Σάββατο 3 Δεκέμβρη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 12
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
Ενεργότερη και πιο αποτελεσματική κερδοφόρα δράση στην Ενέργεια

Από παλιότερη υπουργική διάσκεψη της ΕΕ και κρατών της Μεσογείου για την Ενέργεια

Eurokinissi

Από παλιότερη υπουργική διάσκεψη της ΕΕ και κρατών της Μεσογείου για την Ενέργεια
Το περιεχόμενο της σχέσης της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ, για τη χωρίς προβλήματα κάλυψη των αναγκών της με τις επενδύσεις επιχειρηματικών ομίλων του τομέα Ενέργειας, αλλά και όσων έχουν σχέση με τις κατασκευές υποδομών για την παραγωγή της σε άλλα κράτη, που είτε ο τομέας Ενέργειας έχει τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης είτε έχουν ενεργειακές πηγές προς εκμετάλλευση, συζήτησε το πρόσφατο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων που πραγματοποιήθηκε την περασμένη βδομάδα στις Βρυξέλλες. Αλλωστε, είναι ένα πεδίο που δίνει τεράστια κέρδη, γι' αυτό και εκδηλώνονται και οξύτατοι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί.

Η συζήτηση στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων σχετίζεται με την επικαιροποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί σε κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο στις 20 Ιούλη του 2015 σχετικά με την «Ενεργειακή Διπλωματία της ΕΕ», οι οποίες είχαν ως κεντρικό τους στοιχείο την εξασφάλιση πρόσβασης στις ενεργειακές πηγές και στις ενεργειακές αγορές τους των ευρωενωσιακών επιχειρηματικών ομίλων Ενέργειας σε κράτη εκτός ΕΕ. Στην ίδια δέσμη αποφάσεων υπογραμμιζόταν ότι η ΕΕ θα χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων μέτρων στο εξωτερικό εμπόριο, για να διασφαλίσει «την εποικοδομητική συνεργασία με τους εταίρους της».

Στα συμπεράσματα του πρόσφατου Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, διασαφηνίζεται περαιτέρω η ανάγκη συνοχής μεταξύ της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και της ενεργειακής της πολιτικής, (άλλωστε, για να έχουν πρόσβαση σε πηγές Ενέργειας εκτός ΕΕ ή για να επενδύσουν εκτός ΕΕ, χρειάζεται και ανάλογη εξωτερική πολιτική, ώστε να δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες για εξαγωγή κεφαλαίου), ενώ γίνεται ειδική αναφορά στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ο οποίος τοποθετείται ψηλά στην ενεργειακή ατζέντα. Φαίνεται ότι οι ευρωενωσιακοί όμιλοι που παράγουν μέσα παραγωγής Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (π.χ. φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κ.λπ.), χρειάζονται πολιτική που θα συμβάλλει στην προώθησή τους. Χαρακτηριστικά, σημειώνεται ότι σήμερα «καλείται η Ευρώπη να γίνει ο παγκόσμιος ηγέτης στην Ανανεώσιμη Ενέργεια, όπως και στην έρευνα, την καινοτομία και τις τεχνολογίες». Ξέροντας, βεβαίως, ότι χωρίς την ύπαρξη μέσων παραγωγής με ορυκτά καύσιμα που μπορούν να παράγουν σταθερή τάση, η Ανανεώσιμη Ενέργεια δεν μπορεί να σταθεί. Δεν έχει πάντα ήλιο, ούτε πάντα αέρα.

Παράλληλα, θέτει εντός ενιαίου πλαισίου τις ανάγκες οικονομικής ανάπτυξης και Ενέργειας με τις πολιτικές που ακολουθεί η ΕΕ σε παγκόσμιο επίπεδο στους τομείς της λεγόμενης «κλιματικής αλλαγής» του περιβάλλοντος, της διαχείρισης των υδάτων, αλλά και της παραγωγής τροφίμων και της διατροφικής ασφάλειας. Ολα αυτά, βεβαίως, ως μέσα για να προωθηθεί η κερδοφόρα δράση των ευρωενωσιακών καπιταλιστικών επιχειρήσεων διεθνώς και όχι για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Ούτε των λαών της ΕΕ, ούτε των λαών των κρατών που εξάγουν κεφάλαια για επενδύσεις ή εμπορεύματα.

