ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Πέμπτη 15 Γενάρη 2026
Σελ. /24
Προβληματισμοί για την παρέμβασή μας στη σύγχρονη Τέχνη

Διανύουμε μια περίοδο παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και συγκρούσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Σε αυτήν την απαιτητική περίοδο, όπως τονίζεται και στο κείμενο των Θέσεων, χρειάζεται από όλους μας και από τον καθέναν ξεχωριστά ιδιαίτερη προσπάθεια για τη συνολική εξέλιξη, την ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση και την ενεργό δράση. Το παρόν κείμενο προτίθεται να εκφράσει κάποιους προβληματισμούς σχετικά με τον ρόλο του Πολιτισμού και ειδικότερα της Τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και να τονίσει τη σημασία της κομματικής και καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας στις παρούσες συνθήκες.

Η Τέχνη κατέχει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της αισθητικής, της κριτικής σκέψης, της κοινωνικής αντίληψης. Αποτελεί μέσο έκφρασης, αντίστασης ή διαμαρτυρίας. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς θα συμβάλουμε μέσα από την Τέχνη μας στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, πώς συνομιλεί το έργο μας με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και με ποιους τρόπους θα συνεισφέρουμε στην επίτευξη του κοινωνικού ρόλου της Τέχνης. Ερωτήματα χρήσιμα να τα σκεφτούμε ως εικαστικοί, αλλά και ως ενεργά μέλη του Κόμματος. Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σήμερα; Τι μουσεία έχουμε; Ποια έργα κοσμούν τους δημόσιους χώρους; Σε ποιους απευθύνεται η σύγχρονη Τέχνη και πώς προωθείται στο ευρύτερο κοινό; Ποια είναι η σχέση της με την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία γενικά;

Ο Πολιτισμός αποτελεί έναν από τους κύριους τομείς δραστηριοποίησης της αστικής τάξης. Μπαίνει στο επίκεντρο της κυρίαρχης ατζέντας και συχνά γίνεται εργαλείο ενίσχυσης των εκάστοτε πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Αυτό αντανακλάται στη μόδα, στον τρόπο διασκέδασης, στις τέχνες, στην ανάπτυξη των πόλεων και των δημόσιων χώρων τους. Δημιουργούνται νέες τάσεις στην αγορά, καθοδηγείται ο τρόπος ζωής και διαμορφώνονται αντιλήψεις με κύριο στόχο την αύξηση της κατανάλωσης και του κέρδους.

Η εμπορευματοποίηση και εργαλειοποίηση της Τέχνης δεν είναι καινούργια, όμως χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργεί στις μέρες μας. Καλλιεργείται και προωθείται μια συγκεκριμένη κουλτούρα, ιδιαίτερα από τα Ιδρύματα Πολιτισμού, που ακολουθεί συγκεκριμένες πολιτικές γραμμές, όσο καλυμμένα ή απροκάλυπτα μπορεί να γίνεται αυτό. Οι θεματικές που προτείνουν ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, τα οποία τοποθετούνται έξω από το ταξικό τους υπόβαθρο και κινούνται στη σφαίρα ενός «απολιτίκ» προοδευτισμού, απομονώνονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές διεκδικήσεις, αυτονομούνται και ορίζονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη. