Γιώργης Παπαμιχαήλ.
Εκτελεσθείς στην Καισαριανή 01/05/1944.
Ελληνας, Κομμουνιστής, Πρόεδρος του Σωματείου Φτυαριστών στο λιμάνι του Πειραιά.
Υπάρχουν τόποι που δεν είναι τόποι, είναι πληγές ανοιχτές πάνω στον χάρτη της Ιστορίας. Η Ακροναυπλία, το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, το Σκοπευτήριο Καισαριανής. Πέτρα, συρματόπλεγμα και χώμα ποτισμένο με αίμα. Εκεί όπου δοκιμάστηκε το ανθρώπινο σώμα μέχρι συντριβής και όμως η ψυχή αρνήθηκε να γονατίσει.
Σε κάποια μεταγωγή, τους έβγαλαν στο Πασαλιμάνι για δημόσια διαπόμπευση. Αλυσοδεμένους. Να φοβηθούν οι άλλοι. Να σιωπήσουν. "Γιώργη, το παιδί σου", έγνεψε ο παππούς μου στον θείο τον Γιώργη. "Δημήτρη, αυτός είναι ο πατέρας σου" είπε ο παππούς μου έχοντας τον γιο του στις πλάτες. Και του τον έδειξε με το δάχτυλο. Κι ο Γιώργης έγνεψε όχι. Οχι από άρνηση. Από προστασία. Για να μη μείνει στο βλέμμα του γιου του η εικόνα του πατέρα δεμένου. Ηθελε η μνήμη του παιδιού του να τον κρατήσει όρθιο. Ελεύθερο. Οπως ήταν πάντα. Τους έβγαλαν στο Πασαλιμάνι για διαπόμπευση... για εξευτελισμό.
Λες και είναι δυνατόν να εξευτελίσεις ιδανικά που στέκονται ψηλότερα κι από τον ήλιο. Πώς να λυγίσεις άνθρωπο που έχει ήδη διαλέξει την αιωνιότητα αντί για τη σωτηρία;
Στην Ακροναυπλία ένα από τα βασανιστήρια ήταν η απότομη μετάβαση από το σκοτάδι των υπόγειων κελιών στο έντονο φως του ήλιου. Αυτό προκαλούσε προσωρινή τύφλωση, αποπροσανατολισμό και άλλες νευρολογικές καταπονήσεις. Σε ανθρώπους ήδη εξαντλημένους από ξυλοδαρμούς ή κακουχίες, μπορούσε να επιφέρει ακόμη και μόνιμη βλάβη στην όραση. Σε ένα επισκεπτήριο, ο Γιώργης ψηλάφιζε τα πρόσωπα των δικών του με δάχτυλα που έτρεμαν όχι από φόβο αλλά από αγάπη. Αναζητούσε τα χαρακτηριστικά τους μέσα στο σκοτάδι. Δεν λύγισε. Δεν υπέγραψε. Δεν πρόδωσε. Διάλεξε να σταθεί απέναντι στην κάννη με βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. (...)
Οταν το ανακοίνωσα στην εγγονή του, τη θεία Ζωή, πως μαζεύω στοιχεία, χαρτιά, μαρτυρίες για τον θείο τον Γιώργη, για να γράψω ένα βιβλίο που να μείνει μέσα στην οικογένεια σαν φυλαχτό, δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου. Με αγκάλιασε. Κι εκείνη η αγκαλιά δεν ήταν απλώς συγκίνηση. Ηταν ανακούφιση. Σαν να περίμενε χρόνια κάποιος να το πει δυνατά. (...)
Και καθώς ενώνονταν τα κομμάτια, δεν σχηματιζόταν μόνο το πορτρέτο του θείου Γιώργη. Σχηματιζόταν το πρόσωπο μιας γενιάς που έμαθε να πονά σιωπηλά και να στέκεται όρθια. Κι εγώ καταλάβαινα πως το βιβλίο δεν θα ήταν απλώς οικογενειακή υπόθεση. Θα ήταν επιστροφή. Δικαίωση. Μνήμη που αρνείται να σβήσει.
Και το όνομά του έφτασε στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Η φωτογραφία του βρήκε τη θέση της εκεί που ανήκει. Χάρη και στον Τάκη Βαρελά, που δεν άφησε τη μνήμη να σκονιστεί. Που τίμησε τον Γιώργη με αφιερωματική ημερίδα την Πρωτομαγιά. Που στέκεται δίπλα μου στην έρευνα, με άσβεστη ανησυχία και σεβασμό. Το ευχαριστώ είναι λίγο.
Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν πριν λίγες ημέρες είναι η απόδειξη πως ψυχή της ιστορίας ήταν, είναι και θα είναι πάντα η αλήθεια.
Τώρα πια δεν είναι οικογενειακή ιστορία. Είναι Ιστορία.
Δεν θα λέμε στα παιδιά μας "έλα να σου πω για τον θείο τον Γιώργη". Θα λέμε: Ελα να σου πω για ανθρώπους που βασανίστηκαν, που έχασαν το φως τους, που στάθηκαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα με βλέμμα στραμμένο στον Ηλιο. Που ύψωσαν τη γροθιά ίσαμε τον ουρανό και κράτησαν ψυχή μεγαλύτερη από τον φόβο.
Τιμή και Δόξα στους πεσόντες που δεν έπεσαν ποτέ.
Ενα μεγάλο ευχαριστώ στην θεία μου και εγγονή του Ζωή Περλετζή, που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε το όραμά μου και είναι συνοδοιπόρος μου να βγει στο φως επιτέλους η σωστή μεριά της ιστορίας.
