Οι «γεωπολιτικοί υπολογισμοί» δεν μπορούν παρά να αντικατοπτρίζουν την «οικονομική πραγματικότητα», σημειώνουν αναλυτές
Copyright 2023 The Associated |
Το Πεκίνο αναβαθμίζει σταθερά τη θέση του στη Μέση Ανατολή εδώ και χρόνια (φωτ. από συνάντηση του Κινέζου ΥΠΕΞ με Αραβες και μουσουλμάνους ομολόγους του) |
Ανέφερε δε ως παράδειγμα ότι «το 2025, η Κίνα φέρεται να αντιπροσώπευε περίπου το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, αλλά αυτό ήταν μόνο περίπου το 13% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου στην Κίνα μέσω θαλάσσης».
Με τίτλο «Στο (θέμα του) Ιράν, η Κίνα ενδιαφέρεται περισσότερο για την (ευρύτερη) περιοχή περισσότερο από ό,τι για το καθεστώς» και υπότιτλο ότι «το Πεκίνο δεν θα διακινδυνεύσει τα ευρύτερα συμφέροντά του στη Μέση Ανατολή για να σώσει την Ισλαμική Δημοκρατία», η ανάλυση της αμερικανικής «δεξαμενής σκέψης» σημείωνε πως «προτεραιότητα του Πεκίνου δεν είναι η επιβίωση του σημερινού ιρανικού καθεστώτος, αλλά η διατήρηση των δικών του οικονομικών, ενεργειακών και τεχνολογικών συμφερόντων σε οποιαδήποτε περιφερειακή τάξη ασφαλείας προκύψει μετά τη σύγκρουση...».
Πρόσθετε δε ότι αν και τα στρατιωτικά πλήγματα ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Κίνας, μια στρατιωτική ανάμειξη της Κίνας είναι «απίθανη» και «το Πεκίνο θα μπορούσε να ανεχθεί αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ή έναν σημαντικό μετασχηματισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας», καθώς η σχέση Κίνας - Ιράν «έχει τις ρίζες της στην πρόσβαση σε πόρους και αγορές, όχι στην υποτιθέμενη αντιαμερικανική ιδεολογία της Τεχεράνης»...
Η κρίσιμη σχέση που η Κίνα έχει διαμορφώσει συνολικά με τα κράτη της Μέσης Ανατολής είναι όντως «ριζωμένη» σε μια σειρά σημαντικές συνεργασίες. Για παράδειγμα:
- Για το χρονικό διάστημα 2020 - 2023, η Σαουδική Αραβία εισήγαγε ημιαγωγούς και σχετικά αντικείμενα συνολικής αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων, κατά 81% από την Κίνα και μόλις κατά 3% από τις ΗΠΑ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) έκαναν σχετικές εισαγωγές συνολικής αξίας περίπου 739 εκατομμυρίων δολαρίων, κατά 67% από Κίνα και κατά 2% από ΗΠΑ. Οι υπόλοιπες χώρες του GCC, για εισαγωγές αξίας 213 εκατ. δολ., καλύφθηκαν κατά 80% από την Κίνα και κατά 1% (!) από τις ΗΠΑ.
- Για το ίδιο χρονικό διάστημα, η Σαουδική Αραβία εισήγαγε γραφικές κάρτες και συναφή προϊόντα αξίας 284.246.896 δολαρίων κατά 40% από Κίνα και κατά 21% από ΗΠΑ. Τα ΗΑΕ, αξίας 812.777.353, κατά 59% από Κίνα και 6% από ΗΠΑ. Οι δε υπόλοιπες χώρες του GCC, αξίας 125.361.089 δολαρίων, κατά 38% από Κίνα και κατά 51% από ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κέντρο Carnegie Endowment for International Peace παρατηρούσε ότι «ενώ οι σχέσεις (σε θέματα) ασφαλείας των ΗΠΑ με τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) θα διαρκέσουν, οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί των ηγεμόνων του Κόλπου θα αντικατοπτρίζουν επίσης την οικονομική πραγματικότητα ενός κόσμου, στον οποίο η Κίνα μπορεί να προμηθεύσει μια τεράστια γκάμα αγαθών σε ζήτηση σε ανταγωνιστικές τιμές και σε επαρκή ποιότητα».
Παρέθετε δε απόσπασμα από συνέντευξη που είχε δώσει ο διοικητής της CENTCOM (τμήμα των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων που είναι «αρμόδιο» για ζώνες του πλανήτη που περιλαμβάνουν και τη Μέση Ανατολή) το 2020, Κένεθ ΜακΚένζι, εμφανίζοντας τους οικονομικούς δεσμούς της Κίνας με τον Κόλπο «ως προσπάθειες να "δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα", που θα μπορούσε να οδηγήσει σε "άλλα πράγματα" (...) ίσως πωλήσεις όπλων ή άμεση παρουσία ασφαλείας (παρόμοια με αυτήν που έχει ο Πέμπτος Στόλος των ΗΠΑ, που σταθμεύει στο Μπαχρέιν, ή τις μόνιμες βάσεις των ΗΠΑ στο Κουβέιτ και το Κατάρ)...».
