Αυτό έγινε δυνατό πρόσφατα, όταν επιστήμονες σκέφτηκαν να αξιοποιήσουν για την παρατήρησή του το πείραμα SEEC του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Βιέννης, που έχει ως στόχο την οπτικοποίηση του τρόπου που το φως κινείται κατά μήκος επιφανειών. Το πείραμα έχει να επιδείξει βίντεο που δείχνουν έναν παλμό λέιζερ να μετακινείται σε μια επιφάνεια με ταχύτητα μερικών μέτρων ανά δευτερόλεπτο, δηλαδή μόλις ένα δισεκατομμυριοστό της ταχύτητας του φωτός (αν και το φως φυσικά κινούνταν με τη γνωστή τεράστια ταχύτητά του). Το SEEC «παγώνει» φαινομενολογικά τον χρόνο, επιτρέποντας τη μελέτη αυτής της φυσικής οντότητας, που είναι η πιο γρήγορη στο σύμπαν.
Ο Αυστριακός φυσικός Αντον Λάμπα, διεξάγοντας πειράματα σκέψης, είχε συνάγει ήδη από το 1924 ότι η συστολή του μήκους δεν θα είναι ορατή από έναν «ακίνητο» παρατηρητή. Λίγο αργότερα, ο Ολλανδός Χέντρικ Λόρεντζ, το όνομα του οποίου δόθηκε στο φαινόμενο της συστολής του μήκους, υποστήριξε ότι θα είναι ορατό. Αυτός ο ισχυρισμός αμφισβητήθηκε μόνο τρεις δεκαετίες αργότερα, όταν ο Αγγλος μαθηματικός Ρότζερ Πένροουζ και ο Αμερικανός φυσικός Τζέιμς Τερέλ, εργαζόμενοι ανεξάρτητα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η συστολή Λόρεντζ δεν είναι ορατή. Ενα αντικείμενο που κινείται με ταχύτητα που πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός δεν θα φαίνεται πιο κοντό, θα φαίνεται περιεστραμμένο! Αυτό το φαινόμενο έγινε γνωστό ως φαινόμενο Τερέλ - Πένροουζ.
Το εκπληκτικό φαινόμενο δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν επειδή οι ταχύτητες που απαιτούνται είναι εξαιρετικά μεγάλες, πολύ μακριά απ' ό,τι μπορούμε να πετύχουμε μέσα σε ένα εργαστήριο, και γι' αυτό παρέμενε θεωρητική πρόβλεψη. Με την τεχνολογία του SEEC, όμως, οι περιορισμοί ξεπεράστηκαν. Χρησιμοποιώντας υπερταχέα λέιζερ, κάμερες υψηλής ταχύτητας και υπερακριβή ρολόγια, οι επιστήμονες μπόρεσαν να μιμηθούν τις σχετικιστικές ταχύτητες, κάνοντας ορατό το φαινόμενο Τερέλ - Πένροουζ για πρώτη φορά. Το παλμικό λέιζερ που χρησιμοποίησαν εκπέμπει παλμούς φωτός για διάστημα μόλις ενός χιλιοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου. Κάθε παλμός ταξιδεύει σαν ένα λεπτό σφαιρικό κέλυφος φωτός, που ανακλάται πάνω στο κινούμενο αντικείμενο, με το ανακλώμενο φως να συλλαμβάνεται από μια εξαιρετικά γρήγορη κάμερα, που έχει χρόνο έκθεσης μόλις 0,3 δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου. Για να προσομοιώσουν τη συστολή Λόρεντζ, οι επιστήμονες συμπίεσαν το κινούμενο αντικείμενο όσο θα συμπιεζόταν αν κινούνταν με σχετικιστικές ταχύτητες, αλλιώς λόγω του φαινομένου Τερέλ - Πένροουζ θα φαινόταν να έχει επιμηκυνθεί.
Στο πρώτο πείραμα χρησιμοποίησαν μια συμπιεσμένη σφαίρα και στο δεύτερο έναν συμπιεσμένο κύβο. Ακολουθώντας τη διαδικασία του SEEC ρύθμισαν τον παλμό λέιζερ και τον χρονισμό της κάμερας, ώστε κάθε λήψη να καταγράφει μια «φέτα» του αντικειμένου κάθε 200 τρισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου. Εκαναν τη σφαίρα να κινείται με ταχύτητα 6 εκατοστών μεταξύ κάθε λήψης μιας «φέτας» της, με αποτέλεσμα από τη σκοπιά της κάμερας να φαίνεται πως κινείται με το 99,9% της ταχύτητας του φωτός (6cm/200*10-12=300.000 χλμ./δευτ.). Επανέλαβαν τη διαδικασία 32 φορές και συνέθεσαν τις καταγραφές σε μια αποτύπωση του αντικειμένου, που επιβεβαίωσε πλήρως το φαινόμενο Τερέλ - Πένροουζ: Το αντικείμενο φαινόταν να έχει κανονικό μέγεθος, αλλά εμφανιζόταν περιεστραμμένο!
