ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 6 Νοέμβρη 2011
Σελ. /32
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Να μεγαλώσει ο λαός τα ζόρια τους στη διαχείριση της κρίσης

Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στην ΕΕ και στην Ελλάδα, που κορυφώθηκαν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τη δέσμευση να προχωρήσει άμεσα σε συγκρότηση συμμαχικής κυβέρνησης, έχουν για υπόβαθρο τη βαθιά καπιταλιστική κρίση και τα κλιμακούμενα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η αστική τάξη και τα κόμματά της, στην Ελλάδα, την ΕΕ και παγκόσμια, στην προσπάθειά τους να τη διαχειριστούν ελεγχόμενα και προς όφελος του κεφαλαίου.

Οι διεργασίες που πυροδοτεί η κρίση, προμηνύουν νέα κλιμάκωση των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κέντρα, αλλά και στο εσωτερικό τους. Καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ο λαός να σταθεί άφοβα απέναντι στις εξελίξεις, να τις καθορίσει με τη μαζική πολιτική πάλη του.

Η απόφαση του Γ. Παπανδρέου να δρομολογήσει δημοψήφισμα, με ερώτημα αρχικά το «ναι ή όχι στη νέα δανειακή σύμβαση», το οποίο ύστερα από τις συνεννοήσεις με τους Μέρκελ και Σαρκοζί πήρε τη μορφή του «ναι ή όχι στην παραμονή της χώρας στο ευρώ», δεν μπορεί να ερμηνεύεται με ψυχολογικούς ή προσωπικούς όρους. Το γεγονός ότι σήμερα, οι δυο ισχυρότερες οικονομικά χώρες στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα της ΕΕ συζητούν ανοιχτά το ενδεχόμενο μια χώρα να εγκαταλείψει ή να εκδιωχθεί από την Ευρωζώνη, φανερώνει ότι οι ανταγωνισμοί και οι φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε πλέον τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο για τη μορφή που αυτή θα έχει τα επόμενα χρόνια.

Είναι χαρακτηριστική η στάση της Γερμανίας, η οποία σε όλους τους τόνους δηλώνει ότι θέλει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, αλλά πολύ περισσότερο θέλει σταθερό το ευρώ, με το βλέμμα στραμμένο στον οξύτατο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ και το δολάριο, αλλά και με τις αναδυόμενες καπιταλιστικές οικονομίες της Ασίας, της Ρωσίας και της Λατινικής Αμερικής.

Η διέξοδος για το λαό είναι μια: Εξω από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους
Η διέξοδος για το λαό είναι μια: Εξω από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους
Το μεγάλο τους πρόβλημα ήταν και παραμένει το βάθεμα της κρίσης σε καπιταλιστικές οικονομίες που αντιπροσωπεύουν μεγάλο κομμάτι του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, η οποία, σε συνδυασμό με το υψηλό δημόσιο χρέος, αποτελεί αντικειμενικά θρυαλλίδα εξελίξεων σε ό,τι αφορά το μέλλον της Ευρωζώνης. Το ίδιο ισχύει και για την Ισπανία, αλλά και τη Γαλλία, η οποία βρίσκεται και αυτή αντιμέτωπη με κρίση και μεγάλο κρατικό χρέος.

Ολοένα και πιο καθαρά, φαίνεται ότι Γαλλία και Γερμανία συγκροτούν ένα δίπολο στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Ο πόλος της Γερμανίας συσπειρώνει τις χώρες εκείνες που έχουν κύρια εξαγωγικό προσανατολισμό στην οικονομία τους και διαθέτουν ισχυρά αποθεματικά σε ευρώ. Αντίστοιχα, ο πόλος της Γαλλίας, φαίνεται να συγκεντρώνει τις χώρες με χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, που στην παρούσα φάση βρίσκονται αντιμέτωπες με βαθιά κρίση. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη την ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδηλώνονται οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις από την Ευρωζώνη, αντανάκλαση των οποίων είναι και οι εξελίξεις σε χώρες όπως η Ελλάδα, με μικρό συγκριτικά ΑΕΠ στο σύνολο της νομισματικής ένωσης.

Από τη σκοπιά των καπιταλιστικών συμφερόντων γίνεται σήμερα και η κριτική ότι η ελληνική οικονομία δεν ήταν έτοιμη να ενταχθεί στην Ευρωζώνη, γεγονός που με νόημα τονίζουν Γάλλοι και Γερμανοί κεφαλαιοκράτες και πολιτικοί. Οι ίδιοι ομολογούν ότι τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και παγκόσμια έχουν ήδη επεξεργαστεί εναλλακτικά σχέδια διαχείρισης της κρίσης σε περίπτωση που η Ελλάδα (ή και άλλες χώρες;) βρεθεί εκτός Ευρωζώνης.

