτομερειών που μένουν ασχολίαστες. Τα ρούχα του Ερβέ, π.χ., που είναι ακριβώς τα ίδια από την αρχή ως το τέλος του φιλμ, τα βρώμικα πόδια της Ορόρ, η αυτοκτονία του καθηγητή. Οι καταδύσεις στις καταστάσεις που πραγματοποιεί ο νεαρός σκηνοθέτης Ριάντ Σατούφ - Σύρος που έφθασε στο Παρίσι δέκα ετών - μπορεί να είναι ζουμερές, εγκλωβίζονται, όμως, στα όρια του «σύμπαντος» της ακμής, του αυνανισμού, της νεανικής καχυποψίας και του γενικώς «χύμα». Οι καταδύσεις του Σατούφ δεν είναι σε καμία περίπτωση ανατρεπτικές. Σύντομα περάσματα /ρόλοι που υποδύονται η Εμανουέλ Ντεβός, η Ιρέν Ζακόμπ και η Βαλέρια Γκολίνο δεν κατορθώνουν να βελτιώσουν στο ελάχιστο τον καχεκτικό χαρακτήρα της ταινίας.

Παίζουν: Βενσάν Λακόστ, Αλίς Τρεμολιέρ, Βαλέρια Γκολίνο, Ιρέν Ζακόμπ, Εμανουέλ Ντεβός, Αντονι Σονιγκό, κ.ά.

Παραγωγή: Γαλλία (2008).

ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΑΓΙΕΡ
Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες

Δεν περνάει εβδομάδα που στη λίστα των κινηματογραφικών προϊόντων που ρίχνονται στα μαγαζιά της λιανικής πώλησης να μην υπάρχει τουλάχιστον μια ταινία τρόμου.

Πρεμιέρα για σήμερα το «Εφιάλτης στο δρόμο με τις Λεύκες» πρόσφατη διασκευή της ομότιτλης ταινίας τρόμου του Γουές Κρέιβεν, από το 1984. Μια ομάδα νεαρών ανθρώπων, φίλων, κατοίκων της οδού με τις Λεύκες, δολοφονούνται με οικτρό τρόπο στον ύπνο τους, ο ένας πίσω από τον άλλον, από έναν άνδρα/ φάντασμα με καμένο, άθλια παραμορφωμένο πρόσωπο, με ριγέ πουλόβερ, καπέλο που αντί για δάκτυλα έχει πέντε μακριά, καλοτροχισμένα μεταλλικά μαχαίρια.

Οταν πια το πράγμα δεν πάει άλλο, οι δύο τελευταίοι εναπομείναντες της παρέας αρχίζουν διεξοδικές έρευνες για να ανακαλύψουν ποιος και γιατί τους σκοτώνει. Ανακαλύπτουν, λοιπόν, ότι πίσω από τον πανίσχυρο δολοφόνο/φάντασμα βρίσκεται ο Φρέντι Κρούγκερ, επιστάτης κάποτε στο σχολείο των παιδιών και παλιός γνώριμος από το ομώνυμο φιλμ του 1984. Μετά την αποκάλυψη ότι ο Φρέντι είναι παιδεραστής (το στοιχείο της παιδεραστίας προστέθηκε στο ριμέικ του 2010), σύσσωμοι οι γονείς των μικρών παιδιών λειτουργούν αυτοδύναμα χωρίς τη βοήθεια των Αρχών και καίνε ζωντανό τον Φρέντι, μέσα σε μια αποθήκη. Ετσι, ο καμένος εκδικείται, δολοφονώντας τώρα με τον πιο άγριο τρόπο έναν - έναν τους πρώην μαθητές που τον κάρφωσαν στους γονείς τους. Το φάντασμα του Φρέντι φαίνεται ότι είναι πανίσχυρο, εμφανίζεται οποτεδήποτε θέλει και οπουδήποτε θέλει, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχει επικίνδυνη ανεπάρκεια αφηγηματικών κανόνων. Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι, ενώ ήταν πια σίγουρο ότι ο Φρέντι εξουδετερώθηκε μια για πάντα, αναπάντεχα αυτός ξαναγεννιέται από τις στάχτες του και στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ξαναρίχνεται στο έγκλημα... Αυτό σημαίνει ότι δυστυχώς έπεται συνέχεια Φρέντι...

Παίζουν: Κάιλ Γκάλνερ, Τζάκι Ερλ Χέιλι, Κέιτι Κάσιντι, Ρούνεϊ Μάρα, Τόμας Ντέκερ, Κέλαν Λουτζ, κ.ά.

Παραγωγή: ΗΠΑ (2010).

Τίποτα πάνω (και πέρα) απ' τη ζωή!