Κερδοφόρες οι επιδιωκόμενες «συνεργασίες»

Την ίδια στιγμή, με περισσή υποκρισία και άκρατο κυνισμό σημειώνει ότι η πρόσβαση στην Ενέργεια, για τους πολίτες ειδικά των πιο «φτωχών εταίρων» της ΕΕ, εννοώντας κράτη με τα οποία αναπτύσσουν οικονομικές σχέσεις, ανισότιμες βεβαίως, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την καταπολέμηση της φτώχειας και δηλώνει την αποφασιστικότητα των Βρυξελλών να ενισχυθούν οι συνεργαζόμενες τρίτες χώρες για τη χορήγηση πρόσβασης στην Ενέργεια σε 500 εκατ. ανθρώπους μέχρι το 2030. Είναι υποκρισία και κυνισμός, γιατί όλο αυτό αποσκοπεί στη συνεχή τεράστια κερδοφορία που θα έχουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι που θα επενδύσουν στον τομέα Ενέργειας σ' αυτά τα κράτη.

Ετσι, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην ευρω-αφρικανική συνεργασία στον τομέα της Ενέργειας, μέσα από την υλοποίηση συγκεκριμένων έργων υποδομών που αφορούν την ενεργειακή διασύνδεση των δύο ηπείρων διά μέσου της Μεσογείου, ώστε να εξασφαλίζεται Ενέργεια στην ΕΕ, την ενίσχυση της παραγωγής Ενέργειας στη «Μαύρη Ηπειρο», αλλά και την οικοδόμηση δικτύων μεταφοράς στο εσωτερικό της Αφρικής. Σύντομες αναφορές υπάρχουν και σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης των ενεργειακών διασυνδέσεων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ενώ αναγνωρίζει το σημαντικό ρόλο που θα συνεχίσει να παίζει το φυσικό αέριο για μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, ώσπου να ολοκληρωθούν οι ευρωπαϊκοί στόχοι μετάβασης στις νέες μορφές Ανανεώσιμων Πηγών. Αλλά, όπως έχουμε πει πιο πάνω, η ολοκλήρωση αυτών των στόχων δεν μπορεί να καταργήσει το φυσικό αέριο, δεν μπορεί να καλύψει η Ανανεώσιμη Ενέργεια όλες τις ανάγκες.

Το κύριο βάρος η συζήτηση, στο εν λόγω Συμβούλιο, το έριξε κυρίως στις αφρικανικές χώρες και ειδικότερα στις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, όπου διαπιστώνει... σοβαρές ελλείψεις στο επίπεδο διαβίωσης των πολιτών της. Τα πράγματα ως προς τις προθέσεις της ΕΕ ξεκαθαρίζουν όταν υπογραμμίζει ότι μέχρι το 2032 θα απαιτηθούν 1 τρισ. ευρώ σε ενεργειακά έργα υποδομών, μεγάλο μέρος των οποίων προορίζεται για την Αφρική. Αλλωστε, σ' αυτή την περιοχή υπάρχουν μεγάλα περιθώρια καπιταλιστικής ανάπτυξης, υπάρχει πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, γίνονται επενδύσεις και από τις ΗΠΑ, την Κίνα, εκδηλώνονται ανταγωνισμοί με αντανάκλαση και σε «εσωτερικές» πολεμικές συγκρούσεις (π.χ. Νιγηρία) και επεμβάσεις (π.χ. Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Μάλι κ.λπ.).

Βέβαια, τα «μάτια» της ΕΕ είναι στραμμένα και σε άλλες περιοχές του πλανήτη που βρίσκονται σε «ενεργειακή υστέρηση», όπως την Καραϊβική και τον Ειρηνικό, που και γι' αυτές προετοιμάζει το έδαφος μέσω σχετικών συμφωνιών για την επενδυτική είσοδο των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών ομίλων.

Διαφωτιστική ως προς τις ανάγκες που έρχεται να εξυπηρετήσει η εξωτερική ενεργειακή πολιτική και ενεργειακή διπλωματία της ΕΕ, είναι η μελέτη της διεύθυνσης εξωτερικών υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο Ιούλη. Εκεί τονίζεται πως η ενεργειακή διπλωματία ξεδιπλώνεται εν μέσω μιας περιόδου όπου το παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο αλλάζει ραγδαία, εξαιτίας των νέων δεδομένων που δημιουργεί η εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου και πετρελαίου στις ΗΠΑ, οι διακυμάνσεις στις προμήθειες από τον ΟΠΕΚ, η διαρκής αύξηση σε παγκόσμιο επίπεδο του υγροποιημένου φυσικού αερίου, η αβεβαιότητα που επικρατεί αναφορικά με τη χρήση πυρηνικής ενέργειας στο μέλλον αλλά και των προμηθειών ουρανίου κ.ά. Να, λοιπόν, παράγοντες που ωθούν σε προώθηση της δράσης των ενεργειακών ομίλων της ΕΕ και σε εκδήλωση ανταγωνισμών.