Καθόλου τυχαία, η συζήτηση που έχει ανοίξει για την «οικονομική διακυβέρνηση», κύρια από την πλευρά της Γερμανίας, συμπεριλαμβάνει προτάσεις για αλλαγή των συνθηκών της ΕΕ, ώστε να είναι εφικτή ακόμα και η απομάκρυνση ή αποχώρηση ενός κράτους μέλους από την Ευρωζώνη, όταν δε συμμορφώνεται με τους καπιταλιστικούς δείκτες που επιβάλλουν οι συμφωνίες για τα δημοσιονομικά.

Με δεδομένα τα παραπάνω, αλλά και το ενδεχόμενο στο παρασκήνιο να έχει εμπλακεί η Ελλάδα βαθύτερα στους ανταγωνισμούς ανάμεσα στην Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ, η κίνηση του Γ. Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα ένα ερώτημα που αντικειμενικά οδηγούσε στο «μέσα ή έξω από την Ευρωζώνη», κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι ΗΠΑ, με εξαίρεση την περίοδο που ανταγωνίζονταν τις σοσιαλιστικές χώρες, ποτέ δεν ήθελαν την ΕΕ με τη σημερινή της μορφή, καθώς εξελίχθηκε σε ισχυρό ιμπεριαλιστικό πόλο με ανταγωνιστικό νόμισμα στην παγκόσμια οικονομία και στην αγορά του χρήματος.

Η βαθιά αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα δύο κέντρα, αλλά και η μεγάλη έκθεση της αμερικάνικης οικονομίας στην Κίνα, η οποία κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της με τη μορφή ομολόγων, αυξάνουν σήμερα το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα τεκταινόμενα στην Ευρωζώνη, στα οποία διεκδικεί με κάθε τρόπο (και μέσο) παρέμβαση και λόγο.

«Κυβέρνηση σωτηρίας» του κεφαλαίου

Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει την κλιμακούμενη λαϊκή αγανάκτηση για την πολιτική της, η οποία εκφράζεται με ολοένα και πιο οργανωμένα - ταξικά χαρακτηριστικά. Καθόλου τυχαία, οι «πρωτοβουλίες» Παπανδρέου, μεταξύ αυτών και το δημοψήφισμα, εκδηλώθηκαν λίγες μόλις μέρες μετά τη πρωτόγνωρη σε μαζικότητα 48ωρη απεργία, η οποία αποτελεί κλιμάκωση μιας σειράς εργατικών και λαϊκών κινητοποιήσεων, που δείχνουν σαφή όξυνση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Οι λαϊκοί αγώνες παραμένουν βέβαια αναντίστοιχοι της επίθεσης που δέχεται ο λαός από την πλουτοκρατία και τα κόμματά της. Είναι όμως παράγοντας που μεγαλώνει σημαντικά τις δυσκολίες που ούτως ή άλλως έχουν στη διαχείριση της βαθιάς κρίσης.

Τις δυσκολίες αυτές αντανακλά και το γεγονός ότι για πρώτη φορά, με εξαίρεση το 1929-'31 και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του '70, η ανάκαμψη από την κρίση είναι αναιμική και δεν είναι ικανή να μετριάσει εντυπωσιακά τα προβλήματα της κρίσης, όπως η ανεργία, η φτώχεια, τα οποία παραμένουν ιδιαίτερα οξυμένα.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη από το γεγονός ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να σπάσει συμμαχίες που παραδοσιακά διατηρούσε τις προηγούμενες δεκαετίες με μεσοστρώματα, σε μια προσπάθεια να σταθεροποιήσει και να θωρακίσει την αστική εξουσία και το κράτος της, να ενσωματώσει το εργατικό λαϊκό κίνημα, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης και με δεδομένη την ύπαρξη της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών.

Το σπάσιμο αυτών των συμμαχιών και ταυτόχρονα η ραγδαία πτώση του βιοτικού τους επιπέδου, προκαλεί επιπλέον αναταράξεις στην κυβέρνηση και το αστικό πολιτικό σύστημα. Κάνει ακόμα δυσκολότερη τη διαχείριση της κρίσης, που απαιτεί ολοένα και πιο αντιδραστικά μέτρα, για να πτωχεύσει ο λαός και να σωθεί η πλουτοκρατία.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα αστικά επιτελεία εντός και εκτός Ελλάδας βάζουν επιτακτικά το ζήτημα της πιο επιθετικής συναίνεσης, που θα φτάνει μέχρι το επίπεδο της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - προθύμων. Ξέρουν ότι το αντιλαϊκό πρόγραμμα που επιβάλλει η φιλομονοπωλιακή διαχείριση της κρίσης, δεν είναι δυνατό να περάσει από μια μονοκομματική κυβέρνηση και το λαό να «βράζει».

