Σάββατο 16 Μάη 2026 - Κυριακή 17 Μάη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 24
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Συνένοχοι στο έγκλημα της απολιγνιτοποίησης και της ενεργειακής ακρίβειας

Με σειρά άρθρων, δηλώσεων και τοποθετήσεων στη Βουλή αναθερμάνθηκε το τελευταίο δίμηνο η κάλπικη αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) σχετικά με την απολιγνιτοποίηση και τη νέα έκρηξη της ενεργειακής ακρίβειας. Η επιχειρηματολογία της νέας κακοστημένης παράστασης με προφανή προεκλογική σκοπιμότητα είναι για γέλια. Οχι, όμως, και οι βαριές συνέπειες των στρατηγικών επιλογών τους για το εισόδημα και τις ανάγκες του λαού.

Αφορμή της «άσφαιρης» αντιπαράθεσης ήταν η κυβερνητική απόφαση να τερματιστεί η λειτουργία των λιγνιτικών σταθμών μέχρι τον Σεπτέμβριο, με διατύπωση σχετικής υπόδειξης στη ΔΕΗ. Πρόκειται για τον τελευταίο κρίκο στην αλυσίδα ενεργειών παραγωγικού αφοπλισμού και απαξίωσης των ορυχείων και των λιγνιτικών μονάδων στην Ελλάδα. Πρόκειται για τη «χαριστική βολή», την τελευταία πράξη που επιδιώκει να καταστήσει ανέφικτη ακόμα και την επαναλειτουργία στο μέλλον των σύγχρονων μονάδων, όπως της Πτολεμαΐδας 5 και της 5ης μονάδας του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου. Είναι τόσο μεγάλη η βιασύνη τους που θέτουν σε κίνδυνο ακόμη και τη διασφάλιση της τηλεθέρμανσης στον νομό Κοζάνης το φθινόπωρο.

Πρωταγωνιστής από την πλευρά της κυβέρνησης είναι ο υφυπουργός, Ν. Τσαφός. Ο οποίος προκλητικά δηλώνει ότι «η απολιγνιτοποίηση δεν είναι μία πολιτική επιλογή. Αλλά ένας οικονομικός και τεχνολογικός μονόδρομος»! Το μόνο πραγματικό επιχείρημα είναι η υπενθύμιση στους κάλπικους επικριτές του, ότι η σημερινή κυβέρνηση ολοκληρώνει την πολιτική που ακολούθησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και στήριξαν τα κόμματα του συστήματος.

Το παραπλανητικό κυβερνητικό αφήγημα

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ενοχοποιεί τον λιγνίτη τόσο ως προς το κόστος ηλεκτροπαραγωγής όσο και ως προς τις διεθνείς δεσμεύσεις για την «πράσινη μετάβαση». Βασίζεται στο ψευδές προπαγανδιστικό αφήγημα ότι τάχα τη θέση του λιγνίτη καταλαμβάνουν πλέον οι ΑΠΕ, που έχουν φθηνότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και είναι «πράσινες», φιλικές στο περιβάλλον. Η αλήθεια είναι ότι η ηλεκτροπαραγωγή από τον εγχώριο λιγνίτη αντικαθίσταται στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία από το πανάκριβο εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Η αδυναμία αποκλειστικής στήριξης της ηλεκτροπαραγωγής στις ΑΠΕ είναι αντικειμενική, τουλάχιστον για την επόμενη δεκαπενταετία, για τεχνικούς λόγους διασφάλισης της ευστάθειας του συστήματος, του υψηλού κόστους των συστημάτων αποθήκευσης (μπαταρίες κ.λπ.), της τυχαιότητας, δηλαδή της αδυναμίας παραγωγής των ΑΠΕ, όταν δεν υπάρχει ηλιοφάνεια και ισχυρός άνεμος. Για αυτό, ακόμη και η μόνη δεσμευμένη πλέον στην «πράσινη μετάβαση» ΕΕ θέτει στόχους και χρονοδιαγράμματα για το 2050. Γι' αυτό ακόμη και ο ΑΔΜΗΕ ζήτησε να συνεχίσει να λειτουργεί εφεδρικά ως λιγνιτική μονάδα η Πτολεμαΐδα 5 (η πιο σύγχρονη στην Ευρώπη) τουλάχιστον έως τον Μάρτη του 2027. Αίτημα που απέρριψαν η κυβέρνηση και ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ.

