Η «πράσινη μετάβαση» έχει παράπλευρες απώλειες. Οπως οι 5 εργάτριες της «Βιολάντα», που ο θάνατός τους φωνάζει για τα εγκλήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όποιο χρώμα κι αν έχει, «πράσινη» ή «μαύρη». Η έκρηξη στο μπισκοτάδικο ακούστηκε σε όλη τη χώρα, αλλά η κυβέρνηση απολαμβάνει την «επενδυτική βαθμίδα», που θα φέρει κι άλλες επενδύσεις, κι άλλα βραβεία «επιχειρηματικής καινοτομίας». Μέσα σ' αυτό το ναρκοπέδιο, είναι ανατριχιαστικό το πώς το κράτος «εποπτεύει» την ασφάλεια: Οι εργαζόμενοι μιλούσαν για την οσμή που ανάβλυζε από τα (αδήλωτα) υπόγεια για μήνες και όλοι ήξεραν για τις άδειες - φάντασμα, αλλά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ήταν μάλλον «ζαλισμένοι» από τα κέρδη του εργοστασίου, το οποίο συνέχιζε να αποσπά το ένα βραβείο πίσω από το άλλο, για την τεχνολογία και την καινοτομία, που αποδείχθηκε του θανάτου. Το παιχνίδι είναι στημένο και οι κανόνες λένε πως η ζωή του εργάτη κοστίζει λιγότερο από τα μέτρα ασφάλειας. Οσο και να προσπαθούν να καλλιεργήσουν τη «συμπάθεια» και τον «οίκτο» για το «συνοικιακό αρτοποιείο» που κατάφερε να γίνει «μια υπερσύγχρονη μονάδα», αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι το αίμα στις γραμμές παραγωγής γίνεται «λάδι» για να γυρίζουν τα γρανάζια της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Τώρα, οι αρμόδιοι παίζουν τον μουτζούρη πάνω από τα ερείπια και ψάχνουν να βρουν αν έφταιγε η κακιά η ώρα. Ξέρουν όλοι τους τι φταίει: Το σύστημα του κέρδους που υπηρετούν και λογαριάζει την προστασία της ζωής ως «βαρίδι» μπροστά στην «ανταγωνιστικότητα». Βαρίδι όμως για την ασφάλεια και τη ζωή του εργάτη είναι τα παράσιτα οι καπιταλιστές, τα κέρδη τους και η πολιτική που τα στηρίζει. Αυτό έδειξε για άλλη μια φορά το έγκλημα στη «Βιολάντα» και δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο εφησυχασμού.