Πέμπτη 11 Μάρτη 2021
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ - ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΘΕΣΕΙΣ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ
Πώς σχετίζεται ο δανεισμός με τις αντιφάσεις του καπιταλισμού;

Στη Θέση 26 αναφέρεται: «Η γενικότερη δανειακή επιβάρυνση είναι πλευρά των αντιφάσεων της καπιταλιστικής λειτουργίας». Πώς σχετίζεται ο δανεισμός με τις αντιφάσεις του καπιταλισμού;

Στον καπιταλισμό ο δανεισμός συνίσταται, γενικά, στο ότι ένας καπιταλιστής (πιστωτής) παραχωρεί τη χρήση του κεφαλαίου του σε έναν άλλον (δανειζόμενος) για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, με τη συμφωνία πως όταν θα το πάρει πίσω θα εισπράξει ένα επιπλέον αντίτιμο, τον τόκο πάνω στο κεφάλαιο.

Η πράξη του δανεισμού είναι προωθητική για τον καπιταλισμό. Δανείζοντας το χρήμα που διαθέτει, ο πιστωτής το μετατρέπει σε κεφάλαιο, καθώς μετατρέπεται πλέον σε χρήμα που «αυτοαυξάνεται», ενώ ο δανειζόμενος δεν «τρώει» το κεφάλαιο που δανείζεται αλλά το επενδύει: Στη βιομηχανία αγοράζοντας μηχανήματα και μισθώνοντας εργάτες, στο εμπόριο ή αλλού. Επενδύοντάς το, ο δανειζόμενος καπιταλιστής πετυχαίνει με το κεφάλαιο αυτό ένα κέρδος μέσα από την κλοπή της υπεραξίας των εργαζομένων που μισθώνει, και επιστρέφει στον πιστωτή ένα κομμάτι αυτού του κέρδους με τη μορφή του τόκου.

Οι τράπεζες περιπλέκουν λίγο την κατάσταση. Αφενός διαμεσολαβούν ανάμεσα σε πιστωτές και σε δανειζόμενους καπιταλιστές (κάνοντας κατάθεση δανείζεις την τράπεζα, η οποία με τη σειρά της δανείζει άλλους καπιταλιστές) και αφετέρου εκτελούν μία επιπρόσθετη λειτουργία, συγκεντρώνοντας τα χρηματικά διαθέσιμα των εργαζομένων και μετατρέποντάς τα σε κεφάλαιο, ή και δανείζοντας τα λαϊκά στρώματα για να καλύψουν, μέσα από τον δανεισμό, ανάγκες που δεν καλύπτονται διαφορετικά. Ωστόσο, η ουσία του πιστωτικού κεφαλαίου δεν μεταβάλλεται.

Ετσι το πιστωτικό κεφάλαιο, δηλαδή το κεφάλαιο που γίνεται αντικείμενο δανεισμού, συμμετέχει άμεσα στην καπιταλιστική αναπαραγωγή. Ο τόκος του κεφαλαίου δεν είναι «μάννα εξ ουρανού» αλλά προέρχεται τελικά από κλεμμένη υπεραξία των εργαζομένων που μισθώνονται με αυτό το κεφάλαιο. Το ίδιο το πιστωτικό κεφάλαιο μπορεί να έχει χρηματική μορφή για αυτόν που δανείζει, τελικά όμως είναι συνδεδεμένο με κεφάλαιο με τη μορφή μέσων παραγωγής και με μισθούς εργατών.

Το ύψος του ποσοστού του τόκου ως προς το κεφάλαιο, το επιτόκιο, με βάση τα παραπάνω είναι γενικά μικρότερο από το ποσοστό κέρδους. Το επιτόκιο γενικά είναι μεγάλο όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση για δανειακό κεφάλαιο και μικρή προσφορά, ενώ μειώνεται όταν η προσφορά είναι μεγάλη και η ζήτηση μικρότερη.

Συνεπώς, τα πολύ χαμηλά επιτόκια όλων των τελευταίων ετών πριν από την εκδήλωση της κρίσης του 2020 είναι ενδεικτικά της χαμηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου, καθώς και της αδυναμίας εύρεσης επενδυτικών ευκαιριών για τα συσσωρευμένα κέρδη που έχουν οι μεγάλοι όμιλοι. Σημειωτέον, τα επιτόκια μειώθηκαν τόσο που έφτασαν να έχουν αρνητικό πρόσημο, δηλαδή πλήρωνες την τράπεζα για να φυλάει τα λεφτά σου. Τα αρνητικά επιτόκια είναι χαρακτηριστικά μιας κατάστασης όπου το ποσοστό κέρδους που εκτιμά ότι μπορεί να πετύχει το κεφάλαιο όταν επενδυθεί είναι χαμηλό. Τα χαμηλά επιτόκια συνδέονται επίσης με αύξηση του όγκου των δανείων και με υψηλή δανειακή επιβάρυνση της οικονομίας στο σύνολό της, αφού επιτρέπουν να χρηματοδοτούνται πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες χαμηλής κερδοφορίας. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η χρηματοδότηση μέσα από τον δανεισμό «κράτησε» επιχειρήσεις χωρίς ικανοποιητική κερδοφορία ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν, ή υποβοήθησε τη λειτουργία κλάδων που η κερδοφορία τους έφθινε.