Η συνεχής κυβερνητική έγκριση αδειών εγκαταστάσεων και λειτουργίας μονάδων ΑΠΕ, με βάση το δόγμα «ό,τι θέλει ο πράσινος επενδυτής», έχει ήδη οδηγήσει σε κρίση «πράσινης υπερπαραγωγής», με τις αναγκαστικές περικοπές έγχυσης στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής από μονάδες ΑΠΕ να έχουν υπερτριπλασιαστεί, την περίοδο 2024-2026. Σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, οι περικοπές έφτασαν τις 876.5GWh το πρώτο τετράμηνο της φετινής χρονιάς, ενώ στα αρμόδια επιτελεία αυξάνεται η ανησυχία για τον κίνδυνο ενός μεγάλου μπλακάουτ σαν αυτό που γνώρισαν η Ισπανία και η Β. Μακεδονία λόγω των σχετικών προβλημάτων τεχνικής ευστάθειας του συστήματος.

Η διπλή απάτη σχετικά με το κόστος ηλεκτροπαραγωγής

Το κυβερνητικό αφήγημα σχετικά με το υποτιθέμενο υψηλό κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη επιχειρεί μάταια να συγκαλύψει δύο βασικά ζητήματα:

α) Την τεχνητή αύξηση της τιμής λόγω της αποδοχής των δεσμεύσεων της ΕΕ και συγκεκριμένα του συστήματος «εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου» (ιδιαίτερα μετά το 2018) με επιβάρυνση που φτάνει σήμερα τα 75ευρώ/τόνο.

β) Την αποφυγή σύγκρισης του κόστους της λιγνιτικής παραγωγής με την παραγωγή από φυσικό αέριο που την υποκαθιστά.

Η λιγνιτική παραγωγή ήταν ήδη φτηνότερη μετά το 2021, χωρίς να συνυπολογίσουμε τη μετάβαση από το ρώσικο φυσικό αέριο αγωγού στο σχετικά πιο ακριβό αμερικανικό LNG, και κυρίως τη νέα δραματική επιδείνωση της κατάστασης μετά την ιμπεριαλιστική επέμβαση ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Η νέα άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου θεωρείται δεδομένη για μεγάλο διάστημα, με αποθέματα της ΕΕ να βρίσκονται κάτω από το όριο ασφαλείας στο 35,7% (από 895 TWh σε 378 TWh).

Ακόμη πιο προκλητική, όμως, είναι η υποκριτική έκφραση ενδιαφέροντος της κυβέρνησης για την άνοδο της επιβάρυνσης της λαϊκής οικογένειας, την ίδια ώρα που στηρίζει στην πράξη το καρτέλ των ενεργειακών ομίλων, επιδοτεί την αύξηση των τιμών, δηλαδή τα κέρδη τους (με τα διάφορα pass), και τσακίζει το λαϊκό εισόδημα με τους τεράστιους έμμεσους φόρους στα καύσιμα και στο ηλεκτρικό ρεύμα. Την ίδια ώρα που αυτή η κρατική φοροληστεία του λαού αυξάνεται αυτόματα με την αύξηση των τιμών της Ενέργειας. Σκόπιμα αποσιωπούν στους υπολογισμούς τους την πολύχρονη και πολύπλευρη κρατική ενίσχυση των ομίλων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επιδοτήσεις του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης.

