Τρίτη 23 Ιούνη 1998
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 28
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
"Η νύχτα της κουκουβάγιας" από τη "νέα Σκηνή"

Ο Γιώργος Διαλεγμένος, από τότε που πρωτοεμφανίστηκε και σαν δραματουργός, αλλά και με κάθε νέο έργο του, κατορθώνει να ξαφνιάζει με τη φαντασία και ελευθερία των θεματικών του συλλήψεων. Με τη δραματουργική δομή των έργων του. Με τα πρόσωπα που πλάθει. Με τη γλώσσα και τη ζωντάνια των διαλόγων του. Με τις πικρές αλήθειες της ζωής και του ανθρώπου που κρύβουν οι συνήθως παράξενοι, δραματικοί, θεόπικροι, παρά τη σαρκαστική τους επιφάνεια, "μύθοι" του. Ξεκινώντας από το νατουραλισμό και τη σάτιρα και προχωρώντας στο ρεαλισμό και στο δραματικό ψυχολογικό θέατρο, με το τελευταίο έργο του "Η νύχτα της κουκουβάγιας" κοινωνιολογεί, προσθέτοντας και σουρεαλιστικά στοιχεία, για να συνθέσει με μια "διαβολεμένη", με σαρδόνιο χαμόγελο, αλληγορία τα "τοπία" του πάνω και του κάτω κόσμου. Ενα αμφίσημο και αμφίρροπο "παιχνίδι", με θέμα τη ζωή και το θάνατο. Τον απολογισμό μιας ένοχης ζωής και τον καθαρμό της με το θάνατο.

Η κουκουβάγια, το μυθικό νυχτοπούλι που όλα τα βλέπει και τα ξέρει, χρησιμοποιείται συμβολικά από τον Διαλεγμένο στον τίτλο του έργου, χαρίζοντας στο μύθο την ικανότητά της να βλέπει στα σκοτάδια. Εδώ, βέβαια πρόκειται για τα σκοτάδια της συνείδησης που ταράζονται και "φωτίζονται" την ύστατη στιγμή του ανθρώπου, τότε που αρχίζει η κάθοδός του στον κάτω κόσμο. Συμβολικό και το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Ενας ηλικιωμένος υπάλληλος οστεοφυλακίου, ο Ιων, που κατανάλωσε τη ζωή του στην ταξιθεσία και ονοματοθεσία οστών και φωτογραφιών νεκρών των οποίων το όνομα και ο βίος πέρασαν στο τίποτα και στο πουθενά. Ο άνθρωπος αυτός εξοικειωμένος με το γεγονός του θανάτου, με το μηδενισμό της ζωής, με την εξαφάνιση της αιμάτινης σάρκας που άλλοτε σήμαινε έρωτες, γάμους, γλέντια, φαγοπότια, κυνικά αδιάφορος με τα άψυχα οστέινα απομεινάρια των ανθρώπων, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού, θα χάσει όχι μόνο τη μάχη με το θάνατο, αλλά και με την ένοχη συνείδησή του. Από αυτό το σημείο αρχίζει η κορύφωση αυτού του πικρότατου, παρά τις χιουμοριστικές εκτινάξεις του, έργου του Διαλεγμένου. Στο κρεβάτι της εντατικής νοσοκομείου, άλαλος και ακίνητος, το πέρασμα του Ιωνα στον Αχέροντα θα είναι βασανιστικό. Θα γίνει τιμωρία του για ένα μοιχό έρωτα που πρόδωσε. Για την αυτοκτονία της γυναίκας που ήθελε αλλά έχασε, γιατί προτίμησε τις κοινωνικές συμβάσεις, αποκρύπτοντας την αλήθεια από τη γυναίκα του. Μνήμες, οικεία πρόσωπα, θαμμένες στα κατάβαθα του νου και της ψυχής στιγμές από ολόκληρη τη ζωή του, στροβιλίζουν τον άρρωστο εγκέφαλό του, καίνε τη συνείδησή του, τυραννούν το μισονεκρωμένο σαρκίο του, κραυγάζουν το τέλος μιας ανούσιας, συμβιβασμένης, άχαρης ζωής, που "ζωντανεύει" και αναπαριστάται μέσα στο χαροπάλεμά του.