Ομως ο δανεισμός έχει πάντα την υπόθεση ότι τα δάνεια θα αποπληρωθούν, ότι οι καπιταλιστές που δανείστηκαν έχουν κάνει κερδοφόρες επενδύσεις και μπορούν να αποπληρώσουν τόσο τα δανεικά όσο και τον τόκο. Από μια άποψη ο δανεισμός είναι εμπιστοσύνη στο μέλλον της ανάπτυξης: Ο πιστωτής θεωρεί ότι η παραγωγή και τα κέρδη θα μεγαλώνουν, και ότι τα δάνεια θα αποπληρωθούν. Οταν τελικά εκδηλώνεται κρίση - και πάντα εκδηλώνεται - το μέγεθος του κεφαλαίου που τελικά απαξιώνεται αφορά κεφάλαια που βρίσκονται στην παραγωγή, αλλά και το πιστωτικό κεφάλαιο με το οποίο αυτά είναι συνδεδεμένα.

Με αυτό μπορούμε να δούμε ότι τα χαμηλά επιτόκια και ο μεγάλος όγκος δανεισμού των ετών πριν από την κρίση αντανακλούσαν τη διογκούμενη υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, καθώς και ότι η εκτόξευση των «κόκκινων» δανείων δεν είναι παρά μία πλευρά της καπιταλιστικής κρίσης που εκδηλώθηκε στη συνέχεια.

Ορισμένες σκέψεις με βάση το πρώτο κείμενο των Θέσεων, από την πείρα των εδαφικών ΚΟΒ

Συχνά αντιμετωπίζουμε το ζήτημα που αναφέρεται, ότι δυσκολευόμαστε λόγω σύνθεσης και ανεπαρκούς προσανατολισμού να παρέμβουμε με κοινωνικοταξικά κριτήρια στο χώρο ευθύνης μας. Καταρχάς υπάρχει δυσκολία να προσανατολίσουμε στο ποιος είναι ο χώρος ευθύνης, γιατί ενώ μπορεί να έχουμε καθορίσει κάποιους βασικούς χώρους δουλειάς (μεγάλα σούπερ μάρκετ, εργαζόμενους στην Περιφέρεια και στον δήμο), τους μικρούς αυτοαπασχολούμενους και τους εργάτες που ζουν στις λαϊκές γειτονιές, η σύνθεση των ΚΟΒ βαραίνει. Στις εδαφικές ΚΟΒ μπορεί να υπάρχουν ιδιωτικοί υπάλληλοι, συνταξιούχοι, άνεργοι, αυτοαπασχολούμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι που μόλις τελείωσαν τις σπουδές και αναζητούν δουλειά, δηλαδή άνθρωποι που ανήκουν σε πολλούς διαφορετικούς χώρους και η καταγραφή τους, ο περίγυρος με τον οποίο κάνουν δουλειά, στην πλειοψηφία τους δεν ανήκουν στους χώρους ευθύνης. Ετσι η δουλειά μας γέρνει στη γενική δουλειά με αυτόν τον κόσμο.

Χρειάζεται να βελτιώσουμε την ίδια τη συζήτηση στις ΚΟΒ για να αλλάξει και αυτός ο τρόπος δουλειάς. Είναι πρώτα απ' όλα καθοδηγητικό πρόβλημα ότι πολλές φορές η συζήτηση είναι γενικόλογη, γίνεται πολιτική ενημέρωση (που και αυτή χρειάζεται, γιατί πολλές φορές οι σύντροφοι δεν διαβάζουν - αλλά αυτό μπορεί να λυθεί και στην ατομική συνεργασία), αλλά και όταν γίνεται προσπάθεια να έρθει εικόνα από τον κόσμο, να συζητήσουμε μια πείρα, αυτή δεν αφορά τους χώρους που ιεραρχούμε, αλλά τον στενό περίγυρο ή μια γενική εικόνα από τις εξορμήσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι σύντροφοι φεύγοντας από τη συνεδρίαση να καταλαβαίνουν ότι θα πάω να πω αυτά που άκουσα στους ίδιους ανθρώπους, χωρίς να κάνουμε κάποιο ουσιαστικό βήμα. Αρα η βελτίωση της εσωοργανωτικής λειτουργίας, που δεν περιορίζεται μόνο στη συνεδρίαση (αφορά και την ατομική συνεργασία, τη λειτουργία Τμημάτων της ΚΟΒ κ.λπ.) είναι όρος για την ισχυροποίηση της ΚΟΒ. Για να προσανατολίσουμε σε συγκεκριμένους χώρους οφείλουμε να απασχολεί τη συνεδρίαση της ΚΟΒ η δουλειά μας εκεί, π.χ. μια συνεδρίαση να αφορά τη δουλειά στα σούπερ μάρκετ. Να υπάρχει καταγραφή τι ξέρουμε, τι ειδικότερα προβλήματα αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, τι παρεμβάσεις σχεδιάζουμε κ.λπ., μια δουλειά που θα πρέπει πρώτα να έχει προετοιμάσει το Γραφείο της ΚΟΒ ή το αντίστοιχο Τμήμα της ΚΟΒ. Ετσι, από μια ζωντανή συζήτηση μπορεί να προκύψουν νέα ονόματα, δυνατότητες.

