Κυριακή 22 Μάρτη 2009
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
«Η ωραία απ' το Κολωνάκι... »

«Είμαι ένα κορίτσι τυχερό, μεγάλωσα στα πούπουλα. Με νταντάδες, με δασκάλους στο σπίτι, και με όλη τη μόρφωση που μπορεί να έχει ένα πλουσιοκόριτσο. Εκανα ακόμα κιθάρα και μαθήματα χορού! Τους γονείς μου σπάνια τους βλέπω, ο φάδερ με τις μπίζνες του, η μάδερ άλλη δουλειά δεν κάνει, από το κομμωτήριο στη χαρτορίχτρα, από κει στις φίλες της για κους κους, το δε βράδυ, χαρτοπαίγνιο ως αργά...

Πώς έγινε και πέρασα κάποτε από μια φτωχογειτονιά, κάπου στη Δραπετσώνα, νομίζω. Εκεί είδα γυναικούλες να πλένουν στη σκάφη, ρούχα απλωμένα σε βρόμικες αυλές, όπου παντού περιδιάβαιναν παιδιά, σκυλιά, γάτες, κότες, κοκόρια! Αηδίασα, βέβαια, αλλά τους συμπάθησα κιόλας.

Τώρα, όσο για μένα, όλα τα 'χω, τις φίλες μου, τις κολλητές μου, η κάθε μια έχει την αγάπη της, αλλά από έρωτα εγώ ακόμα τίποτα, κι είμαι μόλις 18 χρονών! Ωσπου, φεύγοντας, βλέπω ένα νέο μ' ένα πανέρι να πουλά κάλτσες.

-- Κάλτσες, ωραίες κάλτσες, φωνάζει. Πάρε κόσμε! Είναι κάλτσες ανδρικές, γυναικείες, παιδικές, είναι κάλτσες από διάλυση, πάρε κόσμε!

Είναι ένας νέος γεροδεμένος, ψηλός, ωραίος σαν Απόλλωνας, το ντύσιμό του, βέβαια μοντέρνο, παντελόνι μπλουτζίν και μπλούζα μαύρη μα τυπωμένο απάνω τον Τσε! Ετσι κατάλαβα πως βρίσκεται στον αριστερό χώρο. Εγώ, από πολιτική έχω μαύρα μεσάνυχτα, όμως τον Τσε κι εγώ θα τον έβαζα ευχαρίστως στην μπλούζα μου!

-- Θα ήθελα, του λέω, μια ντουζίνα κάλτσες διάφορες, αλλά αν κάποια δε μου κάνει, θα μπορούσα να την αλλάξω;

-- Εντάξει, μου απαντά, κι εγώ, τότε αν και πρωτάρα, είπα πως είναι ευκαιρία να του την πέσω:

-- Το ξέρεις ότι είσαι ωραίο παιδί;

-- Κι εσύ είσαι όμορφη σαν αμαρτία! μου απαντά.

-- Κι είναι όμορφη η αμαρτία; τον ρωτάω.

-- Ναι, είναι πολύ όμορφη, όσες φορές αμάρτησα, ήταν πάρα πολύ ωραία!

Δε μοιάζεις για αμαρτωλός, του απαντώ.

-- Οι αμαρτωλοί, ωραία μου δεσποινίς, δεν ξεχωρίζουν απ' τους δίκαιους και μάλιστα παρουσιάζονται σαν αθώες περιστερές!

Είπα να μην συνεχίσω άλλο τη συζήτηση περί αμαρτίας, και τον ρώτησα αν έχει μόνιμο στέκι για να τον βρω.

-- Οχι, δεν έχω, κινούμαι παντού.

-- Τότε δώσε μου το κινητό σου να ιδωθούμε, αν χρειαστεί. Μετά, τον ρωτάω τι κάνει τα βράδια.

-- Είμαι τελειόφοιτος στο Πανεπιστήμιο, στη φιλολογία, επομένως μελετάω για δίπλωμα...

Ομολογώ πως με εντυπωσίασε κι ένιωσα ότι τη δάγκωσα τη λαμαρίνα, κατά τη λαϊκή έκφραση...