Ο μανδύας της «προστασίας του περιβάλλοντος»

Φαίνεται επίσης ότι για την κυβέρνηση, μοναδικός κίνδυνος για το περιβάλλον και το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής είναι ο εγχώριος λιγνίτης. Γιατί, την ίδια ώρα δηλώνει περήφανη για την αδειοδότηση ερευνών με στόχο την εξόρυξη υδρογονανθράκων, όπου θα δεσπόζουν οι αμερικανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, ενώ διατηρεί το υψηλό ποσοστό ηλεκτροπαραγωγής από εισαγόμενο φυσικό αέριο, που αποτελεί σπατάλη Ενέργειας σε σχέση με την αξιοποίησή του για άλλες χρήσεις.

Οσο για τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις η κυβέρνηση παριστάνει ότι ζει στον δικό της κόσμο. Οι εξορύξεις υδρογονανθράκων αποτελούν το έμβλημα της ενεργειακής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ στις ΗΠΑ. Η Κίνα και η Ινδία βασίζονται ενεργειακά σήμερα στις ανθρακικές μονάδες θερμικής ηλεκτροπαραγωγής, στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Η ΕΕ της «πράσινης μετάβασης» καλύπτει σήμερα σχεδόν το 60% της συνολικής ενεργειακής της ζήτησης από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Γερμανία, Πολωνία, Βουλγαρία, Ρουμανία δεν συζητούν για σταμάτημα των θερμικών ανθρακικών μονάδων τους έως το 2030 τουλάχιστον. Για μετά το 2035 παραπέμπουν το θέμα χώρες όπως η Σερβία και η Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Ενώ συνολικά η ΕΕ εισάγει από τις βαλκανικές χώρες (Αλβανία, Β. Μακεδονία, Βοσνία - Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Σερβία) περίπου 10TWh ηλεκτρικής ενέργειας, σε ετήσια βάση, που παράγονται κυρίως από καύση άνθρακα. Αντίστοιχα άλλα κράτη της Ευρώπης, όπως η Βρετανία, η Ολλανδία, η Δανία, προσανατολίζονται στη στήριξη νέων ερευνών για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ιδιαίτερα στη Βόρεια Θάλασσα.

Αυτά είναι τα διεθνή αντικειμενικά δεδομένα, χωρίς να συνυπολογίσουμε τις εγκληματικές συνέπειες της στρατηγικής της ΕΕ για το περιβάλλον από τη στήριξη των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων μέχρι τη χωροθέτηση γιγαντιαίων πάρκων ΑΠΕ ακόμη και σε περιοχές Natura, περιβαλλοντικές συνέπειες από τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και από την εξόρυξη σπάνιων γαιών και ορυκτών που στηρίζουν τις «πράσινες υποδομές». Η διεθνής πείρα επιβεβαιώνει τις αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, όσο επικρατεί η παραγωγή Ενέργειας με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος, όποια ενεργειακή πηγή ή όποια τεχνολογική μέθοδος και αν επιλέγεται.

Οι πραγματικοί στόχοι της κυβέρνησης

Η προπαγανδιστική προσπάθεια της κυβέρνησης δεν μπορεί να κρύψει τους πραγματικούς της στόχους. Οι κυβερνητικές επιλογές μετατρέπουν τη χώρα σε σημαιοφόρο των ατλαντικών σχεδίων μεταφοράς του αμερικανικού LNG στην Ευρώπη, στο πλαίσιο του ενεργειακού πολέμου με τη Ρωσία (με το σχέδιο του Κάθετου Διαδρόμου, τους σταθμούς LNG στη Ρεβυθούσα, στην Αλεξανδρούπολη κ.λπ.). Ταυτόχρονα προωθούν αποφασιστικά τη στρατηγική της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ. Ο πραγματικός στόχος είναι η αναβάθμιση της θέσης της αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή, η ενίσχυση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων ενεργειακών και κατασκευαστικών ομίλων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αύξηση κατά 50% της ετήσιας κερδοφορίας της ΔΕΗ ΑΕ, το σχέδιο αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 4 δισ. ευρώ και το νέο επενδυτικό της πρόγραμμα, ύψους 24 δισ.