Κρίσιμο ζήτημα είναι και η ατομική συνεργασία με κάθε κομματικό μέλος. Αυτό από μόνο του βελτιώνει τη συζήτηση στην ΚΟΒ, αφού οι σύντροφοι είναι προετοιμασμένοι, έχουν σκεφτεί τι θα μπορούμε να κάνουμε σε κάθε φάση κ.λπ. Βοηθάει τον Γραμματέα της ΚΟΒ να καταλάβει τι απασχολεί, να το ανοίξει στη συζήτηση με τους άλλους συντρόφους ή στην ΚΟΒ και να το απαντήσει. Η ατομική συνεργασία βοηθάει στο να λύνεται τι κάνει ο καθένας καθημερινά, πώς δρα για ζητήματα που προκύπτουν στον χώρο δουλειάς ή δράσης, που μπορεί να μην είναι ο χώρος για τον οποίο συζητά η ΚΟΒ. Εδώ είναι μία ακόμα δυσκολία που αντιμετωπίζουμε και λόγω έλλειψης εμπειρίας και γνώσης για ορισμένα ζητήματα. Εννοείται ότι ο σύντροφος πρέπει να δρα σε κάθε χώρο, πρώτα απ' όλα στον χώρο δουλειάς, άσχετα αν είναι ο χώρος που ιεραρχούμε, και να δέχεται καθοδηγητική βοήθεια. Δηλαδή, ο Γραμματέας να είναι προετοιμασμένος γι' αυτό, να έχει εικόνα του χώρου, της θέσης μας για διάφορα ζητήματα κ.λπ.

Αυτό αφορά και πιο συνολικά ζητήματα που μπορεί να απασχολούν το λαό της πόλης ή κάποια μερίδα του, και ενώ το Κόμμα να έχει επεξεργασμένη θέση, οι ΚΟΒ να μην την έχουν συζητήσει ή να μην τη γνωρίζουν. Για παράδειγμα, πρόσφατα επεξεργαστήκαμε τη θέση μας για τον σχεδιασμό του Οργανισμού Λιμένων Νομού Εύβοιας για την περιοχή της Χαλκίδας. Η συγκεκριμένη πρόταση αν υλοποιηθεί έχει προοπτική με το «τυράκι» της προσέλκυσης τουρισμού να ενσωματώσει ένα τμήμα του λαού, π.χ. αυτοαπασχολούμενους, εργαζόμενους στην Εστίαση. Αλλωστε, η αστική προπαγάνδα θα μιλά για τουριστική ανάπτυξη. Στην αντίστοιχη ΚΟΒ πρέπει να το ενσωματώσουμε στην επιχειρηματολογία ότι π.χ. σε μια φάση νέας οικονομικής κρίσης ο σχεδιασμός αυτός υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου. Δεν φτάνει αυτή η ατάκα. Χρειάζεται περισσότερη συζήτηση, να εξειδικεύσουμε ανάλογα και σε ποιον απευθυνόμαστε - αλλιώς σε έναν αυτοαπασχολούμενο και αλλιώς σε έναν εργαζόμενο σε ξενοδοχείο. Απαιτείται από τους καθοδηγητές καλή γνώση, τριβή με διάφορα ζητήματα, χωρίς - εννοείται - να αποσπόμαστε από την ιεράρχηση κοινωνικοταξικά στους χώρους ευθύνης.