Στο μεταξύ, ο Παν Γκουάνγκ, Κινέζος ακαδημαϊκός, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης, με άρθρο του στις 9 Μάρτη στην «China Today» υποστηρίζει ότι «οι επιθέσεις κατά του Ιράν έχουν κάποιο αντίκτυπο στην Κίνα, αλλά ο αντίκτυπος είναι περιορισμένος» και ότι «δεν θα υπάρξουν αλλαγές όσον αφορά τη ρύθμιση του εμπορίου πετρελαίου σε γουάν». Ο ίδιος, παραθέτοντας μια σειρά από πλευρές της θέσης που έχει διαμορφώσει το Πεκίνο εδώ και χρόνια στην ευρύτερη περιοχή, τόνισε ότι ακόμα και στο Ισραήλ, αν και «εμφανίστηκαν ορισμένες αντι - κινεζικές φωνές (...) οι κυρίαρχες δυνάμεις εξακολουθούν να επιδιώκουν φιλικές σχέσεις με την Κίνα» (ενδεικτική θεωρείται η συμμετοχή κινεζικών κεφαλαίων στο ισραηλινό λιμάνι της Χάιφα, για την οποία μάλιστα υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τις ΗΠΑ), ότι «η επίδραση του Ιράν στην Κίνα είναι κάπως μικρότερη σε σύγκριση με τις αραβικές χώρες».
Επισημαίνοντας ότι για τις ΗΠΑ «η αντιμετώπιση της Κίνας δεν σημαίνει εγκατάλειψη της Μέσης Ανατολής», αλλά και ότι «οι πρόσφατες επιθέσεις (στο Ιράν) δεν σημαίνουν ότι η Ουάσιγκτον θα μεταφέρει όλες τις στρατιωτικές της δυνάμεις πίσω στη Μέση Ανατολή» ο Παν υπογράμμισε πως για τις ΗΠΑ η Μέση Ανατολή παραμένει «στρατηγικός διάδρομος» που «δεν μπορεί να εγκαταλείψει», αλλά «το πρόβλημα είναι ότι η ικανότητα και η προσοχή τους είναι περιορισμένες», παραθέτοντας νούμερα αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που έχουν σταδιακά περιοριστεί τα τελευταία χρόνια στην περιοχή (π.χ. στην αεροπορική βάση Al Udeid στο Κατάρ). Μεταξύ άλλων, ο Κινέζος αναλυτής επισημαίνει ότι «αναπτύχθηκαν πολύ γρήγορα» οι σχέσεις Κίνας - Σαουδικής Αραβίας, αν και το Ριάντ ήταν η τελευταία δύναμη στην περιοχή που σύναψε σχέσεις με το Πεκίνο - ενδεικτικές είναι οι κινεζικές επενδύσεις με τις οποίες επεκτείνονται μεγάλες μονάδες διύλισης βόρεια της Τζέντα. Σημειωτέον, τον περασμένο Σεπτέμβρη, στη διάρκεια επιχειρηματικής συνάντησης στο Πεκίνο, οι δύο πλευρές υπέγραψαν συνολικά 42 επενδυτικές συμφωνίες αξίας άνω των 1,74 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κλάδους σχετικούς με «προηγμένες» βιομηχανίες, «έξυπνα» οχήματα και Ενέργεια. Ηδη από το 2024 το διμερές εμπόδιο έχει υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με μόλις μια δεκαετία πριν, στο πλαίσιο ...«σύμπτυξης» των κινεζικών «Δρόμων του Μεταξιού» και του «Σαουδαραβικού Οράματος για το 2030» που περιλαμβάνει κοινές επενδύσεις σε μια σειρά υποδομές.
Επίσης, «κλειδί» στη διείσδυση της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή και τον αραβικό κόσμο, διαδραματίζει σύμφωνα με τον Παν η Αίγυπτος «που παίζει τον ρόλο του στενότερου φίλου της Κίνας στην περιοχή», προσθέτοντας ανάμεσα σε άλλα: «Στη Μέση Ανατολή, πολλές χώρες ελπίζουν ότι η Κίνα θα αυξήσει την οικονομική της συμμετοχή, αλλά η Κίνα πρέπει να λάβει υπόψιν της τα οφέλη. Το πώς θα εξισορροπηθούν οι επενδύσεις (σ.σ. που η Κίνα κάνει) και οι αποδόσεις (σ.σ. που καταγράφει) στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας "Μία Ζώνη, Ενας Δρόμος" ήταν πάντα δύσκολο».
Από την άλλη πλευρά, ο Παν τόνισε ότι σημαντικό προβληματισμό προκαλούν στην Κίνα τυχόν εμπόδια για τον οικονομικό διάδρομο Κίνας - Πακιστάν (CPEC), «η σοβαρή σύγκρουση στην οποία βρίσκονται Πακιστάν και Αφγανιστάν, αυτό είναι που ανησυχεί περισσότερο».
Το Πεκίνο αποδίδει στον CPEC «μετασχηματιστικό ρόλο», ως τμήμα «του εμβληματικού έργου της "Πρωτοβουλίας Belt and Road"», όπως επισημαίνεται και στις επαφές που τις τελευταίες βδομάδες έχει πυκνώσει ο πρέσβης της Κίνας, Ζιάνγκ Ζαϊντόνγκ, στο Ισλαμαμπάντ με τον Πακιστανό πρωθυπουργό, Σεχμπάζ Σαρίφ. Η τελευταία έγινε μόλις χτες, με τις συζητήσεις να επικεντρώνονται στη «διμερή ισχυρή οικονομική σχέση» αλλά και τη «δέσμευση για ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε διάφορους τομείς».
Ο Σαρίφ τόνισε «την ανάγκη επιτάχυνσης των συνεχιζόμενων έργων του CPEC, ζήτησε ενισχυμένη συνεργασία σε τομείς προτεραιότητας, όπως η γεωργία, η τεχνολογία πληροφοριών, η εξόρυξη και γενικά όσα αφορούν την αξιοποίηση ορυκτών». Από τη μεριά του, ο Ζιάνγκ μεταξύ άλλων επιβεβαίωσε «τη σταθερή υποστήριξη της Κίνας στην κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη του Πακιστάν, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση του Πεκίνου για περαιτέρω ενίσχυση της συνολικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο εθνών».