Πέντε εντελώς διαφορετικές ταινίες και περιέργως πώς μόνο μία εξ αυτών αμερικάνικη, εκείνη βέβαια του τρόμου. Νέες παραγωγές, που δε φέρνουν όμως τίποτα το καινούριο, ούτε κι έχουν κάτι καινούριο να πουν. Αναμασούν τα ήδη αναμασημένα. Και φυσικά είναι άξιο απορίας πώς όλες αυτές οι τραγικές ανατροπές που δε συμβαίνουν μόνο στα μέρη μας αλλά σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο, το ακούμε και το βλέπουμε, μας παραπονιούνται καθημερινά στο τηλέφωνο οι ξένοι φίλοι. Η οικονομική κρίση, η κοινωνική ανασφάλεια, η ανεργία, η διάλυση των υπολειμμάτων του πάλαι ποτέ κοινωνικού κράτους(;) η γενική ασφυξία που επεκτείνεται ραγδαία έχουν χτυπήσει κόκκινο. Καλά, πού βρίσκονται οι λεγόμενοι δημιουργοί, οι αποκαλούμενοι πνευματικοί άνθρωποι; Πού ζουν αυτοί, σε ποιες - εκτός κόσμου - γειτονιές; Πώς είναι δυνατόν τώρα να αισθάνονται ότι έχουν την πολυτέλεια να συνεχίζουν να επιδίδονται μανιωδώς σε διαρκή ομφαλοσκόπηση; Εδώ παίζεται ρώσικη ρουλέτα η ίδια η ζωή. Η ζωή όλων... Ακριβώς όπως έλεγε ο τίτλος εκείνης της καταπληκτικής ταινίας του Ταβερνιέ «Rien que la vie!...» Τίποτα πάνω (και πέρα) απ' την ζωή!...

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ
Ο άνθρωπος ελέφαντας

Αφίσα της ταινίας
Αφίσα της ταινίας
Η εμπορευματοποίηση της διαφορετικότητας. Οι λούμπεν εμπορεύονται τον Ανθρωπο - Ελέφαντα για να κερδίσουν πέντε δεκάρες, οι αστοί και οι ευγενείς τον εμπορεύονται για τη σωτηρία της ψυχής τους, της εικόνας τους ως εύσπλαχνων φιλάνθρωπων και της υστεροφημίας τους.

Επανέκδοση, με καινούριες κόπιες 35mm, της κλασικής πια ταινίας του Ντέιβιντ Λιντς, από το 1980. Το φιλμ πραγματεύεται το μύθο του πιο φημισμένου «τέρατος» της βικτοριανής Αγγλίας, του Τζον Μέρικ, που γεννήθηκε με βαρύτατης μορφής ελεφαντίαση η οποία του παραμόρφωσε τερατωδώς πρόσωπο και σώμα. Λόγω της αποκρουστικής του εμφάνισης και με μορφική ιδιαιτερότητα που προσεγγίζει αυτήν του ζώου - παρότι αποδεικνύεται ευαίσθητος, με ευγενικά αισθήματα, comme il faut συμπεριφορά, ταλέντο και καλλιτεχνική φαντασία - υποχρεώνεται - για να κερδίζει το ψωμί του - να εκτίθεται ως ατραξιόν σε τσίρκο. Τον Μέρικ ανακαλύπτει ο διακεκριμένος Λονδρέζος χειρουργός Φρέντρικ Τρις, τον περιθάλπει, του εξασφαλίζει απάνεμο λιμάνι, αλλά και εργασία. Ο Ανθρωπος - Ελέφαντας προβιβάζεται πια σε ατραξιόν της καλής κοινωνίας του Λονδίνου και αντικείμενο της χριστιανικής της φιλανθρωπίας.

Ο ίδιος ο Μέρικ αυτοπεριγράφεται ως εξής: «Η περίμετρος του κεφαλιού μου είναι 36 ίντσες, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι σάρκας στο πίσω μέρος του σαν φλιτζάνι και το υπόλοιπο κρανίο μου έχει κατά κάποιο λόγο "λόφους και κοιλάδες" ενώ το πρόσωπό μου είναι τέτοιο στην όψη που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει. Το δεξί μου χέρι είναι σε μέγεθος και σχήμα σαν το πόδι ενός ελέφαντα, το άλλο μου χέρι έχει τις αναλογίες του χεριού δεκάχρονου κοριτσιού, δεν είναι όμως παραμορφωμένο. Τα πόδια μου είναι καλυμμένα από χονδρό πλαδαρό δέρμα, το ίδιο και το σώμα μου, κι είναι σχεδόν το ίδιο χρώμα με αυτό του ελέφαντα. Για του λόγου το αληθές, κανείς δεν το πιστεύει αν δεν το δει με τα μάτια του». Η παραπάνω περιγραφή πιστοποιεί ότι δεν πρόκειται απλά για διαφορετικότητα. Παρατηρήστε μόνο την έκφραση στο πρόσωπο του χειρουργού Τρις (Α. Χόπκινς) με το που τον πρωτοαντικρίζει. Το πρόβλημα που θέτει η παρουσία του Ανθρώπου - Ελέφαντα είναι καταρχήν τάξης «ιατρο-επιστημονικής», όπως αναφέρει ο Βασίλης Ραφαηλίδης και αυτό είναι το επίπεδο που επικρατεί. Γιατί ποια θα ήταν η πολιτικά ορθή στάση που το κοριτσάκι στο σταθμό του τρένου θα έπρεπε να κρατήσει όταν έκπληκτο και έντρομο ρωτά τον Ανθρωπο - Ελέφαντα: Γιατί έχεις τόσο μεγάλο κεφάλι;

Παίζουν: Τζον Γκίλγκουντ, Τζον Χερτ, Αντονι Χόπκινς, Αν Μπάνκροφτ κ.ά.