Ενα ζήτημα προς βελτίωση είναι το πώς δουλεύουμε με σχέδιο με τους οπαδούς εξατομικευμένο, πώς τους προετοιμάζουμε για ένταξη στο Κόμμα ή και αν τους βλέπουμε ως μελλοντικά κομματικά μέλη. Κάνουμε συσκέψεις εξοπλίζοντας τον περίγυρο, αλλά μετά τη σύσκεψη μένει στον «αέρα» τι θα κάνουν, θα δουλέψουν με το υπογραφόχαρτο, με το κουπόνι, θα τους δώσουμε να διαβάσουν κάτι από την ΚΟΜΕΠ και να το συζητήσουμε; Δηλαδή πώς δίνουμε μια συνέχεια ώστε να μπουν και αυτοί στη δράση; Ενα παράδειγμα είναι η βοήθεια που δώσαμε σε ορισμένους γονείς, μπροστά στις μαθητικές κινητοποιήσεις και στο άνοιγμα των σχολείων, να διεκδικήσουν μέτρα προστασίας στους Συλλόγους Γονέων, να στηρίξουν τα παιδιά τους. Χρειάζεται να δίνουμε συνέχεια έχοντας στο μυαλό μας πώς μια τέτοια παρέμβαση για λαϊκά προβλήματα μπορεί να συσπειρώσει κόσμο, να βάλει σε κίνηση ανθρώπους που ακόμα φοβούνται να κάνουν το βήμα στον χώρο δουλειάς.

Τέλος, ορισμένες σκέψεις για την προσπάθεια που πρέπει να κάνουμε για να αλλάξει η κατάσταση στα μέλη και στελέχη με το διάβασμα. Εδώ από την πείρα των μαθημάτων εντοπίζω τρεις βασικές δυσκολίες με τις οποίες πρέπει να «συγκρουστούμε»:

-- «Τα ξέρουμε», «διαβάζω "Ριζοσπάστη" και αρκεί», δηλαδή μια λαθεμένη αυτάρκεια.

-- Νέα κομματικά μέλη δυσκολεύονται με κείμενα που περιέχουν όρους.

-- Τη συνήθεια χρόνων που έχουν κομματικά μέλη να μη διαβάζουν ούτε την εφημερίδα.

Σίγουρα η οργανωμένη προσπάθεια για εσωκομματική μόρφωση με τα μαθήματα βοηθάει, αλλά δεν αρκεί. Ούτε φτάνει μια επίκληση που κάνουμε, «διάβασε», ή να δώσεις σε όλους μια λίστα με βιβλιοπροτάσεις. Θέλει σκέψη ξεχωριστά τι θα βοηθήσει κάθε σύντροφο, να δημιουργήσουμε ενδιαφέρον και, για να πετύχουμε να γίνει το διάβασμα συνήθεια και ανάγκη, να το αντιληφθούμε πρώτα απ' όλα ως εργαλείο που βοηθάει να πείσεις, να εκλαϊκεύσεις. Για παράδειγμα, σε μια ΚΟΒ έχουμε μέλη που δυσκολεύονται με το διάβασμα. Είναι γυναίκες, εργαζόμενες, μητέρες, οπότε για να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον και σε αυτό που ζουν καθημερινά και τις απασχολεί, να δώσουμε την μπροσούρα της ΚΝΕ για τις γυναίκες ή την αντίστοιχη επεξεργασία του Κόμματος, ή για να βοηθήσουμε να παρακολουθήσουν τη διαδικασία του Συνεδρίου και το μάθημα για την κρίση, να κατανοήσουν όρους, τη λειτουργία του καπιταλισμού κ.λπ., τις μπροσούρες της ΚΝΕ «Αντεπίθεση» ή «Αλήθειες και Ψέματα». Αυτός μπορεί να γίνει ένας τρόπος δουλειάς από τα στελέχη, με βασική προϋπόθεση και τα ίδια να μελετούν και να τους απασχολεί πώς αντίστοιχα θα φτάνουν και στα μέλη μας.


Εύα Καραμέτου
Μέλος της Τομεακής Επιτροπής Εύβοιας του ΚΚΕ

Για το πρώτο κείμενο

Είναι καθαρό από το πρώτο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ ότι το βασικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει μπροστά στο 21ο Συνέδριο είναι η ενίσχυση της ιδεολογικής και πολιτικής δουλειάς σε όλη την κλίμακα του Κόμματος και της ΚΝΕ, η άνοδος της μαρξιστικής μόρφωσης στελεχών και μελών Κόμματος και ΚΝΕ.

Είναι αλήθεια ότι από το 20ό Συνέδριο δώσαμε πολλές και σύνθετες μάχες. Ιδιαίτερα στη φάση της πανδημίας το Κόμμα κλήθηκε να απαντήσει σε πρωτοφανέρωτα ζητήματα.

Την πείρα αυτού του διαστήματος δεν πρέπει να την αφήσουμε στα συρτάρια και στις εισηγήσεις των Οργάνων, στα κείμενα των Αποφάσεων της ΚΕ, αλλά να κάνουμε προσπάθεια αυτά καθημερινά να γονιμοποιούνται, να γίνονται υλική δύναμη με όρους δράσης.

