Σάββατο 16 Ιούλη 2016 - 2η έκδοση
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 12
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΕΚΘΕΣΗ ΟΟΣΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ
Τα εκατομμύρια ανέργων, η ευέλικτη εργασία και η συμπίεση των μισθών

Διαπιστώσεις που συνιστούν εργαλείο εφαρμογής πολιτικής για την ανταγωνιστικότητα

Στοιχεία «ανάκαμψης» της αγοράς εργασίας διαπιστώνει ο ΟΟΣΑ στην ετήσια έκθεσή του, προβλέποντας μάλιστα ότι τα επίπεδα του απασχολούμενου δυναμικού θα επανέλθουν εντός του 2017 στα προ κρίσης επίπεδα. Η έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρεται, βεβαίως, στα κράτη - μέλη του. Είναι ένα ερώτημα το πώς θα ανακάμψει η αγορά εργασίας, όταν η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε επιβράδυνση και ιδιαίτερα όταν οι ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες βρίσκονται σε αβέβαιη ανάκαμψη, αφού όλες οι προβλέψεις αναθεωρούν προς τα κάτω τις προηγούμενες ως προς τους ρυθμούς του ΑΕΠ. Αλλά, όπως δείχνει η όποια έως τώρα μείωση ανεργίας έχει επιτευχθεί, στηρίζεται στην ευελιξία της εργασίας. Και θα το δούμε συγκεκριμένα πιο κάτω.

Ο ΟΟΣΑ, επίσης, επισημαίνει ότι οι μισθοί των εργαζομένων παραμένουν ιδιαίτερα «χαμηλοί» και σε αυτά τα επίπεδα αναμένεται να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη. Οπως αναφέρει συγκεκριμένα, «με την παγκόσμια οικονομία να παραμένει "κολλημένη" στην παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης, απαιτείται βελτίωση των δεξιοτήτων και παραπέρα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης».

Οσο κι αν το ζήτημα της «βελτίωσης δεξιοτήτων» παρουσιάζεται ως στοιχείο που επιδρά στο ύψος των μισθών, αυτό που κρύβουν είναι ότι οι μισθοί μειώνονται και παραμένουν χαμηλοί ως ένας παράγοντας αύξησης του ποσοστού κέρδους.

Γι' αυτό, παρά το γεγονός ότι στην έκθεσή του ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει τα χαμηλά επίπεδα μισθών και την επιδείνωση των όρων εργασίας μέσα από τους δείκτες μέτρησης της «ποιότητας εργασίας» που παρουσιάζει - και ορισμένες φορές οι συντάκτες της δείχνουν πως... λυπούνται γι' αυτά τα δεινά των εργαζομένων - επιμένει πως η περαιτέρω μείωση του μισθολογικού κόστους ενισχύει την «ανταγωνιστικότητα των οικονομιών». Ετσι προτρέπει τα κράτη, ειδικά εκείνα που εμφανίζουν υψηλά ελλείμματα και είναι ενταγμένα σε κάποια νομισματική ένωση, να προβούν σε μεταρρυθμίσεις τέτοιες που και θα περιορίζουν γενικά το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων, αλλά και ειδικότερα να εφαρμόσουν πολιτικές συγκράτησης των μισθών.

Εκατομμύρια άνεργοι, άλλοι τόσοι ημιαπασχολούμενοι

Ειδικότερα, συνολικά στις χώρες - μέλη του ΟΟΣΑ υπολογίζεται ότι περίπου 39 εκατ. άνθρωποι παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας, 6,3 εκατ. περισσότεροι από την έναρξη της κρίσης. Το ποσοστό ανεργίας κατά μέσο όρο στις χώρες - μέλη του Οργανισμού βρίσκεται σήμερα στο 6,4%, από 5,6% που ήταν το 2007, ενώ προβλέπεται να μειωθεί στο 6,1% το τέταρτο τρίμηνο του 2017. Επίσης, περίπου ο ένας στους τρεις ανέργους, περίπου 13,5 εκατ. άνθρωποι, βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας περισσότερο από 12 μήνες, αύξηση της τάξης του 54,6% συγκριτικά με τα τέλη του 2007. Περισσότεροι από τους μισούς μακροχρόνια ανέργους βρίσκονται εκτός εργασίας για πάνω από δύο χρόνια, που σημαίνει ότι απέχουν λίγο από το να θεωρηθούν εντελώς εκτός «εργατικού δυναμικού», δηλαδή άνθρωποι που εάν παραμείνουν λίγο ακόμη χρονικό διάστημα σε αυτήν την κατάσταση, δεν θα έχουν καμία ελπίδα να αρχίσουν ξανά να εργάζονται.

Την ίδια στιγμή, ενισχύεται η περιστασιακή εργασία και η ημιαπασχόληση. Πιο συγκεκριμένα, περιστασιακά απασχολείται το 25% των νέων μεταξύ 15 και 24 ετών και το 9,5% των εργαζομένων μεταξύ 25 και 54 ετών, ενώ η ημιαπασχόληση, δηλαδή η εργασία κάτω των 30 ωρών τη βδομάδα, έχει αυξηθεί στο 16,8% επί του συνολικού εργατικού δυναμικού το 2015, από 15,4% που ήταν το 2007. (Η ευελιξία που αναφέραμε στην αρχή, μέσω της οποίας μειώνουν στατιστικά και όχι πραγματικά την ανεργία).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το στοιχείο που δείχνει αύξηση του ποσοστού των νέων που ούτε εργάζονται αλλά ούτε και σπουδάζουν ή λαμβάνουν κάποιου άλλου είδους τεχνική εκπαίδευση. Το 2015, το 15% των νέων μεταξύ 15-29 ετών στις χώρες του ΟΟΣΑ ανήκαν σε αυτήν την κατηγορία, από 13,5% που ήταν το ποσοστό τους στα τέλη του 2007, με τις σημαντικότερες αυξήσεις να παρατηρούνται σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία. Το 38% αυτών των νέων δεν έχουν φοιτήσει στο Λύκειο, ενώ το 1/3 εξ αυτών ζει σε νοικοκυριό που δεν έχει ούτε έναν εργαζόμενο.

Από την άλλη μεριά, ακόμη και αυτή η χαμηλόμισθη απασχόληση δεν έχει επανέλθει για όλα τα κράτη - μέλη του Οργανισμού, παρά μόνο ως μέσος όρος, έτσι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, στη Γερμανία, τη Χιλή και την Τουρκία η απασχόληση όχι μόνο έχει επανέλθει στα επίπεδα του 2007, αλλά είναι αυξημένη και κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, σε Ελλάδα, Ισπανία και Ιρλανδία διατηρείται ακόμη μεγάλη απόσταση. Ως προς τα ποσοστά, τα τρία κράτη με την υψηλότερη ανεργία είναι η Ελλάδα (24,2%), η Ισπανία (20,1%) και η Πορτογαλία (12%) και αυτά με τη χαμηλότερη είναι η Ισλανδία (3,1%), η Ιαπωνία (3,2%), η Κορέα (3,7%), η Γερμανία (4,3%) και η ΗΠΑ (4,9%).

Σταθερά ενισχύεται ο τομέας των υπηρεσιών

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η μεταστροφή από την παραγωγή εμπορευμάτων στις υπηρεσίες συνεχίζεται. Κατά μ.ο. ιδιαίτερα ο κατασκευαστικός και ο κλάδος της βιομηχανίας αφορούσαν το 79% της συνολικής απώλειας θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης. Την ίδια στιγμή, το σημαντικότερο τμήμα των νέων θέσεων εργασίας προήλθε από τον τομέα των υπηρεσιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι στις Κατασκευές και τη Βιομηχανία να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επανεισόδου στην αγορά εργασίας ή να αμείβονται με χαμηλούς μισθούς, εξαιτίας της έλλειψης των δεξιοτήτων που απαιτούν οι νέες θέσεις εργασίας που βρήκαν. Στην έκθεση θεωρείται, επίσης, μάλλον απίθανο οι εργαζόμενοι ειδικά στις Κατασκευές να ξαναβρούν δουλειά στον κλάδο τους, σε μια σειρά από χώρες όπου πριν από την κρίση είχε σημειωθεί οικοδομική «έκρηξη» παράλληλα με τη διόγκωση των τιμών των ακινήτων.

Τα υψηλά επίπεδα ανεργίας επιδρούν και στη συμπίεση των μισθών, οι οποίοι έχουν μειωθεί κατακόρυφα κατά τη διάρκεια της κρίσης, κυρίως σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιαπωνία, Πορτογαλία, Ισπανία και τις χώρες της Βαλτικής, με το σημερινό τους επίπεδο να είναι μειωμένο κατά 20% μ.ο. σε σχέση με το 2007. Ωστόσο και στις περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ, το διάστημα 2008-2015, παρατηρείται σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών συγκριτικά με την οκταετία 2000-2007 και συνυπολογίζοντας τις συνολικές οικονομικές επιβαρύνσεις του εργατικού εισοδήματος, ο πραγματικός μισθός των εργαζομένων παραμένει στην καλύτερη περίπτωση «παγωμένος», αν όχι επίσης μειωμένος.