Οι κάλτσες μου ήταν όλες άχρηστες, εγώ ψωνίζω ρούχα και αξεσουάρ επώνυμα. Τον πήρα στο κινητό ν' ανταμώσουμε, ώστε ν' αλλάξω κάνα δυο ζευγάρια, ότι τάχα δε μου άρεσαν τα χρώματά τους, κι έτσι να τον ξαναδώ. Ηταν μια μέρα βροχερή, κι όταν τον βρήκα του λέω:

-- Δεν πάμε να καθίσουμε κάπου, να πάρουμε κάτι και να τα πούμε;

-- Τι να πούμε, εγώ είμαι επαγγελματίας και δεν αφήνω το πόστο μου. Στάσου εδώ, κάτω απ' τη μαρκίζα, να μη βρέχεσαι, και πες μου τι τρέχει.

-- Να, θέλω ν' αλλάξω αυτές τις κάλτσες...

-- Το μόνο εύκολο, κοπελιά, τίποτ' άλλο;

-- Ναι, θα ήθελα, όταν έχεις ρεπό, να μιλήσουμε για λογοτεχνία. Ξέρεις, κάτι άρχισα να ψιλογράφω και θέλω τη γνώμη σου...

Ελα αύριο το βράδυ στο στέκι μου στην Ιερά Οδό στα «Χρυσά κοκόρια», θα σε περιμένω!

Εγώ τώρα, τι να κάνω; και τι θα του παρουσιάσω που είμαι σκράπας περί τα τοιαύτα; Σκέφτηκα να ξεσηκώσω κάτι από μια ξεχασμένη ανθολογία ποίησης του παππού μου. Αντιγράφω το λοιπόν ένα ποίημα κάποιου Μιχαήλ Περάνθη:

Νιώθω στην καρδία μου θησαυρό,

τάχα, θα γυρίσω, τάχα θα σε βρω

να σου τη χαρίσω;...

Το μήνυμα, βέβαια είναι προφανές. Οταν ανταμώσαμε και του το διάβασα, αυτός έβαλε τα γέλια.

-- Τι ξουρίες μου λες πως είναι δικό σου, αυτό είναι του Περάνθη, γιατί το 'κανες αυτό;

Ντράπηκα, κοκκίνισα ως τ' αυτιά.

-- Γιατί, γιατί το 'κανα; μα γιατί σ' αγαπάω, βρε παλιόπαιδο...

Με κοίταξε γλυκά γλυκά στα μάτια, με φίλησε στο στόμα και μου είπε:

-- Να λοιπόν η αιώνια ιστορία, δυο νέοι αγαπιούνται, γιατί κι εγώ σ' αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Εχεις δει το έργο «Η αρχόντισσα κι ο αλήτης»; εμείς οι δυο είμαστε! Οι γονείς σου, βέβαια, δε θα με θέλουνε. Κι αν σε απαγάγω πού θα πάμε, στο φτωχικό μου; Και μετά τι;

Εγώ κατάλαβα. Δεν είναι εύκολη μια «Απαγωγή απ' το Σεράι!»

-- Τότε, αντίο, αγαπημένε, του είπα.

Τον αγκάλιασα, πήρα το σγουρόμαλλο κεφάλι του στα χέρια μου, κι άρχισα να τον φιλάω σαν τρελή στα μάγουλα, στα μάτια, στα χείλη, ξανά και ξανά. Μετά έφυγα, χωρίς να γυρίσω το κεφάλι.

Και ξαφνικά, τον ακούω να μου λέει:

-- Να ήμουν αέρας, τα μαλλιά σου να χαϊδεύω, αγάπη μου...

Και τώρα αυτό το ποίημα:

Νιώθω στην καρδιά μου θησαυρό,

τάχα θα γυρίσω, τάχα θα σε βρω

να σου τη χαρίσω...

Το λέω στις συντροφιές μου, αναφέροντας, βέβαια, ότι είναι του Μιχαήλ Περάνθη.

Και περιμένω, και περιμένω να βρεθεί ο ένας και μοναδικός, να του χαρίσω την καρδιά μου...


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org