Στην προσπάθειά της να αποκρούσει τα δίκαια αιτήματα των μπλόκων, η κυβέρνηση προχώρησε σε δύο ομολογίες που αναδεικνύουν την ουσία της στρατηγικής της για την καπιταλιστική κερδοφορία.
1η ομολογία: Το ευρωενωσιακό πλαίσιο «θηλιά» στον λαιμό του βιοπαλαιστή αγρότη.
Συγκεκριμένα, παραδέχτηκε ωμά ότι το ευρωενωσιακό πλαίσιο και ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός θέτουν τα όρια στα αιτήματα των αγροτών που μπορούν να ικανοποιηθούν. Συγκεκριμένα, μέσω των επίσημων ανακοινώσεών της διευκρίνισε τα εξής:
- Η «ελεύθερη αγορά» απαγορεύει τις εγγυημένες τιμές, αφήνοντας τον αγροτοπαραγωγό απροστάτευτο απέναντι στα αρπακτικά της Μεταποίησης και του Εμπορίου.
- Το αγροτικό ρεύμα δεν μπορεί να μειωθεί περαιτέρω και η τιμή που δόθηκε είναι η «χαμηλότερη δυνατή» ώστε να μην εγερθούν από την ΕΕ ζητήματα «αθέμιτου ανταγωνισμού».
- Το Χρηματιστήριο Ενέργειας είναι «ιερό και απαραβίαστο», επειδή λειτουργεί σε όλη την ΕΕ, καταδικάζοντας τους παραγωγούς σε τεράστια κόστη και τον λαό σε μόνιμη ενεργειακή φτώχεια.
- Η ΚΑΠ δεν επιτρέπει την αναπλήρωση χαμένου εισοδήματος του αγρότη όταν πουλά τα προϊόντα του κάτω του κόστους.
- Οι εισαγωγές είναι ανεξέλεγκτες ως αποτέλεσμα της «ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης». Οπότε, η εγχώρια παραγωγή ποιοτικών τροφίμων στραγγαλίζεται από τα φτηνά και αμφίβολης ποιότητας εισαγόμενα, για λογαριασμό των μονοπωλιακών υπερκερδών.
Ακόμα και το ζήτημα του εμβολιασμού, που θα μπορούσε να προστατέψει το κτηνοτροφικό κεφάλαιο, προσκρούει στην κερδοφορία των μεγαλοεξαγωγέων της φέτας, γι' αυτό και απορρίπτεται ελλείψει «ευρωπαϊκής έγκρισης».
Επομένως, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), γενικότερα το ευρωενωσιακό πλαίσιο, δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο, αλλά ένας μηχανισμός βίαιης απομάκρυνσης του μικρομεσαίου παραγωγού από τα χωράφια του. Οταν πρόκειται για την επιβίωση του λαού, επιστρατεύονται οι «δημοσιονομικές αντοχές», οι οποίες όμως γίνονται εξαιρετικά ελαστικές όταν πρέπει να πέσει «ζεστό» χρήμα και φοροαπαλλαγές για εφοπλιστές και βιομηχάνους.
2η ομολογία: Οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ ως μηχανισμός καταλήστευσης.
Η κυβέρνηση ομολόγησε κυνικά ότι ο έμπορος και ο βιομήχανος μπορούν να αγοράζουν τα αγροτικά προϊόντα κάτω του κόστους, από τη στιγμή που ο αγρότης παίρνει επιδότηση. Αποδεικνύεται στην πράξη αυτό που το ΚΚΕ επισημαίνει σταθερά εδώ και δεκαετίες, ότι οι επιδοτήσεις λειτουργούν ως τα «τριάκοντα αργύρια», ότι δηλαδή τα χρήματα αυτά δεν είναι «βοήθεια», αλλά το αντίτιμο για να αποδεχτεί ο αγρότης την καταστροφή του.
