Στα 193,3 δισ. ευρώ η συνολική «βοήθεια» της ΕΕ από την έναρξη της ρωσικής εισβολής
Μετά από πολύμηνη αντιπαράθεση μέσα στην ΕΕ για ένα δάνειο προς το Κίεβο με εγγύηση τα «παγωμένα» ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη, η Σύνοδος Κορυφής κατέληξε στον κοινό δανεισμό, με φόντο την παύση της αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, αλλά και συμβόλαια για την αγορά εξοπλισμών από ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες που βρίσκονται σε εκκρεμότητα.
Με το δάνειο η ΕΕ διασφαλίζει ότι η Ουκρανία «μπορεί αφενός να ενισχύσει την άμυνά της στο πεδίο της μάχης και να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες - δηλαδή, τις στρατιωτικές της ανάγκες - και αφετέρου να διατηρήσει σε λειτουργία το κράτος και βασικές υπηρεσίες», επισήμανε η φον ντερ Λάιεν με αφορμή και την επικείμενη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φλεβάρη του 2022, η ΕΕ και τα κράτη - μέλη της έχουν παράσχει 193,3 δισ. ευρώ σε συνολική υποστήριξη στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένων 3,7 δισ. ευρώ από τα έσοδα (τόκοι, κέρδη κ.λπ.) των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, έχοντας ξεπεράσει τη «βοήθεια» των ΗΠΑ.
Συγκεκριμένα, το νομοθετικό πακέτο που παρουσίασε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιλαμβάνει: Μια νέα πρόταση για τη θέσπιση δανείου στήριξης για την Ουκρανία, ύψους 90 δισ. ευρώ. Μια πρόταση για την τροποποίηση του «Μέσου Διευκόλυνσης για την Ουκρανία» - το πακέτο μακροοικονομικής βοήθειας της ΕΕ, αξίας 50 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027. Μια πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), ώστε να καταστεί δυνατή η κάλυψη του δανείου προς την Ουκρανία από το «περιθώριο» του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος θα λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση αθέτησης πληρωμών.
Παράλληλα, όπως αποφασίστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκέμβρη, η ΕΕ διατηρεί το «δικαίωμά της» να χρησιμοποιήσει τα «παγωμένα» ρωσικά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή του δανείου, καθώς η Ουκρανία αναμένεται να αποπληρώσει το δάνειο μόνο αφού η Ρωσία καταβάλει τις πολεμικές αποζημιώσεις.
«Η πρότασή μας για ένα Δάνειο Αποζημιώσεων παραμένει στο τραπέζι», ανέφερε η φον ντερ Λάιεν. «Τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία παγώθηκαν οριστικά και μπορούν να αποδεσμευτούν μόνο εάν η ειδική πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ (55% των κρατών - μελών της ΕΕ ή 16 από τις 27 χώρες όπου κατοικεί το 65% του πληθυσμού της ΕΕ) ψηφίσει υπέρ», διευκρίνισε.
Περίπου τα 2/3 του «Δανείου Στήριξης» των 90 δισ. θα διατεθούν για στρατιωτική βοήθεια, και τα υπόλοιπα 30 δισ. ευρώ ως γενική δημοσιονομική στήριξη.
Από αυτά τα 60 δισ. ευρώ η «μερίδα του λέοντος» θα πάει στην ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία και, όπως διευκρίνισε η πρόεδρος της Κομισιόν, «ο μηχανισμός θα λειτουργήσει λίγο - πολύ όπως με το "SAFE"».
«Τα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά εξοπλισμού κυρίως από την Ουκρανία, από την ΕΕ και από τους εταίρους μας στον ΕΟΧ/ΕΖΕΣ» (Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία), ανέφερε, σημειώνοντας ωστόσο ότι, εάν ο απαραίτητος εξοπλισμός δεν είναι εγκαίρως διαθέσιμος σε αυτήν την περιοχή, θα είναι δυνατή η προμήθειά του και από χώρες εκτός ΕΕ και ΕΟΧ/ΕΖΕΣ.
Η δημοσιονομική στήριξη «θα βοηθήσει την Ουκρανία να προχωρήσει με τις μεταρρυθμίσεις της, να εκσυγχρονίσει τη χώρα και να την φέρει πιο κοντά στην ένταξή της στην ΕΕ».
Στόχος είναι να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, ώστε οι πρώτες πληρωμές προς το Κίεβο να μπορούν να γίνουν στις αρχές της άνοιξης. Η Ουκρανία αναμένεται να ξεμείνει από χρήματα τους πρώτους μήνες του 2026.
Το πακέτο των 90 δισ. ευρώ καλύπτει τα δύο τρίτα των συνολικών χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας για τα επόμενα δύο χρόνια, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ.
Συνεπώς, θα χρειαστεί επιπλέον στήριξη, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης υλοποίησης των δεσμεύσεων του G7 για το 2026 και μετά, ιδίως στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας δανείων ERA υπό την ηγεσία του G7.
