Χάρτης που αποτυπώνει τα κοιτάσματα και τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Σχεδόν όλες έχουν χτυπηθεί |
Στοιχείο που ξεχωρίζει στον σημερινό πόλεμο είναι ότι ήδη από τις πρώτες μέρες του έχουν στοχοποιηθεί και χτυπηθεί διυλιστήρια πετρελαίου, εγκαταστάσεις LNG, τερματικοί σταθμοί αποθήκευσης και φόρτωσης καυσίμων, δεξαμενόπλοια - χαρακτηριστικό κι αυτό της «ασφάλειας» που προσφέρουν οι υποδομές αυτές στο πλαίσιο των ανταγωνισμών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
Τη δική τους ξεχωριστή σημασία έχουν και οι αναφορές ότι χτυπήθηκαν κέντρα δεδομένων της «Amazon» στα ΗΑΕ, όπως και ότι άλλο κέντρο στο Μπαχρέιν υπέστη ζημιές από συντρίμμια, ενώ το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων «Tasnim News Agency», που συνδέεται με τους «Φρουρούς της Επανάστασης», δημοσίευσε λίστα με περίπου 30 εγκαταστάσεις μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών στη Μέση Ανατολή («Amazon», «Microsoft», «Google», «Oracle», «Nvidia», IBM και «Palantir Technologies»), χαρακτηρίζοντάς τες «εχθρική τεχνολογική υποδομή», λόγω και των στενών σχέσεων με τους στρατούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Θυμίζουμε ότι στα εν λόγω κέντρα και σχετικές υποδομές (τα οποία είναι και άκρως ενεργοβόρα) έχουν γίνει τεράστιες επενδύσεις.
Οι συνέπειες των παραπάνω αποτυπώνονται σε μια πρώτη φάση με την κατάρρευση των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, τη συνεπακόλουθη πολύ μεγάλη μείωση της παραγωγής, την εκτίναξη των τιμών, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί και για τις τιμές Ενέργειας, τη Βιομηχανία, τα εξαιρετικά ενεργοβόρα data centers, μια σειρά δευτερογενή παράγωγα όπως αυτά της Χημικής Βιομηχανίας κ.ο.κ. Αντίστοιχα και για το φυσικό αέριο το οποίο χρησιμοποιείται ως βασική πηγή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τη βιομηχανική θέρμανση, χημικά και λιπάσματα.
Τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν ως εξής:
Βεβαίως, τα παραπάνω αφορούν τη «φωτογραφία της στιγμής», αφού από όλες τις εκτιμήσεις για τις συνέπειες της κρίσης εντοπίζεται ως «βασικός άγνωστος Χ» ο παράγοντας του χρόνου, της διάρκειας, της έντασης και της πιθανής κλιμάκωσης της σύγκρουσης, όπως και των καταστροφών σε υποδομές, που θα επηρεάσουν και το πόσο γρήγορα θα μπορούν να επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα παραγωγής, «όταν και αν» η σύγκρουση αποκλιμακωθεί, σχετικά πάντα, αφού μιλάμε για πολύ μεγάλες και σύνθετες υποδομές και «ροές», που δεν ανοιγοκλείνουν με έναν «διακόπτη». Και, βεβαίως, όλα αυτά εξαρτώνται και από το πώς και με τι όρους μπορεί να υπάρξει μια τέτοια αποκλιμάκωση, που κάθε άλλο παρά φαίνεται στον ορίζοντα και σε κάθε περίπτωση θα αφήνει τον σπόρο ενός νέου, σφοδρότερου γύρου αντιπαράθεσης.
Παίρνοντας τα παραπάνω υπόψη, στις πολύ πρώτες εκτιμήσεις τους μια σειρά αστικά επιτελεία και αναλυτές καταγράφουν «εφιαλτικά» σενάρια. Ενδεικτικά:
Ανεξάρτητα από επιμέρους διαφορές και ανεξάρτητα από το εύρος των επιπτώσεων, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι έτσι, μέσω του πολέμου «επαναχαράσσεται» ο ενεργειακός χάρτης σε όλη την περιοχή και ευρύτερα, με δεδομένα και τα ανταγωνιστικά σχέδια που τρέχουν και έχουμε καταγράψει και με άλλες ευκαιρίες.