Χαρακτηριστική είναι και η πρόσφατη εξαγγελία της Φον Ντερ Λάιεν για τα 45 δισ. ευρώ. Αυτά τα χρήματα αποτελούν «τυρί» για να χρυσωθεί το χάπι της συμφωνίας ΕΕ - Mercosur. Πρόκειται για προκαταβολές επιδοτήσεων από την επόμενη περίοδο (ΚΑΠ 2028 - 2034) οι οποίες στόχο έχουν να επιβάλουν μια πολιτική που συνθλίβει τον βιοπαλαιστή αγρότη, καθώς ο ανταγωνισμός με τις φτηνές εισαγωγές προϊόντων με κατώτερες προδιαγραφές (π.χ. χρήση απαγορευμένων στην ΕΕ φυτοφαρμάκων) από τη Λατινική Αμερική οδηγεί σε περαιτέρω καταλήστευσή τους. Αντίθετα, οι βιομήχανοι και οι όμιλοι σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα χημικά κ.λπ. πρόκειται να αποκομίσουν τεράστια κέρδη μέσω της «απελευθέρωσης» των αγορών και των εξαγωγών.
Η σημερινή πραγματικότητα στην ελληνική ύπαιθρο αποδεικνύει περίτρανα ότι οι αντικειμενικές δυνατότητες για μια παραγωγή που θα καλύπτει τις λαϊκές ανάγκες σε ποιοτικά και φτηνά τρόφιμα υπονομεύονται συστηματικά. Η αγροτική παραγωγή δεν σχεδιάζεται με γνώμονα τη διατροφική επάρκεια και την προστασία του εισοδήματος των παραγωγών, αλλά θυσιάζεται στον βωμό της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
Η κυβέρνηση, πιστή στις κατευθύνσεις της ΕΕ και του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, προωθεί την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής με οδηγό την «ανταγωνιστικότητα». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πολιτική που θωρακίζει την κερδοφορία των μονοπωλίων τσακίζοντας τους μικρούς παραγωγούς: Από τις ακριβές εισροές (σπόροι, λιπάσματα, Ενέργεια), που τις ελέγχουν λίγοι κολοσσοί, μέχρι τις «ανοιχτές» και κάτω του κόστους τιμές στο χωράφι, ο παραγωγός παραμένει ο αδύναμος κρίκος. Αυτή η υποταγή δημιουργεί την περιβόητη «ψαλίδα» τιμών: Ο αγρότης πουλάει σε τιμές κάτω του κόστους, ενώ ο εργαζόμενος ως καταναλωτής έρχεται αντιμέτωπος με πανάκριβα τρόφιμα στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Ακόμα κι όταν η παραγωγή τροφίμων αντιμετωπίζεται - υπό την προοπτική ενός πολέμου - ως ζήτημα «γεωπολιτικής σημασίας», όπως συμβαίνει με τα προπαρασκευαστικά κείμενα της επικείμενης αναθεώρησης της ΚΑΠ, στόχος δεν είναι η ικανοποίηση των αναγκών του λαού αλλά η διασφάλιση των συμφερόντων του κεφαλαίου.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η επιβίωση του βιοπαλαιστή της υπαίθρου απαιτεί σύγκρουση και ρήξη με την ΕΕ και το σύστημα της εκμετάλλευσης.
Η προοπτική μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης στην ύπαιθρο συνδέεται άρρηκτα με την ανατρεπτική πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ, για μια οικονομία όπου το κριτήριο δεν θα είναι το κέρδος των ομίλων αλλά η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Αυτό δηλαδή που εξασφαλίζεται με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό της οικονομίας και με την εξουσία στα χέρια των εργαζομένων. Μόνο σε μια τέτοια κοινωνία θα μπορέσει να εξασφαλιστεί εγχώρια παραγωγή που θα αξιοποιεί τις τεράστιες υπάρχουσες δυνατότητες. Για να εξασφαλίσει κάθε λαϊκό σπίτι φτηνό και ποιοτικό τρόφιμο, για να έχει ο αγρότης εγγυημένο εισόδημα και ζωή στην ύπαιθρο στο ύψος των πραγματικών αναγκών.
Ο αγώνας αυτός δεν είναι έργο «μονόπρακτο». Είναι σαν το χωράφι: Δεν το ποτίζεις μια κι έξω. Θέλει διαρκή φροντίδα, οργάνωση και πείσμα για να καρπίσει. Ετσι είναι και η ταξική πάλη. Θέλει συνέχεια, συνέπεια και οργάνωση παντού, σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό, θέλει διεκδίκηση και σύγκρουση με την πολιτική που τσακίζει τον λαό. Θέλει αλληλεγγύη και κοινή δράση, ώστε να σφυρηλατείται στην πράξη η συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων αυτοαπασχολούμενων, που μπορεί τελικά να φέρει τα πάνω κάτω.