Θέλουν μεγαλύτερη συναίνεση πρώτα για να εξασφαλίσουν ότι καμιά από τις αποφάσεις τους δε θα εξαρτάται από την κρίση μιας ισχνής κυβερνητικής πλειοψηφίας, και κυρίως για να εμπεδωθεί η συναίνεση προς το λαό, με συντονισμένες «νουθεσίες», απειλές και εκβιασμούς. Αυτό το περιεχόμενο έχει η προτροπή των Ευρωπαίων συμμάχων της κυβέρνησης και της ΝΔ να παραδειγματιστούν από τα κόμματα - εταίρους τους σε Ιρλανδία και Πορτογαλία, όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναινούν στο πνεύμα και στο γράμμα των μέτρων που συνοδεύουν τα δανειακά τους πακέτα.

Η εγκατάλειψη από τη ΝΔ ακόμα και της φραστικής εναντίωσης στη νέα δανειακή σύμβαση, την οποία μέχρι την Πέμπτη απειλούσε ότι δεν θα ψηφίσει, αλλά και η δέσμευση του Γ. Παπανδρέου ότι άμεσα θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες για τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας, δείχνουν την ανησυχία των αστικών κομμάτων για την πάλη του λαού που κλιμακώνεται και τους υποχρεώνει να αναζητούν συμβιβασμούς στον κομματικό ανταγωνισμό για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στο τσάκισμα του λαού.

Σπάει η συνοχή της αστικής τάξης

Δεν είναι όμως μόνο οι συμμαχίες της κυβέρνησης που διαταράσσονται σε συνθήκες κρίσης, αλλά και η συνοχή της αστικής τάξης εξαιτίας των κλιμακούμενων ανταγωνισμών για το ποια μερίδα θα ωφεληθεί ή θα πληγεί περισσότερο από την ελεγχόμενη (μέχρι στιγμής) απαξίωση μέρους του κεφαλαίου που απαιτεί η κρίση. Αντίστοιχοι ανταγωνισμοί εκφράζονται σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γερμανία, όπου ισχυρές μερίδες της πλουτοκρατίας, κύρια από το βιομηχανικό κεφάλαιο, αντιδρούν στο να αυξηθεί η συμμετοχή του κράτους στα ευρωπαϊκά κονδύλια για την ελεγχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, αφού αυτό σημαίνει απώλεια κονδυλίων για τους ίδιους και τις επενδύσεις τους.

Από αυτή τη σκοπιά, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει μόνο όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες στην ΕΕ, αλλά και ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών. Ετσι ερμηνεύεται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Γ. Παπανδρέου προσπάθησε να εμφανίσει την κυβέρνησή του εκτεθειμένη στους τραπεζίτες, για να πείσει το λαό ότι η απόφαση της 26ης Οκτώβρη είναι θετική για τον ίδιο, αφού χτυπάει δήθεν τις τράπεζες, που τώρα θέλουν να τον «ρίξουν».

Η αλήθεια είναι ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια, οι τραπεζικοί όμιλοι απέσπασαν αμύθητα κέρδη και στην Ελλάδα, κύρια από το εμπόριο του χρήματος με άλλες μερίδες του κεφαλαίου, με τις οποίες αντικειμενικά διαπλέκονται, αφού το βιομηχανικό κεφάλαιο δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το εμπορικό, ούτε όμως και χωρίς το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αλλωστε, και οι τράπεζες έχουν επενδύσεις στις βιομηχανίες, ενώ ευνοήθηκαν ιδιαίτερα και από την είσοδο της χώρας στη ΕΕ.

Τώρα, στον επιμερισμό της ζημιάς από την ελεγχόμενη καταστροφή κεφαλαίου, οι τραπεζικοί όμιλοι καλούνται να συνεισφέρουν με καταστροφή μεγάλου μέρους του κεφαλαίου που κρατούσαν στα χαρτοφυλάκιά τους με τη μορφή κρατικού χρέους. Πάνω εκεί ξεδιπλώνονται οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες μερίδες της αστικής τάξης, οι οποίες, πέρα και πίσω από το γενικό τους συμφέρον απέναντι στους εργαζόμενους και το λαό, έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα και ανταγωνισμούς, που οξύνονται όταν κλυδωνίζεται η εσωτερική συνοχή των αστών σαν τάξη.