Μια πλευρά που αναδεικνύεται από τις εξελίξεις είναι και ότι οι όποιες συνέπειες που βέβαια πληρώνουν οι λαοί δεν περιορίζονται μόνο στην «τιμή στην αντλία», όπως λένε τα αστικά επιτελεία, ή δεν εξαρτώνται απλά από το «ποιος προμηθεύει ποιον», οι συνέπειες δηλαδή δεν είναι γραμμικές. Και γιατί αυτές αφορούν οικονομίες με διαφορετική πολιτική - οικονομική και στρατιωτική δύναμη, ανάλογα με τη θέση τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Και γιατί «διασπείρονται» σε μια αλυσίδα κλάδων που είναι αντικειμενικά διασυνδεδεμένα (π.χ. στη χώρα μας ο Τουρισμός από τα αεροπορικά και ναυτιλιακά καύσιμα, η αγροτική παραγωγή από τις τιμές των λιπασμάτων κ.ο.κ.), ενώ οι τιμές της Ενέργειας, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου κ.λπ. αντανακλούν σε κρατικούς και εταιρικούς προϋπολογισμούς, η αύξησή τους διογκώνει τα κρατικά χρέη, που στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας ήδη βρίσκονται σε πορεία εκτροχιασμού, ενώ αφορούν και τον λεγόμενο «νομισματικό πόλεμο» που βρίσκεται σε εξέλιξη, με την αποδυνάμωση των εξαγωγών από τις χώρες του Κόλπου να οδηγεί σε σχετική αποδυνάμωση του δολαρίου.
Το κουβάρι των ανταγωνισμών δηλαδή μπλέκεται παραπέρα και δημιουργεί συνθήκες περαιτέρω γενίκευσης του πολέμου, ενώ όλα αυτά «φωτίζονται» και καθορίζονται από τη μάχη για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπου τον τόνο δίνει η υποχώρηση των ΗΠΑ και η άνοδος της Κίνας.
Αυτά σε συνθήκες που ήδη πολύ πριν τον πόλεμο οι κυριότεροι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί περιέγραφαν τη συγχρονισμένη επιβράδυνση των κυριότερων καπιταλιστικών οικονομιών για φέτος, με το ΔΝΤ πλέον να καλεί σε «προετοιμασία για το αδιανόητο», επί της ουσίας μια νέα διεθνή καπιταλιστική κρίση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προφανές είναι ότι οι ΗΠΑ θέλουν μετά τη Βενεζουέλα να αφαιρέσουν μία ακόμα πηγή φτηνών υδρογονανθράκων από την Κίνα, και να αυξήσουν τα κέρδη των αμερικανικών ομίλων που είναι εξαγωγείς πετρελαίου και LNG. Χαρακτηριστικές είναι εξάλλου οι αναρτήσεις του Τραμπ, που απαντώντας στην κριτική για την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, την αύξηση του πληθωρισμού και τη σχεδόν βέβαιη επίδραση στις προβλέψεις για την καπιταλιστική ανάπτυξη στις ΗΠΑ (σύμφωνα με το «Reuters», αστικά επιτελεία μέσα στην κυβέρνηση του κάνουν σφοδρή κριτική), έγραφε ότι η αύξηση των τιμών είναι προσωρινή και «μικρή σε σχέση με το τι διακυβεύεται», προφανώς δείχνοντας την Κίνα και όχι το Ιράν, όπως και ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, επομένως όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν βγάζουμε πολλά λεφτά».
Σε ό,τι αφορά την Κίνα, τα διυλιστήριά της έχουν αρχίσει να ακυρώνουν συμφωνημένα φορτία εξαγωγής καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων βενζίνης και ντίζελ, ενώ την περασμένη βδομάδα οι κορυφαίοι μεταποιητές της χώρας ενημερώθηκαν να σταματήσουν να υπογράφουν νέες συμβάσεις. Σημειωτέον, η Κίνα εκτιμάται ότι έχει διαμορφώσει στρατηγικά αποθέματα τουλάχιστον ισόποσα με τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), της τάξης των 1,2 - 1,3 δισ. βαρελιών, που μεταφράζονται σε 120 μέρες ενεργειακής επάρκειας (περίπου έναν μήνα παραπάνω από του ΔΟΕ), ενώ παρότι εισάγει το 90% των εξαγωγών του Ιράν σε προνομιακές τιμές, αυτές αντιπροσωπεύουν ένα σχετικά μικρό ποσοστό των συνολικών εισαγωγών της, περίπου 13% - 14% των εισαγωγών της.
Την ίδια ώρα, πολύ μεγάλο είναι το πλήγμα για μια σειρά μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες που είτε συντάσσονται με το ευρωατλαντικό στρατόπεδο, όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία (η οποία ήδη ανακοίνωσε την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων της, προκειμένου να απορροφήσει κάπως τις αναταράξεις), είτε «ακροβατούν» ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, με χαρακτηριστική την περίπτωση της Ινδίας και την απόφαση των ΗΠΑ να επιτρέψουν - για περίπου έναν μήνα - την πώληση αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία, αφού πριν από την κρίση τα ινδικά διυλιστήρια προμηθεύονταν το 40% του αργού πετρελαίου τους από τον Κόλπο.