Μαρίλυ Μαμμή, Περήφανη απόγονος και ανιψιά».
«Αγαπητοί σύντροφοι,
Με βαθιά συγκίνηση και αίσθημα ευθύνης καταθέτω αυτή την επιστολή, τιμώντας τη μνήμη του συγγενή μου, Κλαμπατσέα Κωνσταντίνου, φοιτητή της Νομικής, στελέχους του ΚΚΕ και Ακροναυπλιώτη, καταγόμενου από την ηρωική ανταρτομάνα Σαϊδόνα Δυτικής Μάνης, ενός από τους 200 κομμουνιστές αγωνιστές που εκτελέστηκαν την 1η Μαΐου 1944 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής.
Ο συγγενής μου δεν οδηγήθηκε εκεί τυχαία. Επέλεξε συνειδητά τον δρόμο του αγώνα, πιστός στην πολιτική του Κόμματος και στην πάλη ενάντια στον φασισμό. Στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα με το κεφάλι ψηλά, αφήνοντάς μας μια βαριά αλλά τιμημένη παρακαταθήκη αξιοπρέπειας και συνέπειας.
Η πρόσφατη αποκάλυψη των φωτογραφιών από τις στιγμές της θυσίας των 200 αποτελεί ένα συγκλονιστικό ιστορικό ντοκουμέντο. Εγώ και η οικογένειά μου, μαζί με το δέος και τη συγκίνηση που νιώθουμε, εκφράζουμε την επιθυμία αυτά τα ντοκουμέντα να αποδοθούν εκεί όπου πραγματικά ανήκουν: Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και το ΚΚΕ που ήταν και μέλη του, ώστε να αναδειχθούν, να αξιοποιηθούν και να είναι προσιτά στον κόσμο και ιδιαίτερα στη νεολαία, ως αναπόσπαστο μέρος της συλλογικής μας μνήμης. (...)
Συντροφικά,
Γιάννης Τερζής
Κομματική Οργάνωση Πειραιά».
***
«Από την πρώτη στιγμή που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας οι φωτογραφίες - ντοκουμέντα των 200 εκτελεσμένων Ελλήνων Κομμουνιστών στην Καισαριανή, αισθανόμαστε συγκλονισμένοι και βαθύτατα συγκινημένοι, καθώς ανάμεσά τους ήταν κι ένας δικός μας άνθρωπος. Ο πατέρας, ο παππούς, ο προπάππους μας. Ο Αποστόλης Βαγενάς του Γεωργίου, από τη Νιγρίτα Σερρών.
Ο Αποστόλης Βαγενάς γεννήθηκε στη Νιγρίτα Σερρών το 1904 και ήταν καπνεργάτης. Από μικρή ηλικία, ανέπτυξε έντονη πολιτική και συνδικαλιστική δράση και αφοσιώθηκε στα ιδανικά του σοσιαλισμού - κομμουνισμού και στο Kόμμα που τα εξέφραζε, το ΚΚΕ.
Για την πολιτική του δράση, συνελήφθη από το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά, το φθινόπωρο του 1936 και στάλθηκε εξόριστος στην Ανάφη, αφήνοντας πίσω την γυναίκα του Παρασκευή και τα τρία ανήλικα παιδιά του. Την Κωνσταντία 6 ετών, τον Γιώργο 4 ετών που σκοτώθηκε λίγο μετά τη σύλληψή του και τον Γιάννη 1 έτους.
Πιστός στις ιδέες του κομμουνισμού, πιστός στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, δοσμένος στο δίκιο του αγώνα, οδηγήθηκε με ψηλά το κεφάλι στον τοίχο της Καισαριανής για να εκτελεσθεί μαζί με τους 200 συντρόφους του την Πρωτομαγιά του 1944.
Στο τελευταίο σημείωμα που έγραψε, πηγαίνοντας για εκτέλεση, αναφέρει: "Δεν σας ξεχνώ ποτές... Για σας και τον ελληνικό λαό χαρίζω τη ζωή μου. Σήμερα 1 του Μάη του 1944. Σας φιλώ για τελευταία φορά. Απόστολος Βαγενάς". Το σημείωμα αυτό μαζί με άλλα σημειώματα των μελλοθανάτων βρίσκονται στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ.
Υπάρχει μια μικρή υποψία, ότι ίσως και να διακρίνεται σε μια φωτογραφία από αυτές που είδαν το φως της δημοσιότητας, καθώς έχει την ίδια κορμοστασιά με τον τελευταίο γιο του Γιάννη, που βρίσκεται εν ζωή. Δυστυχώς τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν φαίνονται καθαρά, για να είμαστε πιο σίγουροι.
Εμείς οι απόγονοί του ζητάμε να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες, ώστε αυτές οι φωτογραφίες - ντοκουμέντα να γυρίσουν σπίτι τους, εκεί που ανήκουν. Να αποδοθούν στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, τον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ.
Ο γιος του Ιωάννης Βαγενάς
Τα εγγόνια του (τέκνα της Κωνσταντίας) Μαρία Μάγγου και Παναγιώτης Τσιουμάκης
Τα εγγόνια του (τέκνα του Ιωάννη) Απόστολος Βαγενάς και Αντωνία Βαγενά
Τα δισέγγονά του Βασίλειος Μάγγος, Ευαγγελία Μάγγου, Κονδυλία Μάγγου, Κωνσταντίνος Μάγγος, Βασίλειος Τσιουμάκης, Ηλιάνα Τσιουμάκη και Ιωάννης Βαγενάς».