Διατήρηση και ενίσχυση θέσεων

Σε όλα αυτά, βέβαια, προστίθεται και η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση ενεργειακών αγαθών από τις οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και άλλων «αναδυόμενων χωρών». Ειδικότερα, στη μελέτη υπολογίζεται ότι η ζήτηση Ενέργειας από την Ινδία αναμένεται να ξεπεράσει αυτήν της Κίνας μέχρι το 2040, φτάνοντας πολύ κοντά στην ενεργειακή ζήτηση των ΗΠΑ. Επίσης, σημειώνεται ότι από το 2010 και μετά, οι χώρες εκτός ΟΟΣΑ απορροφούν μεγαλύτερες ποσότητες Ενέργειας από τις χώρες - μέλη του ΟΟΣΑ, τάση που θα συνεχιστεί με την «ψαλίδα» να διευρύνεται ολοένα μέχρι το 2040. Σημειώνεται, επίσης, η αύξηση της παραγωγής στις ΗΠΑ πετρελαίου και φυσικού αερίου, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών στις διεθνείς αγορές, σε συνδυασμό με τις μεταπτώσεις στην παραγωγή άλλων παραδοσιακών χωρών (Λιβύη, Σουδάν, Νιγηρία κ.ά.). Στην έκθεση υπογραμμίζεται πως σε κάθε περίπτωση οι ΗΠΑ επιθυμούν τη διατήρηση σταθερών τιμών στο πετρέλαιο και υπό αυτήν την άποψη, μια «αποφασιστική αποδυνάμωση του στρατηγικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τις μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές του κόσμου, όπως η Μέση Ανατολή, φαντάζει απίθανη»...

Η ΕΕ, σημειώνεται στη μελέτη, ωφελείται σε αυτή τη φάση από την παραπάνω εξέλιξη, καθώς η ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών LNG της δίνει περισσότερες εναλλακτικές προμήθειας, αφού της δίνει τη δυνατότητα να μειώσει την εξάρτησή της από τους παραδοσιακούς της προμηθευτές, δηλαδή τη Ρωσία και τη Β. Αφρική, αλλά και να διαπραγματεύεται διαφορετικά μαζί τους. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η ΕΕ εισάγει άνω του 90% των αναγκών της σε πετρέλαιο και άνω του 66% σε φυσικό αέριο και σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η αξία εισαγωγών αυτών των προϊόντων ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ ημερησίως.

Η ενίσχυση της ενεργειακής διπλωματίας της ΕΕ και το ιδιαίτερο βάρος που δίνεται στην ενίσχυση της ενεργειακής εξωτερικής της πολιτικής, προφανώς κι έχει να κάνει με την έλλειψη ενεργειακών πόρων στο ευρωπαϊκό έδαφος και την επακόλουθη ανάγκη διασφάλισης ασφαλούς τροφοδοσίας στους ευρωπαϊκούς μονοπωλιακούς ομίλους από το εξωτερικό. Ετσι, δηλώνεται και μέσω των πρόσφατων ανακοινώσεων του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, αλλά και με κάθε άλλη αφορμή σε επίσημες και ανεπίσημες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, ότι τα ευρωπαϊκά μονοπώλια θέλουν να διατηρήσουν την πρόσβασή τους σε ενεργειακές πηγές και για το λόγο αυτό, η ΕΕ είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει «όλα τα μέτρα εξωτερικής πολιτικής» έναντι των «εταίρων» της για να το πετύχει. Ιστορικά, βέβαια, οι καπιταλιστές των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών έχουν αποδείξει τι εννοούν όταν αναφέρονται σε πρόσβαση σε πρώτες ύλες και ενεργειακές πηγές με «όλα τα μέσα» και από αυτήν την άποψη τέτοιου είδους επισημάνσεις μόνο ανησυχία θα πρέπει να προκαλούν στους λαούς.

Σημειώσεις:

1. https://eeas.europa.eu/topics/energy-diplomacy/406/eu-energy-diplomacy_en

2. http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2016/535007/EXPO_STU%282016%29535007_EN.pdf


Φ.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org