Και, βέβαια, για μία ακόμα φορά στους «μεγάλους χαμένους» του νέου γύρου αντιπαράθεσης φαίνεται να είναι η ΕΕ, δεδομένου ότι στο πλαίσιο του ενεργειακού πολέμου ΗΠΑ - ΕΕ - Ρωσίας η σχετική απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί εν πολλοίς σε εξάρτηση από το (ακόμα πιο ακριβό πλέον) αμερικανικό LNG, ενώ η αναπλήρωση των αποθεμάτων της ΕΕ βρίσκεται 10% κάτω από τα περσινά επίπεδα, εξαιτίας και του χειμώνα που ήταν πιο βαρύς. Αξίζει δε να σημειωθεί πως και σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα καύσιμα, το 2025 τα διυλιστήρια του Κόλπου προμήθευσαν το 60% του καυσίμου αεριωθούμενων της Ευρώπης και το 30% του ντίζελ.
Την ίδια ώρα, τα μέτρα που παίρνουν ως «γιατρικό» όχι μόνο δεν μπορούν να μπαλώσουν τα μεγάλα προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών, πόσο μάλλον να αλλάξουν τη «φορά» των πραγμάτων, αλλά τους δημιουργούν και νέα αδιέξοδα, οδηγούν και αυτά σε παραπέρα όξυνση των ανταγωνισμών.
Για παράδειγμα, η απόφαση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για τη μεγαλύτερη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου που έχει γίνει ποτέ, με 400 εκατομμύρια βαρέλια, όχι απλά δεν λύνει το πρόβλημα (για μια τάξη μεγέθους, 100 εκατομμύρια βαρέλια είναι η παγκόσμια κατανάλωση καθημερινά, με περίπου το 1/4 να προέρχεται από τις χώρες του Κόλπου, ενώ οι «ασφαλιστές κινδύνου» λένε χαρακτηριστικά πως «δεν υπάρχει μπάλωμα για μια τόσο μεγάλη τρύπα»), με τις «γκρίνιες» να έχουν ξεκινήσει και σχετικά με την αργή διαδικασία, αλλά επιπλέον στενεύει και τα περιθώρια των επόμενων παρεμβάσεων τα οποία υπάρχουν σε συνθήκες όξυνσης των ανταγωνισμών.
Για να γίνει κατανοητή η κλίμακα, τα 400 εκατομμύρια βαρέλια αποτελούν περίπου το 1/4 των συνολικών στρατηγικών αποθεμάτων, ενώ οι προηγούμενες τέτοιες παρεμβάσεις αφορούσαν την αποδέσμευση το 2011, κατά τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη, 60 εκατομμυρίων βαρελιών, και το 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οπότε και αποδεσμεύτηκαν συνολικά περίπου 182,7 εκατομμύρια βαρέλια, λίγα περισσότερα απ' όσα αποδέσμευσαν τώρα μόνο οι ΗΠΑ...
Ακόμα μεγαλύτερα είναι τα «διλήμματα» και αντίστοιχα οι ανταγωνισμοί στην ΕΕ, που αναμένεται να εκδηλωθούν και στην επερχόμενη Σύνοδο της ΕΕ, στις 19 του μήνα, όπως και στη Σύνοδο Eurogroup και ΕΚΤ, που θα έχει ως θέμα την ταυτόχρονη άνοδο του πληθωρισμού και τη νέα επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Με βάση τα δεδομένα της πρώτης βδομάδας του πολέμου, μοντέλα όπως το «Bloomberg Economics» προβλέπουν αρνητική επίδραση 0,6% στο ΑΕΠ και άνοδο 1,1% στην Ευρωζώνη, ενώ η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί αν οξυνθεί ο ανταγωνισμός ΕΕ - Ασίας για τη διασφάλιση ποσοτήτων φυσικού αερίου. Ηδη εξάλλου καταγράφονται οι πρώτες απώλειες για την ανταγωνιστικότητα της ενεργοβόρας ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ενώ η κατάσταση οδηγεί σε παραπέρα διόγκωση των κρατικών χρεών και αντίστοιχα στους ανταγωνισμούς για τον επιμερισμό της «χασούρας».