Το Εθνικό Ηφαιστειακό Πάρκο Λάσσεν στις ΗΠΑ |
Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για τα ακραιόφιλα - μορφές ζωής που ευδοκιμούν σε ακραίες θερμοκρασίες, οξύτητες ή άλλες δυσοίωνες περιβαλλοντικές συνθήκες - είχε επικεντρωθεί στα βακτήρια και τα άρχαια, μονοκύτταρους οργανισμούς που δεν διαθέτουν πυρήνα ή οργανέλλες μέσα σε κάποια μεμβράνη στο εσωτερικό τους. Το ρεκόρ σε αυτό το είδος οργανισμών το έχει ένα άρχαιο, το Methanopyrus kandleri, που μπορεί να αναπτύσσεται σε θερμοκρασία 122 βαθμών Κελσίου (θερμοκρασίες χύτρας ατμού). Το πιο ανθεκτικό στη θερμοκρασία βακτήριο είναι το Geothermobacterium ferrireducens, που μπορεί να αναπτύσσεται μέχρι και στους 100 βαθμούς.
Ωστόσο, όπως εκτιμούσαν οι επιστήμονες έως τώρα, οι ευκαριώτες, δηλαδή οι οργανισμοί που το κύτταρό τους διαθέτει πυρήνα (εκτείνονται από τις αμοιβάδες έως τα ζώα), δεν θα μπορούσαν να αντέξουν σε πολύ ψηλές θερμοκρασίες, εξαιτίας της πιο πολύπλοκης βιολογίας τους. Οι ψηλές θερμοκρασίες μπορούν να αλλοιώσουν τις πρωτεΐνες, τα δομικά υλικά της ζωής, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πήξιμο του πλούσιου σε πρωτεΐνες ασπραδιού του αυγού όταν θερμαίνεται. Μέχρι τώρα είχε αποδειχθεί πειραματικά πως το όριο για τους ευκαριώτες είναι οι 60 βαθμοί Κελσίου, ενώ ως θεωρητικό όριο εκτιμώνταν οι 62 βαθμοί.
Οταν, όμως, ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Σίρακιους πήραν δείγμα από τις ηφαιστειακές λιμνούλες στο Πάρκο Λάσσεν της οροσειράς Κασκέιντ και το καλλιέργησαν στο εργαστήριό τους σε θερμοκρασία 63 βαθμών Κελσίου, διαπίστωσαν ότι μέσα σε μερικές βδομάδες ζούσαν σε αυτό πολλές αμοιβάδες Incendiamoeba cascadensis (ονομασία προερχόμενη από το «αμοιβάδα της φωτιάς από τα Κασκέιντ»). Οι αμοιβάδες αναπαράγονταν άνετα σε αυτήν τη θερμοκρασία, ενώ παρέμεναν δραστήριες χωρίς να αναπαράγονται ακόμα και στους 64 βαθμούς. Σε θερμοκρασίες έως 70 βαθμών, παρέμεναν ζωντανές σε ακινησία κάτω από ένα προστατευτικό περίβλημα που δημιουργούσαν και ξαναξυπνούσαν όταν η θερμοκρασία έπεφτε ξανά.
Οι ερευνητές αποκωδικοποίησαν το γονιδίωμα των ανθεκτικών αμοιβάδων και μελέτησαν την πρωτεϊνική τους σύνθεση. Διαπίστωσαν πως οι πρωτεΐνες τους είχαν υψηλότερο θερμοκρασιακό όριο αλλοίωσης συγκριτικά με των πιο συγγενικών σε αυτές, λιγότερο θερμοανθεκτικών αμοιβάδων. Η νέα ανακάλυψη έχει επιπτώσεις πέρα από τη βιολογία. Η κατανόηση του τρόπου που αυτοί οι οργανισμοί επιζούν σε ψηλές θερμοκρασίες μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να αναπτύξουν πιο θερμοανθετικές πρωτεΐνες και ένζυμα (κατηγορία πρωτεϊνών που καταλύουν βιοχημικές αντιδράσεις). Τέτοιες ουσίες χρησιμοποιούνται π.χ. στα απορρυπαντικά. Ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα γύρω από τα ανεκτά για τη ζωή περιβαλλοντικά όρια. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει σε κάποια άλλη λιμνούλα ή ρυάκι να υπάρχουν σύνθετες μορφές ζωής ακόμα πιο ανθεκτικές.