Το δύσκολο, αμφίσημο και δυσερμήνευτο έργο του Διαλεγμένου, που ανέβηκε στα τέλη της χειμερινής περιόδου (και που αξίζει η επανάληψή του την ερχόμενη περίοδο), δε θα μπορούσε να βρει ιδανικότερη σκηνική "ανάγνωση" από αυτή του Λευτέρη Βογιατζή,και ως σκηνοθέτη και ως ερμηνευτή του Ιωνα(πριν το εγκεφαλικό, αλλά και "ζωντανευμένο" από τις μνήμες στο χαροπάλεμά του). Ο Βογιατζής ισορρόπησε στην κόψη του ξυραφιού το δραματικό με το σαρκαστικό στοιχείο, το ρεαλιστικό με το σουρεαλιστικό, τον τρόμο που γεννά πολλές φορές η ζωή με τον τρόμο που γεννά ο ερχομός του θανάτου. Εστησε ένα μαγευτικό, ποιητικό, φιλοσοφικής διάθεσης, λεπτής ειρωνείας και χιούμορ, αλλά τελικώς βαθύτατα μελαγχολικό σκηνικό "τοπίο", χάρη και στο ιδιοφυές σκηνικό(αληθινό σκηνογραφικό θαύμα το οστεοφυλάκιο που σχεδίασε) και τα έξοχα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα,στην "πένθιμων" αποχρώσεων μουσική του Νίκου Κυπουργού και στους ανάλογους ήχους που επέλεξε ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και στους εικαστικής δύναμης φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου.Ο Βογιατζής συνέθεσε στη μικρή σκηνή του θεάτρου της οδού Κυκλάδων, έναν, μεγάλων διαστάσεων, "κοινό τόπο" της ζωής και του θανάτου, στον οποίο στροβιλίζονται ρυθμικά, μουσικά, χαμηλόφωνα, ατμοσφαιρικά, υπονοηματικά διαρκώς, ο νους και η ψυχή, η μνήμη και η λησμοσύνη, η συνείδηση και το υποσυνείδητο, οδηγώντας το θεατή από το πικρό γέλιο στο δάκρυ, αλλά και σε θέση κριτή του νοήματος της ζωής, των ανθρώπινων πεπραγμένων των κοινωνικών αξιών και απαξιών, των κοινωνικών συμβάσεων και σχέσεων. Τελειοθηρικός ο Λ. Βογιατζής δούλεψε και για την παραμικρή λεπτομέρεια του ρόλου, του λόγου, της σιωπής, της ανάσας, της κίνησης του σώματος, των χεριών και του προσώπου κάθε ηθοποιού και με όλους μαζί, με "μαθηματική ακρίβεια", σαν να επρόκειτο για "γρανάζια" ενός ρολογιού που μετρά το χρόνο και τον αέναο κύκλο της ζωής και του θανάτου. Το αποτέλεσμα της σημαντικότατης αυτής σκηνοθετικής δουλιάς του Λ. Βογιατζή, δεν αντανακλάται μόνο στη δική του εξαίρετη ερμηνεία, αλλά και στην ερμηνεία όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών: Της Μαρίας Σκουλά (εκρηκτικά εσωτερική), του Γιάννη Νταλιάνη (πάντα δυναμικός και στέρεος ηθοποιός), του Νίκου Χατζόπουλου (με λεπτό αλλά δραστικό χιούμορ), της Ράνιας Σχίζα (εύγλωττης στο βουβό ρόλο της μητέρας), της Ιωάννας Τσιριγούλη (αισθαντικά μελαγχολική), της Ελένης Κοκκίδου (με πληθωρική σκηνική χάρη), αλλά και των Γεράσιμου Γεννατά, Δέσποινα Γκάτζιου, Ακη Βλούτη στους μικρούς ρόλους τους.

ΘΥΜΕΛΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org