Την ίδια ώρα που ο συγκεκριμένος όμιλος ενταφιάζει μια σημαντική εγχώρια ενεργειακή πηγή όπως ο λιγνίτης και προχωρά με ρυθμούς χελώνας αναγκαία μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, προωθεί σχέδια που αφορούν τα Data Centers και την κινητή τηλεφωνία, καθώς και την επέκταση της δράσης του στα Βαλκάνια. Εμπλέκεται στην πράξη στα ανταγωνιστικά σχέδια ΗΠΑ - Γερμανίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η κάλπικη, βολική αντιπολίτευση

Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας, έχουν στηρίξει και προωθήσει όλες τις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις που μας οδηγούν στη σημερινή κατάσταση. Τόσο ως κυβερνήσεις όσο και από τις θέσεις της αντιπολίτευσης. Εχουν προωθήσει τις κατευθύνσεις της ΕΕ για την «απελευθέρωση» του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, την είσοδο των ιδιωτικών ενεργειακών ομίλων, τη μετοχοποίηση και μερική ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ΑΕ. Εχουν επιβάλει τις δεσμεύσεις του εμπορίου δικαιωμάτων ρύπων, του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, στη στρατηγική της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, για να βρουν κερδοφόρα διέξοδο επενδύσεων τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των ομίλων.

Συμφωνούν στη μετατροπή της Ελλάδας σε σημαιοφόρο των ατλαντικών σχεδίων στον ενεργειακό πόλεμο με τη Ρωσία. Προσυπογράφουν τις στρατηγικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το έγκλημα της απολιγνιτοποίησης δεν έγινε ξαφνικά, μόνο από τη σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ. Ηταν συνεχές, διαρκείας, με πρωταγωνιστές τις κυβερνήσεις των 3 μνημονίων. Σε σχέση με το 2005 η μείωση του εγχώριου λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε το -28% το 2014 και το -66% το 2019, μετά την κυβέρνηση Τσίπρα. Στη συνέχεια οι εκπρόσωποι της σοσιαλδημοκρατίας ζητούσαν απλά έναν πιο αργό ρυθμό απολιγνιτοποίησης, έναν λιγότερο βίαιο θάνατο.

Ολη αυτήν την περίοδο αποδείχθηκε επίσης ότι η λειτουργία των ενεργειακών επιχειρήσεων με γνώμονα το κέρδος τους περνά υποχρεωτικά μέσα από το ξεζούμισμα των εργαζομένων τους και το χαράτσωμα της λαϊκής κατανάλωσης. Αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, επέκταση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, εργολαβικούς εργαζόμενους με 8μηνα και επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης είχαμε και όταν το κράτος είχε το 51% των μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ, και τώρα που ακόμα ελέγχει το μάνατζμεντ. Αποδείχθηκε για άλλη μια φορά και ότι ο σχηματισμός καρτέλ των ομίλων προκύπτει από τη φυσιολογική λειτουργία της αγοράς, όχι από τη στρέβλωσή της.

Γι' αυτό και η κάλπικη κριτική της σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί τον πιο βολικό αντίπαλο της σημερινής κυβέρνησης.

Βαριές συνέπειες για τον λαό

Η λαϊκή οικογένεια έχει ήδη γονατίσει από τα ασήκωτα βάρη της ενεργειακής ακρίβειας, που μεταφράζεται σε ετήσιο πακτωλό κερδών των ενεργειακών ομίλων. Η Ενέργεια ως πανάκριβο εμπόρευμα είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της στρατηγικής της ΕΕ με την «απελευθέρωση» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την «πράσινη μετάβαση», το Χρηματιστήριο Ενέργειας, το εμπόριο ρύπων, την εμπλοκή της Ελλάδας στον ενεργειακό πόλεμο.

