Τα αστικά δικαστήρια έκριναν την απεργία παράνομη, αλλά οι εργαζόμενοι απάντησαν με 100% συμμετοχή
Οι εργαζόμενοι απαιτούν την υπογραφή Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και η εργοδοσία, κατά την προσφιλή τακτική της, τους έσυρε στα δικαστήρια, τα οποία και έσπευσαν να βγάλουν την απεργία τους παράνομη. Ομως οι εργαζόμενοι δεν «μάσησαν» και η απεργία έγινε κανονικά με απόφαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Γάλακτος - Τροφίμων - Ποτών.
Μάλιστα, όχι μόνο δεν πέρασε η προσπάθεια τρομοκράτησης, αλλά η συμμετοχή άγγιξε το 100%. Χαρακτηριστικό είναι πως ήταν τέτοια η πίεση που άσκησαν οι εργαζόμενοι με την αταλάντευτη στάση τους, που η εργοδοσία της «Pepsico» υποχρεώθηκε να συναντήσει το Σωματείο και να εξετάσει τις προτάσεις που έχει καταθέσει το ΔΣ. Οι εργαζόμενοι διαμηνύουν ότι αν δεν λάβουν δεσμεύσεις, θα προχωρήσουν σε νέα Γενική Συνέλευση για να καθορίσουν τη στάση τους.
Ο Γιάννης Σχοινάς, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων στην «Tasty Foods», σημείωσε ανάμεσα σε άλλα ότι «εδώ και δύο χρόνια τουλάχιστον σαν Σωματείο Εργαζομένων εδώ στην "Pescico" δίνουμε έναν περήφανο και έντιμο αγώνα με ψηλά το κεφάλι, όπως αρμόζει στους εργάτες και στις εργάτριες». Πρόσθεσε πως «το σημαντικό είναι ότι σήμερα, παρά τις προσπάθειες και τη στάση της εργοδοσίας, που έσυρε στα δικαστήρια την απεργία, προσπάθειες που έπεσαν στο κενό, εμείς πρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα μας και να κλιμακώσουμε».
Στήριξη στους απεργούς μετέφερε και ο Γιώργος Στεφανάκης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, που βρέθηκε στο πλευρό τους, τονίζοντας πως «είναι ένας αγώνας που αφορά όλους τους εργαζόμενους, και κυρίως όλους τους εργαζόμενους που είναι στις μεγάλες βιομηχανίες των Τροφίμων - Ποτών».
Σε ό,τι αφορά την προσπάθεια της εργοδοσίας να τρομοκρατήσει βγάζοντας την απεργία παράνομη, ο Γ. Στεφανάκης τόνισε πως η απεργία είναι και δίκαιη και νόμιμη, καθώς το βασικό κριτήριο είναι η υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζόμενων και η πάλη για την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης με αυξήσεις και ανθρώπινα ωράρια.
Τέλος, κάλεσε και το σωματείο της «Tasty» να συμμετάσχει στη μεγάλη Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ στις 4 Απρίλη, «για να οργανώσουμε τον αγώνα και τα επόμενα βήματά μας».
Την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των εργαζομένων στην «Tasty Foods» εκφράζουν επίσης το Σωματείο Εργαζομένων EMFI (πρώην ΕΒΓΑ) και το Σωματείο Εργαζομένων στο εργοστάσιο «Παυλίδη» της «Montelez Hellas Παραγωγή ΑΕ».
Την απαράδεκτη απόφαση του δικαστηρίου που κήρυξε παράνομη την απεργία καταγγέλλει το ΠΑΜΕ, τονίζοντας πως «η απαίτηση για υπογραφή Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας είναι δίκαιη και αναγκαία.
Για ακόμη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι το αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο όλων των κυβερνήσεων αξιοποιείται για να χτυπηθεί το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία και στη συλλογική διεκδίκηση. Οτιδήποτε στέκεται εμπόδιο στα κέρδη τους θέλουν να το βγάλουν από τη μέση.
Οι αγώνες των εργαζομένων δεν μπαίνουν στον γύψο! Τους ξεκαθαρίζουμε ότι όσες απεργίες κι αν βγάζουν παράνομες, οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να σταματήσουν να αγωνίζονται για τη ζωή και τα δικαιώματά τους. Το δικαίωμα στην απεργία κατακτήθηκε με αγώνες και θυσίες και δεν καταργείται με δικαστικές αποφάσεις».