Παραγωγή: ΗΠΑ (1980).

ΜΑΡΚΟ ΜΠΕΛΟΚΙΟ
Κρυφή ερωμένη

Το 2005 οι Φαμπρίτσιο Λαουρέντι και Τζιανφράνκο Νορέλι έφεραν στο φως το «Μυστικό του Μουσολίνι», με ένα ντοκιμαντέρ, στα πλαίσια της σειράς «Η Μεγάλη Ιστορία». Την ίδια χρονιά ο δημοσιογράφος Μάρκο Τζένι και την επόμενη, το 2006, ο επίσης δημοσιογράφος Αλφρέντο Πιερόνι δημοσίευσαν αντίστοιχα λεπτομερείς έρευνές τους πάνω στο ίδιο θέμα, με τίτλο «Η Σύζυγος του Μουσολίνι» ο πρώτος και «Ο μυστικός γιος του Ντούτσε» ο δεύτερος.

Στην ζωή του Μουσολίνι υπήρξε όντως ένα σκανδαλώδες μυστικό. Μια (έξτρα) σύζυγος, η Ιντα Νταλσέρ κι ένας πρωτότοκος γιος, ο Μπενίτο Αλμπίνο που ο δικτάτορας θα αναγνωρίσει αρχικά αλλά μετά θα διαψεύσει. Με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, οι μηχανισμοί του εξαπολύουν επιχειρήσεις απόσβεσης οποιουδήποτε ίχνους θα μπορούσε να συνδέσει την Νταλσέρ με τον Ντούτσε. Για το καθεστώς, η Νταλσέρ και ο γιος της - που απαιτούν με κάθε τρόπο να αναγνωριστούν ως νόμιμη σύζυγος και τέκνο του Μουσολίνι - συνιστούν απειλή άρα επιβάλλεται να εγκλεισθούν σε (διαφορετικά) ψυχιατρικά ιδρύματα όπου και πεθαίνουν το 1937 η Νταλσέρ, το 1942 ο Μπενίτο Αλμπίνο, μακριά από τους δικούς τους και όσους είχαν γνώση του γεγονότος... Ο Μάρκο Μπελόκιο ξεκαθάρισε εξαρχής ότι αυτό που τον συνάρπασε ήταν η Ιντα Νταλσέρ και η απόλυτη άρνησή της για κάθε είδος συμβιβασμού και ακόμη, ότι δεν σκόπευε να παρουσιάσει την αχρειότητα του φασιστικού καθεστώτος. Το στοίχημα βέβαια παιζόταν για τον τρόπο, με τον οποίο ο Μπελόκιο στο υπαρξιακό αυτό μελόδραμα θα χειριζόταν όχι μόνο την ιστορία της Ιντα Νταλσέρ που προσφέρθηκε, σαν πρώτο σκαλοπάτι, στην πολιτική άνοδο του Μουσολίνι αλλά και τον ίδιο τον Ντούτσε, στα τριάντα χρόνια σημαντικής ιστορίας της χώρας.

Πάντως, είναι λυπηρό να χρησιμοποιείται πια η περίοδος του φασισμού σαν σκηνογραφικό και μόνο φόντο, όταν διαπιστώνεται ότι όσο κι αν εξερευνήθηκε κινηματογραφικά, εν τούτοις παραμένουν ανείπωτα, πολλά και ουσιαστικά ακόμα, για το εύρος και την έκταση της θηριωδίας των μελανοχιτώνων. Η Ιστορία ξετυλίγεται κάπου στο βάθος, μέσα από ενσωματωμένο οπτικό υλικό της εποχής, από τα αρχεία του Ινστιτούτου Luce, παρατίθεται δε υπό μορφή «ειδήσεων σε τίτλους» κι εμπεριέχει πληροφορίες πολιτισμικής τάξης όπως, αρχιτεκτονήματα της εποχής του φασισμού, αναφορές στον φουτουρισμό και ακόμη ένα εξεζητημένο στιλ «γραμματοσειράς» στους τίτλους της αρχής που παραπέμπει σαφώς στην φασιστική αισθητική. Πέρα από την διάφανη ερμηνεία της Τζοβάνα Μετζοτζόρνο στον ρόλο της Νταλσέρ - τραγικότητα ή μανία; - η ταινία δεν πείθει ότι συνιστά σπουδαίο επίτευγμα. Τουναντίον...

Παίζουν: Τζοβάνα Μετζοτζόρνο, Φιλίπο Τίμι κ.ά.

Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2009).




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org