Αντιθέσεις εκδηλώνονται και σε σχέση με το ποια μέτρα είναι τα πιο κατάλληλα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης (ανάλογα και με τα ιδιαίτερα συμφέροντα της κάθε αστικής τάξης), π.χ. σχετικά με την πυρηνική ενέργεια ή την επαναφορά του λιγνίτη, τις σκέψεις για αναστολή του συστήματος εμπορίας ρύπων (ETS). Σύμφωνα με το «Reuters», ήδη 8 κράτη - μέλη (Ισπανία, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Σλοβενία και Σουηδία) προειδοποιούν την ΕΕ να μην προχωρήσει σε ένα τέτοιο μέτρο , λέγοντας πως κάτι τέτοιο «θα τιμωρούσε δραματικά τους πρωτοπόρους που έχουν ήδη επενδύσει και καινοτομήσει στον τομέα της απανθρακοποίησης». Χαρακτηριστικές είναι και οι αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν το προηγούμενο διάστημα στην ΕΕ σε σχέση με έργα όπως ο περιβόητος Κάθετος Διάδρομος, το αμερικανικό σχέδιο στο οποίο πρωτοστατεί η Ελλάδα.
Στο φόντο των παραπάνω, και σε συνδυασμό και με τη μεγάλη αύξηση των πολεμικών δαπανών, μειώνονται και οι δυνατότητες διαχείρισης της λαϊκής δυσαρέσκειας από τις συνέπειες του πολέμου, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί.
Ηδη όπως είπαμε έχουν χτυπηθεί σοβαρά σχεδόν 10 πλοία, ενώ ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί στον Περσικό είναι και η καταγγελία του Γερμανού επικεφαλής των εφοπλιστών, την Παρασκευή, ότι από τα 30 πλοία γερμανικών συμφερόντων που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στον Περσικό έχουν δεχτεί πυρά τα 20. Η καταγγελία έγινε βέβαια με φόντο τις εκκλήσεις για στρατιωτική συνοδεία των ευρωατλαντικών πλοίων, και ενώ ήδη οι ΗΠΑ και η Γαλλία προαναγγέλλουν τέτοιες ναυτικές αποστολές (με την ελληνική κυβέρνηση να σπεύδει να δηλώσει παρούσα), σηματοδοτώντας και έτσι την παραπέρα γενίκευση του πολέμου.
Μέσα σε αυτό το ναρκοπέδιο έχουν τους ναυτεργάτες, για τα κέρδη τους που εκτοξεύονται παραπέρα, με τα ναύλα να έχουν ήδη υπερδιπλασιαστεί και να κινούνται μεταξύ 400 - 500 χιλιάδων δολαρίων τη μέρα, ανάλογα με τον τύπο πλοίου, ενώ οι μεταφορικές εταιρείες επιβάλλουν ήδη έκτακτες επιβαρύνσεις 75 - 150 δολάρια / TEU. Ενδεικτικές είναι και οι αθλιότητες που αναπαράγουν τα αστικά ΜΜΕ για τα «μυθικά συμβόλαια» που υπογράφουν οι Ελληνες εφοπλιστές, όπως οι Προκοπίου, Εμπειρίκος, Αγγελικούσης και λοιποί, ακόμα και προς 760 χιλιάδες δολάρια τη μέρα, θησαυρίζοντας κυριολεκτικά πάνω στον θάνατο των ναυτεργατών.
Στον αντίποδα βρίσκονται οι σημαντικές αυξήσεις στα ναυτιλιακά καύσιμα, που κι αυτές βέβαια καταλήγουν στις πλάτες των λαών: Οι τιμές VLSFO και IFO380 εκτοξεύτηκαν 25% - 60% μέσα σε μια βδομάδα ανάλογα με την αγορά, η μέση παγκόσμια τιμή VLSFO είναι πλέον στα 929 δολάρια ανά τόνο, από 556 τον Φλεβάρη, και το IFO380 στα 841,50 δολάρια ανά τόνο, από 456, με αύξηση 84%, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό. Ξεχωριστή πλευρά αφορά και το γεγονός ότι η διαφορά τιμής μεταξύ HSFO και VLSFO (τύποι καυσίμων με διαφορά στην περιεκτικότητα σε θείο) έχει διευρυνθεί παραπέρα, δίνοντας έτσι «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» σε εκείνους τους εφοπλιστές που τα προηγούμενα χρόνια εγκατέστησαν συστήματα καθαρισμού καυσαερίων (scrubbers), ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν το φτηνότερο HSFΟ.