Το βασικότερο συμπέρασμα είναι ότι η γενική πολιτική κατεύθυνση της δράσης όλου του Κόμματος ήταν οργανικά δεμένη με τις στρατηγικές μας επεξεργασίες, ήρθε και πάτησε στην ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία όλων των τελευταίων χρόνων. Ετσι το Κόμμα μπορεί και αντεπεξέρχεται στη διαπάλη με την αστική στρατηγική, ξεπερνά τις τρικλοποδιές του οπορτουνισμού, δεν ενσωματώνεται στους σχεδιασμούς του ταξικού αντιπάλου. Χρειάζεται να τονίσουμε και να κρατήσουμε ως συμπέρασμα ότι στις δοσμένες συνθήκες (πανδημία και διαχείρισή της, εκδήλωση καπιταλιστικής κρίσης κ.λπ.) δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι το Κόμμα θα ανταποκρινόταν οριοθετώντας με σαφήνεια θέσεις, τακτική, αιτήματα, στόχους πάλης που να υπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, του λαού και δεν θα γίνονται ουρά στην αστική πολιτική. Η ικανότητα αυτή φυσικά ήταν αποτέλεσμα του συνόλου της ιδεολογικής και πολιτικής δουλειάς, που άφησε παρακαταθήκες τα προηγούμενα χρόνια. Η μελετητική δουλειά για το σοσιαλισμό, που συνεχίζεται, η δουλειά με το Πρόγραμμα και η αντιπαράθεση με τον οπορτουνισμό γύρω από τα ζητήματα της συμμετοχής ή στήριξης σε αστικές κυβερνήσεις, για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών, τα διδάγματα από τη μελέτη της Ιστορίας μας, ήταν και παραμένουν οι βάσεις πάνω στις οποίες σήμερα μπορούμε να χτίσουμε μια πιο στέρεη ιδεολογική ενότητα μέσα στο Κόμμα αλλά και με τον περίγυρο. Ετσι σήμερα καταφέρνουμε και δεν πατάμε τις «μπανανόφλουδες» της «εθνικής ομοψυχίας». Ετσι σήμερα καταφέρνουμε να διαμορφώνουμε στόχους πάλης που να αγκαλιάζονται από ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις, όπως με το ζήτημα της επίταξης του ιδιωτικού τομέα Υγείας σε συνθήκες πανδημίας.

Το πρόβλημα ωστόσο που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην ικανότητα που έχει κατακτήσει το Κόμμα να δουλεύει με τη στρατηγική του και στο αποτύπωμα αυτής της ικανότητας στην καθημερινή δράση των ΚΟΒ, των κομματικών ομάδων, των βοηθητικών επιτελείων, τελικά όλου του Κόμματος, σε κάθε κρίκο.

Για παράδειγμα, στην ΤΕ Καβάλας ελάχιστες είναι οι φορές που η συζήτηση εμπλουτίστηκε από στοιχεία της δράσης του αντιπάλου, βαθύτερης κατανόησης της επίδρασης που έχει στη συνείδηση των εργαζομένων η στρατηγική του.

Αντίθετα, είναι θετική η πείρα όταν κάναμε τέτοια προσπάθεια στην παρακολούθηση της διαπάλης τμημάτων του κεφαλαίου σε σχέση με την εγκατάσταση του LNG, την αντιπαράθεση τουριστικού, ενεργειακού, βιομηχανικού κεφαλαίου. Αντιπαράθεση που επιδρούσε στο πλαίσιο το οποίο υιοθετούσε ο κόσμος που συμμετείχε μαζικά στις κινητοποιήσεις, όπως για παράδειγμα να προκρίνουν όλο το «φιλοπεριβαλλοντικό» περιεχόμενο του πλαισίου πάλης για να κρύψουν ότι η πραγματική κινητήρια δύναμη για αυτούς ήταν τα συμφέροντα του τουριστικού κεφαλαίου που έρχονταν αντιμέτωπα με τον σχεδιασμό αυτό. Αλλωστε ο «φιλοπεριβαλλοντικός» μανδύας αφορούσε τις δυνάμεις που συμφωνούν στη δημιουργία του νέου εργοστασίου απορριμμάτων στα ανατολικά της πόλης και που δεν αποκλείουν την καρκινογόνα καύση. Τις δυνάμεις που «κάνουν τα στραβά μάτια» στις χημικές βιομηχανίες, οι οποίες συνεχίζουν να ρυπαίνουν και να σπέρνουν τον καρκίνο.

Το θέμα είναι πόσο έφτασαν τέτοιες επεξεργασίες κάτω στις ΚΟΒ, πόσο αφομοιώθηκαν συμπεράσματα και για τη δική μας στάση και δράση, πόσο έγιναν εν τέλει οδηγός στη δράση των ΚΟΒ, για να έχουμε και αποκρυσταλλώματα. Με λίγα λόγια, δεν αρκεί η επεξεργασία σωστών αιτημάτων, στόχων πάλης, διεκδικητικού πλαισίου ή τακτικής, ακόμα κι αν γίνεται από τη σκοπιά της στρατηγικής μας, αν αυτά δεν απασχολούν τις κομματικές δυνάμεις, τους οπαδούς.