Ομως η αύξηση της ενεργειακής φτώχειας δεν είναι το μοναδικό δώρο της στρατηγικής του κεφαλαίου και της ΕΕ. Συνοδεύεται από την επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας στους εργαζόμενους του κλάδου, τις αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, την αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης, την υπονόμευση ενός ανθεκτικού ενεργειακού μείγματος. Ακόμα και οι όροι των νέων ερευνών εγχώριων κοιτασμάτων δεν διασφαλίζουν τη μελλοντική αξιοποίησή τους προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Παράλληλα οι υποδομές που μετατρέπουν την Ελλάδα σε κόμβο διεξαγωγής του ενεργειακού πολέμου, από την Κρήτη και τη Ρεβυθούσα μέχρι την Αλεξανδρούπολη, αντικειμενικά μετατρέπουν τη χώρα σε στόχο αντιποίνων σε περίπτωση κλιμάκωσης του ενεργειακού πολέμου.

Ισχυρή λαϊκή αντιπολίτευση στη στρατηγική του κεφαλαίου

Το παράδειγμα της απολιγνιτοποίησης, της ενεργειακής φτώχειας και γενικότερα της Ενέργειας είναι διδακτικό. Η αύξηση των κερδών των ενεργειακών ομίλων είναι η άλλη όψη της ενεργειακής ακρίβειας και αποδεικνύει ότι για να κερδίσει ο λαός πρέπει να χάσει το κεφάλαιο, οι όμιλοι.

Η ίδια η ζωή αποδεικνύει ότι υπάρχουν «δύο πατρίδες», αντικειμενικά συγκρούονται δύο κόσμοι με αντίθετα ταξικά συμφέροντα. Αποδεικνύει πόσο απατηλή είναι η προσδοκία ικανοποίησης των αναγκών του λαού από μια νέα σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Οποια κι αν είναι η επόμενη κυβέρνηση, θα κινηθεί στις ίδιες αντιλαϊκές ράγες της «απελευθέρωσης» και της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, με βάση τις δεσμεύσεις της ηγεσίας όλων των συστημικών κομμάτων, από τον Μητσοτάκη έως τον Ανδρουλάκη και τον Τσίπρα.

Οι όποιες μικροδιαφορές τους (π.χ. για το ποσοστό μετοχών του κράτους στη ΔΕΗ ΑΕ και για τη διατήρηση μιας λιγνιτικής μονάδας ως εφεδρείας) δεν αλλάζουν την ουσία. Μοναδική ελπιδοφόρα διέξοδο για τον λαό αποτελεί η στρατηγική του ΚΚΕ, του κεντρικού σχεδιασμού του σοσιαλισμού, που θα αξιοποιήσει το σύνολο των εγχώριων ενεργειακών πηγών και αμοιβαία επωφελείς διακρατικές συμφωνίες για την ικανοποίηση του συνόλου των κοινωνικών αναγκών, την κατοχύρωση της Ενέργειας ως κοινωνικού αγαθού και όχι ως εμπορεύματος. Μια στρατηγική που μπορεί να υλοποιηθεί στο έδαφος της κοινωνικής ιδιοκτησίας και της εργατικής εξουσίας.

Για να ανοίξει ο δρόμος γι' αυτήν την ελπιδοφόρα προοπτική, οι δυνάμεις του ΚΚΕ βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή των αγώνων. Προειδοποιούν έγκαιρα, έδωσαν και δίνουν καθημερινά τη μάχη ενάντια στο έγκλημα της απολιγνιτοποίησης, για φτηνό ρεύμα για τον λαό, κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, Συλλογικές Συμβάσεις με ουσιαστικές αυξήσεις, προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος. Είναι αυτές τις μέρες στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στο κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων, όπως του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου.

Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ είναι η μόνη επιλογή για να μην έχουν λυμένα τα χέρια τους η σημερινή και η επόμενη κυβέρνηση να φορτώσουν τον λαό με νέες θυσίες και μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια. Είναι η μόνη εγγύηση ότι θα υπάρχει ισχυρή λαϊκή αντιπολίτευση απέναντι στη στρατηγική του κεφαλαίου.


Του
Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
Μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ


Κορυφή σελίδας
Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