Σε καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις για να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις σε μια κρίσιμη φάση του πολέμου σκοπεύει να προχωρήσει ο νέος υπουργός Αμυνας της Ουκρανίας, Μιχαΐλο Φεντόροφ, ο οποίος διορίστηκε χθες εν μέσω εκτεταμένων αλλαγών στην κυβέρνηση και τον στρατό, μετά και από ένα σκάνδαλο στον ενεργειακό τομέα.
Ο Φεντόροφ είχε προηγουμένως διατελέσει πρώτος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Ψηφιακής Μετάβασης και έχει παίξει ρόλο στη χρήση τεχνολογιών αιχμής στον πόλεμο με τη Ρωσία. Ιδιαίτερα συνέβαλε να βελτιωθεί η συνδεσιμότητα στις δυνάμεις της Ουκρανίας στην πρώτη γραμμή αναπτύσσοντας τερματικά Starlink και στη δημιουργία μιας «γραμμής drone» - μιας αμυντικής γραμμής για την πρόκληση των μέγιστων δυνατών απωλειών στα ρωσικά στρατεύματα.
«Σήμερα είναι αδύνατο να πολεμήσεις με νέες τεχνολογίες χρησιμοποιώντας μια παλιά οργανωτική δομή. Χρειαζόμαστε συνολικές αλλαγές», δήλωσε ο Φεντόροφ, παρουσιάζοντας στους βουλευτές ένα σχέδιο δράσης.
Ο Φεντόροφ δήλωσε ότι οι μεταρρυθμίσεις του θα επικεντρωθούν στην ψηφιοποίηση του στρατού, την αύξηση της χρήσης drones και τεχνητής νοημοσύνης και στην ευρύτερη χρήση της τεχνολογίας.
«Περισσότερα ρομπότ - λιγότερες απώλειες. Περισσότερη τεχνολογία - λιγότερα θύματα», ισχυρίστηκε.
Τη «στήριξη» ενός διαδρόμου - «αγκάθι», διασταυρωμένων ανταγωνιστικών συμφερόντων, αποφάσισαν προχθές ΗΠΑ και Αρμενία, «ανακατεύοντας την τράπουλα» στην περιοχή του Νότιου Καυκάσου σε μια περίοδο που όλη η υδρόγειος φλέγεται από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Πρόκειται για τον Διάδρομο Ζανγκεζούρ ή ...«Διάδρομο Τραμπ για Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία (TRIPP)», όπως τον αποκάλεσαν, σε μια συμφωνία «ειρήνης» που υπογράφηκε τον Αύγουστο μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν με διαμεσολάβηση των ΗΠΑ.
Μέχρι τότε η Αρμενία αντιδρούσε στον Διάδρομο, που ενώνει το Αζερμπαϊτζάν με τον αζέρικο θύλακα Ναχιτσεβάν κατά μήκος των αρμενικών συνόρων, ενώ στα σχέδια που υπήρχαν μέχρι τότε η Ρωσία απαιτούσε να αναλάβει την «ασφάλεια» του Διαδρόμου.
Οι ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Μ. Ρούμπιο, και της Αρμενίας, Αρ. Μιρζογιάν, συζήτησαν την «πρόοδο» στον Διάδρομο και την ευρύτερη συνεργασία ΗΠΑ - Αρμενίας.
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η «Εταιρεία Ανάπτυξης TRIPP» θα είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη και την εφαρμογή της υποδομής, με τις ΗΠΑ να ελέγχουν ένα μερίδιο και την Αρμενία να επιβλέπει τα αποθεματικά.
Μόλις συσταθεί η εταιρεία θα έχει δικαιώματα στον Διάδρομο για 49 χρόνια, ενώ η Αρμενία σκοπεύει να προσφέρει στις ΗΠΑ μερίδιο 74% και να διατηρήσει το 26%. Η εταιρεία θα διαχειρίζεται σιδηροδρομικές, οδικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές κατά μήκος των καθορισμένων διαδρομών διέλευσης στην αρμενική επικράτεια σε μια περιοχή.
Υπενθυμίζεται ότι η υπογραφή της συμφωνίας το καλοκαίρι έγινε με παράκαμψη της Ρωσίας, η οποία έχει παραδοσιακή «επιρροή» στην περιοχή, ενώ έντονη αντίδραση είχε την ίδια περίοδο και το Ιράν, καθώς ο Διάδρομος καταργεί ουσιαστικά το σύνορό του με την Αρμενία.
Στο μεταξύ σημειώθηκε διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Αρμενίας και Ρωσίας, με το αρμένικο ΥΠΕΞ να καλεί τον Ρώσο πρέσβη για να του επιδώσει διάβημα διαμαρτυρίας.
Είχαν προηγηθεί σχόλια του παρουσιαστή της ρωσικής κρατικής τηλεόρασης Βλ. Σαλαβιόφ - ο οποίος έχει στενές σχέσεις με το Κρεμλίνο και το κυβερνών κόμμα «Ενωμένη Ρωσία» - υπέρ μιας στρατιωτικής επέμβασης της Ρωσίας στην Αρμενία.
Ο Σαλαβιόφ αναφέρθηκε αρχικά στις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, πριν στραφεί στα θέματα της Αρμενίας και της Ουκρανίας.
«Δεν πρέπει να χάσουμε τις θέσεις μας, αλλά αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για εμάς είναι το εγγύς εξωτερικό μας. Αυτό που συμβαίνει στην Αρμενία είναι πολύ πιο οδυνηρό για εμάς από αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα. Η απώλεια της Αρμενίας θα ήταν ένα τεράστιο πρόβλημα. Αυτό που συμβαίνει στην Ασία μας, στη Μέση Ασία, στην Κεντρική Ασία όπως ονομάζεται, θα μπορούσε επίσης να γίνει ένα τεράστιο πρόβλημα για εμάς», διαπίστωσε ο Σαλαβιόφ, για να προσθέσει: «Ισως πρέπει να διατυπώσουμε το εθνικό μας δόγμα και να δηλώσουμε με σαφήνεια ποια είναι η σφαίρα επιρροής μας. Τότε όλα θα είναι ξεκάθαρα».
«Αν χρειαζόταν να ξεκινήσουμε μια ειδική στρατιωτική επιχείρηση σε ουκρανικό έδαφος για την εθνική μας ασφάλεια, γιατί δεν μπορούμε για τους ίδιους λόγους να ξεκινήσουμε μια στρατηγική στρατιωτική επιχείρηση σε άλλα μέρη της ζώνης επιρροής μας;», διερωτήθηκε, αναφερόμενος στη διαρκή πορεία απομάκρυνσης της κυβέρνησης του Ν. Πασινιάν από τη ρωσική «επιρροή», επειδή η Ρωσία δεν υποστήριξε την Αρμενία - μέλος του CSTO - στον πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν.
Με φόντο τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια κοντά στον τερματικό σταθμό CPC
«Σοβαρή ανησυχία» για τις επιθέσεις με drones την Τρίτη σε δεξαμενόπλοια στη Μαύρη Θάλασσα κοντά στον θαλάσσιο τερματικό σταθμό της Κοινοπραξίας Αγωγού της Κασπίας (CPC) εξέφρασε χθες το Καζακστάν, σε συνάντηση που είχαν αξιωματούχοι της κυβέρνησης με πρέσβεις ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και με εκπροσώπους των ΗΠΑ και άλλων «διεθνών εταίρων», όπως ανακοίνωσε το ΥΠΕΞ.
Προχθές επλήγησαν εν πλω προς τον τερματικό σταθμό του CPC στη Μαύρη Θάλασσα τουλάχιστον τρία δεξαμενόπλοια, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΕΞ του Καζακστάν.
Ο αμερικανικός κολοσσός «Chevron» και η «KazMunayGas» έκαναν λόγο για επίθεση που δέχτηκαν τάνκερ ναυλωμένα από αυτές.
Ο συγκεκριμένος αγωγός, που καταλήγει στο ρωσικό λιμάνι Νοβοροσίσκ προκειμένου το πετρέλαιο να μεταφορτωθεί σε δεξαμενόπλοια, έχει μήκος 1.500 χιλιόμετρα και ξεκινά από το γιγαντιαίο κοίτασμα Τενγκίζ (δυτικό Καζακστάν), όπου βγαίνει περίπου το 25% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής της «Chevron», το οποίο εξάγεται από ρωσικό λιμάνι.
Η επίθεση στα δεξαμενόπλοια έγινε καθώς έπλεαν προς τερματικό σταθμό στις ρωσικές ακτές, για να φορτώσουν πετρέλαιο από το Καζακστάν, από «άγνωστης ταυτότητας» drones, όμως η Ουκρανία φέρεται να είναι πίσω από ανάλογες επιθέσεις.
Στις αρχές Νοέμβρη 9 drones είχαν επίσης επιτεθεί σε εξαγωγικό εξοπλισμό του CPC, προκαλώντας ζημιά σε σημείο αγκυροβόλησης, με αποτέλεσμα να έχουν διακοπεί οι εξαγωγές πετρελαίου μέσω της μονάδας.
Οι επιθέσεις αυτές πλήττουν τις αμερικανικές εταιρείες «Chevron» και «ExxonMobil», στις οποίες ανήκει αντίστοιχα το 50% και το 25% του πετρελαίου του Καζακστάν.
Το Καζακστάν κάλεσε τις ΗΠΑ και την ΕΕ να «βοηθήσουν», ώστε να διασφαλιστεί η μεταφορά πετρελαίου και να πάρουν μέτρα ώστε να αποτραπούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον.
«Η αυξανόμενη συχνότητα τέτοιων συμβάντων υπογραμμίζει τον αυξανόμενο κίνδυνο στη λειτουργία διεθνούς ενεργειακής υποδομής», τονίζει το ΥΠΕΞ.