Αυτή είναι η αφετηρία για να ερμηνεύουμε τις διάφορες και πολλές φορές φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις που αποτυπώνονται όταν εκδηλώνονται κινητοποιήσεις και αγώνες για οξυμένα λαϊκά προβλήματα στις οποίες εμείς δεν παίρνουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων, ηγετικό ρόλο παίζουν η δημοτική ή η περιφερειακή αρχή, ρεφορμιστικά σωματεία, η Εκκλησία. Και τέτοια παραδείγματα είχαμε τα τελευταία χρόνια, με τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στη ΒΦΛ για τις μετατροπές των συμβάσεων και τις απολύσεις, με τα συλλαλητήρια για να μην κλείσουν τα Πετρέλαια, για να μην εγκατασταθούν διόδια στην Εγνατία. Σε κάθε περίπτωση κρίναμε για τη συμμετοχή των δικών μας δυνάμεων με βάση τη φύση και τη σημασία του προβλήματος. Είχαμε διακριτή παρουσία και διαμορφώναμε το δικό μας πλαίσιο αιτημάτων. Προσπαθούσαμε να διεξάγουμε αντιπαράθεση με τις άλλες δυνάμεις από τη σκοπιά των θέσεων του Κόμματος. Δεν ήταν πάντα εύκολο. Ο αντίπαλος και πείρα έχει και ελιγμούς ξέρει να κάνει. Και, κυρίως, διαθέτει τα μέσα και τα όπλα να στοιχίζει εργατικές - λαϊκές δυνάμεις στους στόχους των επιχειρηματικών ομίλων. Επομένως, απαιτείται πολύ καλή παρακολούθηση της τακτικής και των θέσεών τους, των μεθόδων που αξιοποιούν, της ικανότητας να παρουσιάζουν ως φιλολαϊκές τις στοχεύσεις του κεφαλαίου.

Για όλα τα παραπάνω απαιτήθηκε δουλειά σε βάθος, με υπομονή και μελέτη, συλλογική συζήτηση και επεξεργασία συνθημάτων, στόχων πάλης, επιχειρηματολογίας. Το πρόβλημα είναι πώς αυτά αγκαλιάζονται από όλο το κομματικό δυναμικό και τους οπαδούς, για να γίνουν δύναμη συσπείρωσης ευρύτερων εργατικών - λαϊκών δυνάμεων.

Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε και τις δυσκολίες να αναλάβουμε εμείς πρωτοβουλίες σε τέτοια και άλλα ζητήματα. Τις αναστολές και τους φόβους αν και κατά πόσο θα πετύχουμε μια κάποια συσπείρωση δυνάμεων, αν θα έχουμε στο τέλος αποκρυσταλλώματα. Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε και τους προβληματισμούς που συχνά συναντάμε αν και κατά πόσο πρέπει να «μπαίνουμε σε τέτοιους αγώνες» ή ακόμα και αν θα πρέπει να «μαλακώσουμε κάποιες αιχμές στην αντιπαράθεση ή κάποια αιτήματα, για να πετύχουμε μεγαλύτερη συσπείρωση».

Ολα αυτά χρειάζεται σε κάθε φάση να συζητιούνται συλλογικά, τα συμπεράσματα να φτάνουν σε όλο το κομματικό και ΚΝίτικο δυναμικό. Να παίρνονται απόψεις, να λαμβάνονται υπόψη γνώμες, να δίνονται απαντήσεις. Είναι και αυτά στοιχεία για την ενίσχυση της ιδεολογικής και πολιτικής δουλειάς στις γραμμές μας και ευρύτερα. Είναι και αυτά καθοδηγητικά ζητήματα που πρέπει και μπορούμε να τα απαντήσουμε με βάση και τις κατευθύνσεις που δίνουν οι Θέσεις της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο του Κόμματος.


Βασίλης Καταπόδης
Μέλος του Γραφείου Περιοχής Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης του ΚΚΕΓραμματέας της Τομεακής Επιτροπής Καβάλας

Ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις

Το Κόμμα ανταποκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό, έδωσε σε δύσκολες και σύνθετες συνθήκες μάχες για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, απέναντι στην επίθεση που δέχονται το εισόδημα, τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις τους. Καταφέραμε να είμαστε η διακριτή εργατική - λαϊκή πρωτοπορία, ο διακριτός πόλος συσπείρωσης, που αναδεικνύει παράλληλα την άλλη προοπτική.