Παράλληλα, τα ασφάλιστρα είναι 10 φορές πάνω σε σχέση με πριν την επίθεση των ΗΠΑ - Ιράν, ενώ έχουν σχεδόν διπλασιαστεί μόνο την τελευταία βδομάδα. Τα λεγόμενα war risks premiums, τα ασφάλιστρα πολέμου που ζητάνε οι ασφαλιστικές, εκτινάχθηκαν από 0,1% σε 1% της αξίας του πλοίου, ενώ ακόμη υψηλότερα, έως και τριπλάσια, είναι τα ασφάλιστρα για τα «υψηλού κινδύνου πλοία», αμερικανικών, βρετανικών και ισραηλινών συμφερόντων. Σύμφωνα με υπολογισμούς στον ναυτιλιακό Τύπο, για ένα VLCC 5 ετών, αμερικανικών συμφερόντων, αξίας περίπου 140 εκατ. δολαρίων, το συνολικό ασφάλιστρο μπορεί να φτάνει ως και τα 14 εκατομμύρια ανά δρομολόγιο. Ακόμα κι έτσι, πολλοί ασφαλιστές αρνούνται να καλύψουν πλήρως τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ «από την ανάποδη» εξηγούνται και οι αντιδράσεις ιδιωτικών ασφαλιστικών ομίλων απέναντι στην πρόταση που έριξε στο τραπέζι η κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναλάβει η αμερικανική DFC (το χρηματοδοτικό «μακρύ χέρι» του αμερικανικού Πενταγώνου) την ασφάλιση των πλοίων, πρόταση που έτσι κι αλλιώς θεωρείται από διάφορους αναλυτές αδύνατο να εφαρμοστεί.
Αν και οι αναλύσεις έχουν επικεντρωθεί στους κινδύνους για την προμήθεια πετρελαίου, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι απειλές για τις αλυσίδες εφοδιασμού λιπασμάτων μέσω των Στενών του Oρμούζ μπορεί επίσης να επιφέρουν σοβαρά μακροπρόθεσμα οικονομικά προβλήματα παγκοσμίως, μέσω του πληθωρισμού των τροφίμων, δεδομένου και ότι οι χώρες σε όλο τον κόσμο είχαν ήδη αυξήσει την εξάρτησή τους από τις χώρες του Κόλπου, για να αντισταθμίσουν τις απώλειες λιπασμάτων λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των αυξανόμενων περιορισμών εξαγωγών από την Κίνα.
Περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων εξαρτάται από τα συνθετικά λιπάσματα, εκ των οποίων περίπου το 1/3 της παγκόσμιας προσφοράς διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Σχεδόν το 50% της παγκόσμιας εμπορικής διακίνησης ουρίας, του πιο ευρέως χρησιμοποιούμενου αζωτούχου λιπάσματος, προέρχεται από την περιοχή του Κόλπου, με το Κατάρ να καλύπτει το 10% της παγκόσμιας προσφοράς. Από τα Στενά του Ορμούζ διακινείται και το 45% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου, βασικού συστατικού για τα φωσφορούχα λιπάσματα, ενώ και η χρονική στιγμή είναι κρίσιμη, αφού τώρα είναι η εποχή της λίπανσης για πολύ μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Στη Μέση Ανατολή η τιμή της ουρίας αυξήθηκε κατά 19% μέσα σε μια βδομάδα, δημιουργώντας νέες δημοσιονομικές προκλήσεις για τους γεωργικούς τομείς παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 30% σε μια βδομάδα. Οι επιπτώσεις αυτές εκτιμάται ότι στις ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξήσουν κατά 2% τον πληθωρισμό στα τρόφιμα, επιπλέον της αύξησης που προκαλείται από την άνοδο του κόστους της Ενέργειας, και αντίστοιχα για την Ευρωζώνη, ενώ δεν αποκλείεται η κατάσταση να οδηγήσει και σε έλλειψη πολλών αγροτικών προϊόντων. Βαρύ θα είναι το πλήγμα του αυξημένου κόστους παραγωγής των λιπασμάτων, του πετρελαίου και της Ενέργειας για τους βιοπαλαιστές αγρότες.
Στον αντίποδα, τα αγροτοδιατροφικά μονοπώλια τρίβουν τα χέρια τους, αφού σε ανοδική πορεία βρίσκονται τα συμβόλαια μελλοντικών παραδόσεων (futures) για τα αγροτικά προϊόντα. Για το καλαμπόκι σημείωσαν υψηλά 12 μηνών, φτάνοντας τα 207 ευρώ ανά τόνο (από 197), του δε σιταριού είναι κοντά στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο ετών, με 208,5 ευρώ ανά τόνο (από 201,5).