Η εβδομάδα αυτή σημαδεύτηκε από τον θάνατο του Μπέλα Ταρ, όμως θέλουμε να πούμε λίγα λόγια και για τον Παλαιστίνιο αγωνιστή και καλλιτέχνη Μοχάμεντ Μπάκρι, που έφυγε από τη ζωή την παραμονή των Χριστουγέννων σε ηλικία 72 ετών. Ο Μπάκρι ήταν Παλαιστίνιος που γεννήθηκε στο Ισραήλ το 1953, σπούδασε Αραβική Λογοτεχνία και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και ήταν μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του παλαιστινιακού κινηματογράφου και θεάτρου. Εργάστηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και παραγωγός και κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τους Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι και με τον Κώστα Γαβρά. Είχε γυρίσει αρκετά ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση των Παλαιστινίων στο Ισραήλ, εκείνο όμως που ξεχώρισε πραγματικά ήταν το ντοκιμαντέρ «Τζενίν, Τζενίν» (2002), όπου κατήγγειλε τα εγκλήματα πολέμου του ισραηλινού στρατού στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη, κατά τη 2η Ιντιφάντα. Στο Ισραήλ η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο την έκρινε «δυσφημιστική». Οι ισραηλινές αρχές καταδίωξαν τον Μπάκρι για πολλά χρόνια, εξαναγκάζοντάς τον να περάσει από πολυάριθμες δικαστικές διώξεις που σχετίζονταν με το καλλιτεχνικό του έργο και τη στάση του υπέρ της παλαιστινιακής υπόθεσης. Πρόσφατα είχε επισκεφτεί την Ελλάδα, καλεσμένος του «Studio New Star Art Cinema», όπου παρουσίασε τις δύο ταινίες του για την Τζενίν, «Τζενίν, Τζενίν» (2002) και «Τζανίν Τζενίν» (2024), και παρέδωσε ένα εκπληκτικό masterclass για τον καλλιτέχνη και τη θέση του στην Ιστορία.
Ο Παλαιστίνιος αγωνιστής και καλλιτέχνης Μοχάμεντ Μπάκρι |
Ενας άνδρας χάνει αιφνίδια την σύζυγό του και προσπαθεί να μεγαλώσει μόνος του τους δύο ανήλικους γιους του, αλλά σταδιακά απομονώνεται από τον έξω κόσμο και η επαφή του με την πραγματικότητα καταρρέει. Καθώς βυθίζεται σε απόγνωση, μια σκοτεινή παρουσία στοιχειώνει τη ζωή του. Αυτό το μυστηριώδες πλάσμα, γνωστό ως «κοράκι», που φαινομενικά ζωντανεύει από τις σελίδες του έργου του ως δημιουργού κόμικς, εισβάλλει στο σπίτι και στο μυαλό του και κάθε βράδυ τον σφυροκοπά χωρίς έλεος...
Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο «Grief is the Thing With Feathers» του Μαξ Πόρτερ. Είναι μια ταινία για τη θλίψη και την απόγνωση, όλα με κεφαλαία γράμματα, που συνθέτουν το πένθος. Εδώ το πένθος δεν χωρίζεται σε πέντε στάδια, είναι ένα που ολοένα και βαραίνει τους ώμους και την ψυχή αυτής της οικογένειας. Ενα που ριζώνει βαθιά μέσα τους. Ο πατέρας δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια και βαλτώνει. Βαλτώνει μέχρι το έσχατο σημείο, σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν «ξεχνά» ότι είναι υπεύθυνος για δύο μικρά παιδιά. Επακόλουθα βυθίζονται κι εκείνα μαζί του σε βαθιά μελαγχολία. Ολα τούτα εκφράζονται με τη μορφή ενός τεράστιου κορακιού, που τους «βοηθά» να πιάσουν πάτο αλλά και να σηκωθούν. Τους δίνει τον χρόνο που χρειάζονται, θα λέγαμε, για να πενθήσουν, να οργιστούν, να συνειδητοποιήσουν και να καταφέρουν να συνεχίσουν τη ζωή τους, αυτήν τη φορά με ένα Χωρίς... Η Τέχνη είναι εκείνη που δίνει λύση. Εκείνη που παρηγορεί, εκείνη που βοηθά στη συνειδητοποίηση, εκείνη που δίνει το χέρι της, εκείνη που τους τραβάει από το βαθύ πηγάδι. Μια ιστορία, ένα σκίτσο, ένα χαρτί που αντέχει όλο το μελάνι και το κάρβουνο του κόσμου να πιεστεί πάνω του, να βγει η πίκρα. Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς είναι μεγάλης κλάσης ηθοποιός, αλλά αυτό το ξέραμε ήδη. Αξια θαυμασμού παραμένει η διδασκαλία ενός τόσο σκληρού σεναρίου στα δύο μικρά παιδιά που πρωταγωνιστούν. Μόνο και μόνο γι' αυτό ο Σάουθερν είναι αξιέπαινος!
Οταν μια μητέρα και οι δύο κόρες της μετακομίζουν μαζί στην Ταϊπέι, προσπαθούν να προσαρμοστούν στον νέο τρόπο ζωής της πόλης, ενώ παράλληλα παλεύουν να διατηρήσουν την ενότητά τους ως οικογένεια. Την ίδια στιγμή η μικρή κόρη μαθαίνει ότι το αριστερό της χέρι είναι «διαβολικό».
Ο Σον Μπέικερ επιστρέφει ως παραγωγός, σεναριογράφος και μοντέρ στους δρόμους της Ταϊπέι, πλάι στην επί χρόνια συνεργάτιδά του, Τσου Σι-Τσινγκ. Η ταινία είναι γυρισμένη με iPhone! Εδώ μπαίνουμε στον κόσμο της νυχτερινής αγοράς της Ταϊπέι. Μπαίνουμε στον κόσμο της φτώχειας και στις προκαταλήψεις μιας κοινωνίας εχθρικής απέναντι στις γυναίκες. Οσο πιο χαμηλά βρίσκονται οι ηρωίδες μας στην κοινωνική διαστρωμάτωση, τόσο περισσότερο υποφέρουν και τόσα περισσότερα κρατούν κρυμμένα. Θα πείτε, ποια κοινωνία δεν είναι εχθρική απέναντι στις γυναίκες... Δίκιο θα έχετε! Η κάμερα κινείται νευρικά και αδιάκοπα ανάμεσά τους. Μοιάζει σαν να κινείται σε ένα τεντωμένο σκοινί από γενιά σε γενιά, που γίνεται όλο και πιο σκληρό να το αντέξεις... Το ζήτημά της βρίσκεται στο χαώδες σενάριο, το οποίο προς το τέλος φορτώνεται όλο και πιο πολύ! Ενώ λοιπόν η ταινία έχει πολλές επιμέρους αρετές, το σενάριό της έχει πολλά κενά, που δεν γίνεται να καλυφθούν σε 15 λεπτά που κρατά η κεντρική σκηνή των αποκαλύψεων. Τούτο λέγεται άνιση κατανομή και δυστυχώς κοστίζει πολύ στο τελικό αποτέλεσμα!