Με βεβαιότητα υποστηρίζουμε ότι το Κόμμα κατάφερε και τον επαναστατικό του χαρακτήρα να διατηρήσει και να αυξήσει το κύρος και την επιρροή του, την ικανότητα συσπείρωσης, σε μια εποχή που το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο για υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, συναινέσεις. Κερδίσαμε στη συνείδηση των εργαζομένων από την υπεύθυνη στάση στην πανδημία, τα μέτρα που πήραμε στις διαδικασίες, στις εργατικές - λαϊκές κινητοποιήσεις, την επίμονη δουλειά για να μην επικρατήσει σιγή νεκροταφείου που επιδίωκαν κυβέρνηση και κεφάλαιο, και στις συνθήκες αυτές είμαστε μπροστά στην οργάνωση και καθοδήγηση των αγώνων.

Το Κόμμα έκανε βήματα στην επεξεργασία θέσεων σε πολλούς τομείς, με βάση τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες εξελίξεις. Σε πολλούς κλάδους και χώρους ανέλυσε επαρκώς τις εξελίξεις, πρόβαλε θέσεις και διεκδικήσεις.

Ομως οι εξελίξεις απαιτούν συνεχή δουλειά και ικανότητα προσαρμογής, ώστε και τους κινδύνους της ενσωμάτωσης να αποφύγουμε, και να παραμένουμε και να δυναμώνουμε ως υπαρκτή, ισχυρή, διακριτή πρωτοπορία.

Ορισμένες παρατηρήσεις:

Ανανεώνεται με γρήγορους ρυθμούς η οργανωμένη βάση του Κόμματος, ο περίγυρος. Το μεγαλύτερο μέρος κομματικών μελών και στελεχών δεν έζησε καν τις αντεπαναστατικές ανατροπές, τη μεγάλη εσωκομματική κρίση. Οι δεσμοί αίματος με το Κόμμα και το κίνημα αδυνατίζουν, οι αγωνιστικές παραδόσεις που κράτησαν το Κόμμα σε ταραγμένες περιόδους δεν επαρκούν. Μεγάλο μέρος των οργανωμένων μας δυνάμεων (με όποια θετικά και αρνητικά) δεν έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Απαιτείται άλλου επιπέδου δουλειά για την αφομοίωση των νέων δυνάμεων, την προσέλκυση εργατικών - λαϊκών μαζών στους αγώνες, τη συνειδητή στράτευση, το κέρδισμά τους ιδεολογικά - πολιτικά. Να ξαναδούμε τη δουλειά με τον περίγυρο, να είναι πάντα στο επίκεντρο η έγνοια να αυξάνεται καθημερινά. Να μη συμβιβαζόμαστε με το να καταγράφουμε σε μεγάλες πόλεις και συνοικίες κάποιες εκατοντάδες εργαζόμενους και πραγματική, ουσιαστική επαφή να έχουμε με μικρό μέρος αυτών, και κάτι αντίστοιχο σε ολόκληρους κλάδους. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Υπάρχουν θετικά παραδείγματα, έχουμε επιτυχίες σε πολλούς τομείς, αλλά πρέπει να αξιοποιήσουμε ανάλογες εμπειρίες, πραγματικά πλούσιες. Παρά τις προβληματικές επεξεργασίες, τις επιδράσεις από τις αρνητικές εξελίξεις στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, τη λειψή ιδεολογική δουλειά, μπορούμε και πρέπει να αξιοποιήσουμε παλαιότερες εμπειρίες από τη δουλειά του Κόμματος στις μάζες: Πώς δουλεύαμε στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, τη δουλειά σε τομείς με τους οποίους σήμερα λίγο ασχολούμαστε (πολιτισμός, αθλητισμός). Με περισσότερες βέβαια δυνάμεις, παρεμβαίναμε σε εκατοντάδες αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, που άνοιγαν δρόμους, δημιουργούσαν κίνημα στις γειτονιές, μέχρι και σε χωριά παρατημένα σήμερα.

Συμφωνώ με τις εκτιμήσεις στο ζήτημα των στελεχών, της βοήθειας στα νέα στελέχη που φυσιολογικά αναλαμβάνουν την ευθύνη του Κόμματος. Στέκομαι σε δύο σημεία: Πρέπει παραπάνω να τονιστεί η ανάγκη της συλλογικότητας στη λειτουργία των Οργάνων, των ΤΕ, των ΚΟΒ, αλλά και στη δουλειά, η εμπιστοσύνη στα στελέχη, η συνακόλουθη βοήθεια που επιβάλλεται. Η βελτίωση της συλλογικότητας να είναι διαρκές μέλημα.