Ωστόσο, επισημαίνει ότι η συγκράτηση των μισθών αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην προσπάθεια ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας στις χώρες που το μισθολογικό τους κόστος ξεπερνά εκείνο των εμπορικών τους εταίρων. (Ετσι μετρούν οι καπιταλιστές την πληρωμή της εργατικής δύναμης, ως κόστος, ενώ είναι αυτή που παράγει τον πλούτο, τα κέρδη τους, άρα δεν είναι κόστος, το αντίθετο). Προτείνει, μάλιστα, στις χώρες που ανήκουν σε κάποια νομισματική ένωση, όπως η Ευρωζώνη, να συνεχίσουν να εξετάζουν (και να εφαρμόζουν) τρόπους περαιτέρω περιορισμού του μισθολογικού κόστους. Υπογραμμίζει, ακόμη, πως η εσωτερική υποτίμηση μισθών μπορεί να βοηθήσει στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας σε χώρες με χρόνια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και προτείνει μια μεγάλη ανακατανομή εργατικού δυναμικού, παράλληλα με αναδιαρθρώσεις στην οικονομία, από τομείς που πλήττονται από τις εισαγωγές φτηνών ανταγωνιστικών προϊόντων σε άλλους που μπορούν να έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό.

Ενδεικτικά, στην έκθεση του ΟΟΣΑ επισημαίνεται πως στην Τσεχία, την Εσθονία, τη Λιθουανία και το Ηνωμένο Βασίλειο το ωρομίσθιο είναι σήμερα κατά 25% μικρότερο απ' ό,τι θα ήταν εάν συνέχιζαν οι ρυθμοί αύξησης που παρατηρούνταν την οκταετία 2000-2008. Απογοητευτικά είναι, επίσης, και τα στοιχεία σχετικά με το βαθμό ικανοποίησης όσων εργάζονται από τις συνθήκες εργασίας τους, με τα ποσοστά να έχουν πιάσει ιστορικά χαμηλά στο σύνολο των χωρών.

Η κατάσταση αυτή, που δεν μπορεί φυσικά να κρυφτεί πίσω από μια επίπλαστη «ανάκαμψη» της αγοράς εργασίας που αποτυπώνουν οι αριθμοί, δημιουργεί ανησυχία στους κυρίαρχους αστικούς κύκλους, ανησυχία που εκφράζει αρκετά γλαφυρά ο πρόεδρος του Οργανισμού, Α. Γκουρία, στη δήλωσή του: «Οι περισσότεροι εργαζόμενοι νιώθουν ότι βρίσκονται σε χειρότερη θέση απ' ό,τι ήταν πριν την έναρξη της κρίσης. Ανησυχούν για την εργασιακή ανασφάλεια και τη χαμηλή ποιότητα της εργασίας τους. Χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των πολιτικών να δρουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Αυτά τα αισθήματα θρέφουν το λαϊκισμό, ο οποίος αναπτύσσεται σε πολλές χώρες και υπονομεύει την πορεία μας προς πιο περιεκτικές, φιλελεύθερες και ανοιχτές κοινωνίες και οικονομίες. Και αυτό είναι ένα κόστος που δεν μπορούμε να καταβάλλουμε»...

Το ερώτημα, βέβαια, είναι με ποιο τρόπο θα μπορέσει ο καπιταλισμός να εξαλείψει ή έστω να περιορίσει σημαντικά την ανεργία, την ημιαπασχόληση και τους χαμηλούς μισθούς, φαινόμενα δηλαδή που ακολουθούν το σύστημα από τότε που κυριάρχησε. Το σίγουρο είναι ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προτείνουν οι αστοί οικονομολόγοι ως αντίδοτο, στην πραγματικότητα επιτείνουν και διογκώνουν ακόμη περισσότερο τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, αφού αυτό αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Είναι διαδικασία που εντείνει τα βάσανα των εργαζομένων, που δεν έχουν άλλο μέσο να τα εμποδίσουν, να έχουν κάποιες κατακτήσεις σ' αυτό το σύστημα από την πάλη για την ικανοποίηση όλων των αναγκών τους, οργανώνοντάς την όμως σε αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, με τελικό στόχο την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου για την εργατική - λαϊκή εξουσία και οικονομία, που θα δημιουργήσει τις συνθήκες εξάλειψης της ανεργίας, ενώ θα ικανοποιεί όλες τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες.


Φ. Κ.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org