Για παράδειγμα, σε μια προσπάθεια να προασπίσουν τα συμφέροντά τους μπροστά στο επικείμενο «κούρεμα», οι τράπεζες έκλεισαν την κάνουλα της δανειοδότησης στις επιχειρήσεις και αρνούνται να ρίξουν χρήμα στην αγορά, σαν μοχλό επενδύσεων και άρα αναθέρμανσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό αντικειμενικά φέρνει σε αντίθεση μερίδες της πλουτοκρατίας που είτε έχουν στερέψει σε συνθήκες κρίσης από ρευστό και οι επιχειρήσεις τους κινδυνεύουν να κλείσουν ή να αφομοιωθούν από πιο ανθεκτικές στην κρίση, ή στερούνται ζεστό χρήμα και κρατική επιχορήγηση για να επενδύσουν με καλύτερους όρους τα συσσωρευμένα κεφάλαιά τους.

Από αυτή τη σκοπιά, οι κορόνες του Γ. Παπανδρέου για τη μια ή την άλλη μερίδα του κεφαλαίου και τα συμφέροντα που δήθεν πολεμά η κυβέρνηση, είναι κενές περιεχομένου και για λαϊκή κατανάλωση. Οταν σπάει η συνοχή της αστικής τάξης, μπορεί να υπάρχει μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σήμερα, της ΝΔ αύριο ή και συμμαχίας των δυο, που να είναι στο πλευρό μιας μερίδας των συμφερόντων ενάντια σε άλλα. Σε κάθε περίπτωση, το σπάσιμο της συνοχής στο εσωτερικό της αστικής τάξης πρόσθεσε νέες δυσκολίες στην κυβέρνηση να διαχειριστεί σε πολιτικό επίπεδο την κρίση και επιταχύνει τις διεργασίες αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού, σαν εργαλείο εμπέδωσης της συναίνεσης και στο εσωτερικό της πλουτοκρατίας.

Διέξοδος στον άλλο δρόμο ανάπτυξης

Απέναντι σ' αυτή την πραγματικότητα τοποθετούνται με τη στρατηγική τους όλα τα κόμματα. Ποιο είναι το κοινό τους χαρακτηριστικό; Οτι όλοι, πλην ΚΚΕ, προωθούν ή ζητάνε αλλαγές εντός του αστικού πολιτικού συστήματος, για να αναβαθμίσουν τη συμβολή τους στη διαχείριση και να το θωρακίσουν από τις τρανταγμούς που προκαλεί η λαϊκή δυσαρέσκεια και πάλη. Ακόμα και ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κόπτεται για την «κοινωνική συνοχή», για την ταξική δηλαδή συνεργασία, που αντικειμενικά οδηγεί το λαό στη γωνία. Ζητάει αλλαγές μέχρι το επίπεδο της διακυβέρνησης και διασφάλιση της παραμονής της χώρας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης. Η πρότασή τους οδηγεί από άλλο δρόμο στην ίδια αστική διαχείριση που κάνουν τα παραδοσιακά κόμματα του κεφαλαίου.

Ολοι τους, πλην ΚΚΕ, συμφωνούν ότι ο δρόμος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας πρέπει να παραμείνει καπιταλιστικός και να διασφαλιστεί η συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως η ΕΕ. Αυτή η στρατηγική οδηγεί το λαό σε νέα μέτρα, νέα βάσανα, νέες απώλειες δικαιωμάτων, νέες κρίσεις. Νομιμοποιεί τους ελιγμούς με τους οποίους το αστικό σύστημα επιχειρεί να διασκεδάσει και να ενσωματώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την κυρίαρχη πολιτική, στο βαθμό που περιορίζει τον ορίζοντα της λαϊκής πάλης στην αντικατάσταση μιας κυβέρνησης από μια άλλη και συγκαλύπτει την πραγματική διέξοδο για ριζικές αλλαγές προς όφελος των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Το ζήτημα που αντικειμενικά τίθεται σήμερα, είναι «με τα μονοπώλια ή με το λαό». Το δίλημμα αυτό αφορά στο στρατηγικό ζήτημα για το ποιος δρόμος ανάπτυξης ωφελεί το λαό και έχει συμφέρον να παλέψει, και ταυτόχρονα διαπερνά τους αγώνες που είναι αναγκαίοι σήμερα για να αμυνθεί με αποτελεσματικότητα στα μέτρα με τα οποία τον πετροβολάνε η πλουτοκρατία και τα κόμματά της. Το ΚΚΕ τοποθετείται ξεκάθαρα στην πλευρά του λαού. Πρωτοστατεί στη συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας που θα βάλει εμπόδια στα βάρβαρα μέτρα και θα παλέψει για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης, σαν τη μοναδική διέξοδο από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού και της κρίσης του. Οι εργαζόμενοι και τα άλλα λαϊκά στρώματα είναι αυτοί που καλούνται το επόμενο διάστημα να πρωταγωνιστήσουν στις εξελίξεις. Με ισχυρό ΚΚΕ, βάθεμα της συμμαχίας τους, μπορούν κυριολεκτικά να φέρουν τα πάνω κάτω.


Π.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org