«Η ανάπτυξη των στελεχών πρέπει να ξεκινάει από την όσο γίνεται καλύτερη γνώση των προσωπικών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων, την αξιοποίηση και εξέλιξη με κομματικά κριτήρια». Υπογραμμίζω την εξέταση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, του χαρακτήρα κάθε στελέχους. Διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι όσες δυνατότητες και όποια κατάρτιση κι αν έχει ένα στέλεχος, αν δεν είναι καλός χαρακτήρας, δηλαδή απλός, συλλογικός, ανεκτικός στην άλλη άποψη (σε κομματικά πλαίσια), ανθρώπινος, με καλές σχέσεις και συμπεριφορά με τα κομματικά μέλη και τον περίγυρο, με συμμετοχή και στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των αποφάσεων, αν διακρίνεται από αυταρχισμό και αίσθηση επάρκειας, αργά ή γρήγορα θα δημιουργηθούν προβλήματα, θα πληρώσουμε, αν δεν γίνει καλύτερος. Το Κόμμα είναι σχολείο και για όσους μεγαλώσαμε μέσα στο Κόμμα και για νεότερους συντρόφους, διαμόρφωσε και διαμορφώνει χαρακτήρες. Εχουμε παραδείγματα, παλιότερα και πιο πρόσφατα, στελεχών που σε κρίσιμες περιόδους μάς χαιρέτησαν, αφού προξένησαν μεγάλη ζημιά.

Σωστά δίνεται έμφαση στην καθοριστική σημασία της ιδεολογικής - μορφωτικής δουλειάς στις γραμμές μας. Σε κάθε κομματική διαδικασία, ιδιαίτερα στις εδαφικές ΚΟΒ, διαπιστώνουμε τα τεράστια ζητήματα που υπάρχουν. Στη συντριπτική πλειοψηφία ξεκινούν από άγνοια, λειψή γνώση της θεωρίας αλλά και σύγχρονων επεξεργασιών. Δεν περιορίζονται στους ηλικιωμένους συντρόφους, που δεν ξεπερνούν εύκολα παλιές αντιλήψεις και επεξεργασίες. Παρουσιάζεται και σε νεότερους, που δεν έμαθαν να διαβάζουν, δεν μελετούν, δεν παρακολουθούν τις θέσεις μας. Προεκτείνεται στον περίγυρο. Εργαζόμενοι που δηλώνουν ΚΚΕ, παίρνουν σε μια σειρά από θέματα αρνητικές μέχρι αντιδραστικές θέσεις, δεν πιστεύουν στη συλλογική πάλη, στη δυνατότητα ανατροπών και αλλαγών, δεν συμμετέχουν στο εργατικό - λαϊκό κίνημα.

Η ιδεολογική - μορφωτική και η γενική προπαγανδιστική δουλειά πρέπει να αναβαθμιστούν ριζικά. Να σταματήσει να είναι υποχρέωση ή - χειρότερα - αγγαρεία. Να αναπτυχθεί στις γραμμές και στον περίγυρο πραγματικό μορφωτικό ρεύμα. Να οργανώσουμε συσκέψεις και συζητήσεις πάνω και στις Θέσεις και σε ευρύτερα ζητήματα. Οι συνελεύσεις και τα μαθήματα να είναι ζωντανές διαδικασίες, να ενθαρρύνουμε τη διατύπωση των σκέψεων, των απόψεων.

Τέλος: Εχουμε συζητήσει με το Δοκίμιο και καταλήξαμε, μετά από μια συζήτηση που μόνο το ΚΚΕ μπορούσε να κάνει. Είναι πολύ σημαντική η συμβολή και η δουλειά του Τμήματος Ιστορίας. Πλευρές όμως της Ιστορίας μας και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος χρειάζονται συνεχή συζήτηση και εμβάθυνση. Να παίρνουμε υπόψη νέα στοιχεία που έρχονται από αρχεία της ΕΣΣΔ και αλλού (με το απαραίτητο φιλτράρισμα - γνωρίζουμε τι πλαστογράφηση και παραποίηση γίνεται), να βγάζουμε συμπεράσματα. Με βάση και τα όποια νέα στοιχεία, να κάνουμε πιο ολοκληρωμένη αποτίμηση σημαντικών γεγονότων και ιστορικών προσωπικοτήτων. Βέβαια συμφωνούμε ότι η βασική αλήθεια πάντα θα είναι μία: Η πρώτη απόπειρα του άλματος από την κοινωνία της εκμετάλλευσης στην άλλη, τη σοσιαλιστική κοινωνία, ήταν η σημαντικότερη μέχρι τώρα στιγμή στην Ιστορία. Η Ιστορία του ΚΚΕ, παρά τα σημαντικά λάθη και τις προβληματικές σε πολλές περιόδους στρατηγικές, είναι ιστορία αγώνων και προετοιμασίας για την επαναστατική ανατροπή.

Είμαι σίγουρος ότι το Συνέδριο, με τη συμβολή του συνόλου του Κόμματος, αλλά και εργαζομένων που ενδιαφέρονται και νοιάζονται για ισχυρό ΚΚΕ, αποκούμπι και στήριγμά τους, θα δώσει νέα ώθηση και ζωντάνια στην προσπάθεια προετοιμασίας των επαναστατικών ανατροπών σε μη επαναστατικούς καιρούς.


Ηλίας Γκουτζηγιάννης
Μέλος του Γραφείου Περιοχής Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org