Ερώτηση για τον νέο αντεργατικό νόμο - ταφόπλακα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ σε συνέργεια με τη συνδικαλιστική μαφία της ΓΣΕΕ και τον ΣΕΒ, υπέβαλαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι ευρωβουλευτές του ΚΚΕ Κώστας Παπαδάκης και Λευτέρης Νικολάου - Αλαβάνος.
Μιλώντας για την κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης μετά την ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν και τις επιπτώσεις της, οι ευρωβουλευτές σημειώνουν μεταξύ άλλων ότι «απέναντι στην ασφυκτική θηλιά της εντεινόμενης ακρίβειας αποκτά καίρια σημασία το αίτημα των εργαζομένων για πραγματικές, ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων και κατοχύρωσή τους μέσα από ικανοποιητικές ΣΣΕ».
Ωστόσο, αναδεικνύουν ότι η ψήφιση του απαράδεκτου νόμου για τις ΣΣΕ από την κυβέρνηση, μετά τη λεγόμενη «Κοινωνική Συμφωνία» που υπέγραψε με την ηγεσία της ΓΣΕΕ, ο πρόεδρος της οποίας ερευνάται για υπεξαιρέσεις και ξέπλυμα μαύρου χρήματος, «ενισχύει την επιρροή των εργοδοτών στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αποτελεί έναν ακόμα μηχανισμό που θωρακίζει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, αυτήν που ευθύνεται για την ένταση της εκμετάλλευσης και τα εργοδοτικά εγκλήματα».
Σημειώνουν ότι ο συγκεκριμένος νόμος «έρχεται στο πλαίσιο μιας αντεργατικής στρατηγικής ΕΕ και κυβερνήσεων που συστηματικά υπονόμευσε τις Συλλογικές Συμβάσεις και μείωσε δραματικά τους μισθούς».
Και θυμίζουν ότι το 2018 εφαρμόστηκε ο νόμος Βρούτση - Αχτσιόγλου (ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ), που καθιέρωσε τον κυβερνητικό καθορισμό του κατώτατου μισθού, ενώ το 2024 η κυβέρνηση της ΝΔ καθόρισε τον κατώτατο μισθό με βάση αλγόριθμο προσαρμοσμένο στα συμφέροντα των εργοδοτών και στην ανταγωνιστικότητα, απορρίπτοντας τον καθορισμό του στη βάση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Με τον νέο νόμο η όποια υπογραφή ΣΣΕ απαιτεί πλέον πρόσθετη έγκριση - «κόφτη» από κυβέρνηση, εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ και εργοδότες, που υπέγραψαν άλλωστε αυτήν την απαράδεκτη συμφωνία. Ταυτόχρονα, όσον αφορά τη λεγόμενη «επαναφορά της μετενέργειας», εκτός του ότι μειώθηκε η διάρκειά της κατά τρεις ολόκληρους μήνες, επιτρέπει τη μετατροπή των Συλλογικών Συμβάσεων σε ατομικές, οι οποίες και είναι προτιμητέες από την εργοδοσία. Οι εξοντωτικές συνθήκες δουλειάς, τα 13ωρα και η κατάπτυστη Οδηγία 2009/88 αποτελούν πλευρά της έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας και εμπλοκής, όπως αυτή που βιώνει ο λαός της χώρας μας αυτήν την περίοδο.
«Οι εργαζόμενοι συνεχίζουν τον αγώνα για τη μη εφαρμογή αυτού του νόμου, πλέον πιο δυνατοί μετά και την ενίσχυση των ταξικών δυνάμεων, που είναι πρώτες στο μεγαλύτερο Εργατικό Κέντρο της χώρας, στην Αθήνα, άλλη μια απάντηση στη γραμμή της ευρωενωσιακής αρχής του "κοινωνικού εταιρισμού". Απαιτούν καμία θυσία για τα πολεμικά σφαγεία, να μην πληρώσει ο λαός τις συνέπειες του πολέμου των ιμπεριαλιστών», σημειώνεται στην Ερώτηση των ευρωβουλευτών του ΚΚΕ, που ρωτούν την Επιτροπή πώς τοποθετείται στο ότι:
- Οι βασικές αντεργατικές διατάξεις που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία και οι οποίες υπονομεύουν τις ΣΣΕ, έχοντας συμβάλει στη μακρόχρονη μείωση των μισθών και σε περικοπή εργασιακών δικαιωμάτων στην Ελλάδα, βασίζονται σε Οδηγίες και κατευθύνσεις της ΕΕ, όπως είναι η Οδηγία 2022/2041 για τους λεγόμενους «επαρκείς κατώτατους μισθούς» ή η Οδηγία 2019/1152 για τους «διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην ΕΕ».
