Τρεις ολόκληρες μέρες έχουν περάσει απ' όταν η οσμή του αερίου σκέπασε τη μισή Αττική, αλλά το «επιτελικό», «ψηφιακό» και δεν συμμαζεύεται κράτος δεν έχει δώσει ακόμα απαντήσεις για την πηγή της διαρροής. Τι θα συνέβαινε άραγε αν αυτή συνεχιζόταν και τις επόμενες μέρες; Μιλάμε άλλωστε για επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, αφού παρόμοιες οσμές αναφέρθηκαν και πριν από λίγο καιρό.
Δίπλα σ' αυτούς που αισθάνθηκαν την Τρίτη σαν να δουλεύουν σε ...γκαζάδικο, υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους η οσμή του αερίου είναι εφιαλτική καθημερινότητα. Οπως οι κάτοικοι στο Πέραμα και στη Δραπετσώνα, όπου τα εκατοντάδες καζάνια είναι μόνιμη πηγή δυσοσμίας και απειλών για την υγεία. Ακόμα κι εκεί όμως, που το κράτος (κυβέρνηση, υπηρεσίες, Περιφέρεια, δήμοι) ξέρει την προέλευση του κακού, τίποτα δεν έχει γίνει. Αντίθετα, δίνονται αβέρτα άδειες για παράταση της λειτουργίας τους, χωρίς κανένα σχέδιο να κλείσουν. Και δεν είναι μόνο αυτό...
Χιλιάδες άνθρωποι στο Λεκανοπέδιο ζουν δίπλα σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, χωματερές, μάντρες ανακύκλωσης, διυλιστήρια. Ζουν με κλειστά παράθυρα και με τον φόβο ότι ένα «ατύχημα» ή μια φωτιά μπορεί να τους κάνει παρανάλωμα. Πόσες αποθήκες ανακύκλωσης δεν έχουν αρπάξει φωτιά τα τελευταία χρόνια, μέσα στον αστικό ιστό; Πόσες διαμαρτυρίες δεν έχουν γίνει για τον καρκίνο που σπέρνει σε όλη τη Δυτική Αττική η χωματερή της Φυλής, που επεκτείνεται αντί να κλείνει από όλες τις κυβερνήσεις, τις περιφερειακές και δημοτικές αρχές;
Το αντιλαϊκό κράτος, λοιπόν, που επί τρεις μέρες δεν δίνει καμιά απάντηση για το ποιος ευθύνεται για την οσμή, είναι το ίδιο που ενώ ξέρει τους κινδύνους από σεσημασμένες απειλές για την υγεία και τη ζωή του λαού, δεν κάνει τίποτα για να την προστατεύσει. Αντί γι' αυτό, ψηφίζει αβέρτα χωροταξικά σχέδια και νόμους στήριξης της επιχειρηματικότητας, που καταλύουν ή παρακάμπτουν ακόμα και τους ελάχιστους περιορισμούς στην ανάπτυξη «εύφλεκτης» ή επικίνδυνης επιχειρηματικής δράσης δίπλα σε αυλές σπιτιών, σχολεία, δημόσιους χώρους.
Ορισμένες από τις μεγαλύτερες ενεργειακές υποδομές συγκεντρώνονται μέσα και γύρω από την Αττική. Το λιμάνι και η ευρύτερη περιοχή είναι δρόμος και κόμβος διέλευσης πλοίων φορτωμένων με πετρέλαιο και αέριο. Αλλα μεγάλα αστικά κέντρα είναι περικυκλωμένα από μονάδες παραγωγής και αποθήκευσης αερίου. Κι ενώ κινούμενες και σταθερές βόμβες ναρκοθετούν την ασφάλεια του λαού, το συμβάν της περασμένης Τρίτης στην Αττική έρχεται να επιβεβαιώσει πως κανένας πραγματικός μηχανισμός δεν υπάρχει για την παρακολούθηση των κινδύνων από το κράτος και την έγκαιρη προειδοποίηση του λαού. Πόσο μάλλον για τη διαχείριση και αντιμετώπιση τεχνολογικών - βιομηχανικών ατυχημάτων μεγάλης έκτασης.
Το κράτος του κεφαλαίου είναι γρήγορο και αποτελεσματικό όταν εκδίδει fast track άδειες για τα μονοπώλια της Ενέργειας, δεν παίρνει μυρωδιά όμως όταν μια διαρροή απειλεί τον μισό πληθυσμό της πρωτεύουσας. Με τις ψηφιακές λειτουργίες του μπορεί μέσα σε μια νύχτα να δημεύσει λαϊκά σπίτια και εισοδήματα για χρέη, τα συστήματα όμως «κρασάρουν» όταν είναι να εντοπίσουν την πηγή ενός τόσο σοβαρού κινδύνου για τη δημόσια υγεία.
Ποιο είναι το εμπόδιο που συναντάει σε κάθε βήμα του ο λαός; Το κέρδος και η οργάνωση της παραγωγής με αυτό το κριτήριο. Το κράτος δεν κλείνει απλά τα μάτια στους κινδύνους... Είναι συνένοχο στη δημιουργία τους, επειδή με όλες τις λειτουργίες του υπηρετεί τα κέρδη του κεφαλαίου. Γι' αυτό η χωματερή παραμένει στη Φυλή. Γι' αυτό καμινάδες, σπίτια και σχολεία συνυπάρχουν στο Θριάσιο. Γι' αυτό μάντρες με τόνους ανακυκλώσιμων υλικών φυτρώνουν διαρκώς δίπλα ή μέσα σε οικιστικά τετράγωνα. Γι' αυτό τα καζάνια έχουν γίνει το έμβλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε λαϊκές συνοικίες της Αττικής.
Η υπεράσπιση της υγείας και της ζωής του λαού περνάει μέσα από τη σύγκρουση με αυτό το κράτος και την πολιτική του κέρδους. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη να αναμετρηθεί με τον στρατηγικό σχεδιασμό του κεφαλαίου, που δεν διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα. Να παλέψει για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, που προκαλεί ασφυξία στα δικαιώματα και στις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες.