Πέρα από όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για την τραγωδία της «Βιολάντα» (βλ. αναλυτικά ρεπορτάζ σε άλλες στήλες), αποκαλυπτικά ήταν και τα «σημειώματα» που διακινήθηκαν χθες από τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης για όσα συνέβησαν και συμβαίνουν σε Πέραμα και Λαύριο.
Για το μεν πρώτο, στον απόηχο της φωτιάς που σημειώθηκε αργά το βράδυ της 17 Γενάρη στην περιοχή των καζανιών των πετρελαϊκών εταιρειών, ξυπνώντας ξανά τον εφιάλτη στους κατοίκους, η ΓΓΕ μίλησε για εγκατάσταση τύπου Seveso «που λειτουργεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεσμικού καθεστώτος αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου, όπως αυτό προβλέπεται από την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία» και όπου «η εποπτεία και οι έλεγχοι ασκούνται πολυεπίπεδα»: «Από το ΥΠΕΝ και τη Διεύθυνση Ανάπτυξης της Περιφέρειας για τη νόμιμη λειτουργία της εγκατάστασης», «από τις περιβαλλοντικές υπηρεσίες για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ)», «από την Πυροσβεστική Υπηρεσία για τα θέματα πυροπροστασίας» «και, όπου απαιτείται, από λοιπές συναρμόδιες αρχές (δημόσια υγεία κ.ά.)».
«Το σύστημα αυτό», λένε, «βασίζεται στη διάκριση αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο (και όχι στην ύπαρξη ενός ενιαίου ελεγκτικού φορέα)», αποτυπώνοντας ακριβώς όλο το νομικό πλαίσιο που αφήνει «πόρτες και παράθυρα» ανοιχτά για βόμβες θανάτου μέσα σε κατοικημένες περιοχές για τα κέρδη του κεφαλαίου.
Στο ερώτημα ποιος καθορίζει τις προδιαγραφές και τους ελέγχους, η απάντησή τους είναι ότι «οι τεχνικές και οργανωτικές προδιαγραφές ασφάλειας καθορίζονται: Από την ευρωπαϊκή νομοθεσία (Seveso) και από εθνικές κανονιστικές πράξεις (ΚΥΑ)» και ότι «εξειδικεύονται μέσω της Μελέτης Ασφαλείας που υποβάλλει ο φορέας εκμετάλλευσης», δηλαδή οι καπιταλιστές ...ελέγχουν τους εαυτούς τους. «Η Μελέτη Ασφαλείας της συγκεκριμένης εγκατάστασης αξιολογήθηκε στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας», καταλήγει γενικόλογα το σημείωμα της ΓΓΕ, επιχειρώντας να κλείσει το θέμα και αποφεύγοντας να πει το παραμικρό για τις αιτίες της πυρκαγιάς και τον κίνδυνο Βιομηχανικού Ατυχήματος Μεγάλης Εκτασης στο έγκλημα που λέγεται καζάνια του θανάτου μέσα στο Πέραμα, στο γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένα σχέδιο πόσο μάλλον ολοκληρωμένο σχέδιο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Στο ίδιο μοτίβο και η απάντηση της ΓΓΕ για το γεγονός ότι με ευθύνη των ΕΑΣ αλλά και της κυβέρνησης εδώ και χρόνια δεν έχει γίνει το παραμικρό για την καταστροφή των 220 τόνων εκρηκτικής ύλης που αποτελούν ωρολογιακή βόμβα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στο Λαύριο. Σημειωτέον, για το θέμα λέγεται ότι ο τελευταίος διαγωνισμός για την απομάκρυνση και καταστροφή τους ακυρώθηκε με παρέμβαση του υπουργού Αμυνας. Να σημειωθεί επίσης ότι πολλές φορές με κινητοποίηση του Εργατικού Κέντρου και του λαού της περιοχής αποτράπηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή η μετακίνηση εκρηκτικού υλικού φορτωμένου σε νταλίκες, χωρίς κανένα μέτρο προφύλαξης, μέσα από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Ποια ήταν η απάντηση της ΓΓΕ; Οτι «η διοίκηση ΕΑΣ, σε συνεργασία με το ΥΠΕΘΑ, λαμβάνοντας όλα τα μέτρα προστασίας και ασφαλείας, κάνει εκτίμηση της κατάστασης για τη βέλτιστη λύση του ζητήματος» και ότι «εκκρεμεί αναλυτική απάντηση για τον διαγωνισμό»... Μέχρι τότε ο λαός του Λαυρίου θα συνεχίσει να κάθεται πάνω σε άλλη μια «ωρολογιακή βόμβα».