- Σε 21 κράτη - μέλη της ΕΕ ο κατώτατος μισθός καθορίζεται πλέον από τις κυβερνήσεις και στα 14 από αυτά είναι κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά, κάτι που βασίζεται στο γεγονός ότι η Οδηγία 2022/2041 για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς» δεν προβλέπει καμία δεσμευτική υποχρέωση για την κήρυξη των ΣΣΕ ως καθολικά υποχρεωτικών, αλλά περιορίζεται σε μη δεσμευτικές «συστάσεις» και αυτές για την κατάρτιση «σχεδίων στο 80% των κρατών - μελών για την επέκταση των Συμβάσεων», χωρίς δηλαδή καμία υποχρέωση υλοποίησής τους.
- Ο νόμος, βάζοντας «τοποτηρητή» το κράτος, όπως και την εργοδοτική ΓΣΕΕ, και διατηρώντας όλους τους προηγούμενους μνημονιακούς νόμους, περιορίζει τη συλλογική οργάνωση και δράση των εργαζομένων, τη δυνατότητα αγωνιστικής διεκδίκησης ΣΣΕ και εργασιακών δικαιωμάτων, ενισχύοντας μηχανισμούς κρατικής και εργοδοτικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο πλαίσιο της επιδίωξης ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, όπως και αυτών της πολεμικής βιομηχανίας.
Ηδη σωματεία παίρνουν αποφάσεις συμμετοχής
Μάλιστα, ήδη συνδικαλιστικές οργανώσεις αποφασίζουν τη συμμετοχή τους στην κορυφαία αυτή διαδικασία για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Μεταξύ άλλων, τέτοια απόφαση πήρε η Ομοσπονδία των Νοσοκομειακών Γιατρών (ΟΕΝΓΕ), που την ίδια στιγμή οργανώνει και κλαδικές απεργιακές κινητοποιήσεις. «Το εργατικό κίνημα έχει καθήκον να παλέψει για τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζομένων, να μη στοιχηθεί πίσω από τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των κυβερνήσεών τους», σημειώνει στην απόφασή της η ΟΕΝΓΕ, ξεκαθαρίζοντας: «Σε έναν κόσμο που φλέγεται από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τις επεμβάσεις, σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ζωή ευτελίζεται και λαοί μακελεύονται, σε έναν πόλεμο που παίρνει τέτοια παγκόσμια διάσταση - για πρώτη φορά μετά από 81 χρόνια - και που η ελληνική κυβέρνηση μας έχει εμπλέξει, διέξοδο θα δώσει μόνο ο οργανωμένος λαός στον δρόμο για την ανατροπή αυτής της βαρβαρότητας».
Μπροστά στη Σύσκεψη, άλλωστε, το ΠΑΜΕ θέτει ανοιχτά σε όλη την εργατική τάξη αυτό που πρέπει να απασχολήσει κάθε συνδικάτο, το «τι κίνημα χρειάζεται». Και σημειώνει: «Απέναντι στη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης και του πολέμου χρειαζόμαστε ένα εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που δεν θα υποτάσσεται στη στρατηγική των αστικών κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Στους στόχους των μεγάλων αφεντικών, που τους βαφτίζουν "εθνικούς στόχους" για να γίνουν πλουσιότεροι από την εκμετάλλευση και το αίμα των εργαζομένων».
Τονίζει πως είναι αναγκαιότητα σήμερα «ένα κίνημα απαλλαγμένο από τη συμβιβαστική αντίληψη της κυβερνητικής εναλλαγής και της αναζήτησης "σωτήρων", οι οποίοι θα συνεχίσουν την εφαρμογή της ίδιας πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου.
Ενα κίνημα διεκδικητικό, αγωνιστικό, που θα βάζει στο στόχαστρο τις πραγματικές αιτίες της βαρβαρότητας, το καπιταλιστικό κέρδος και όσους το υπηρετούν».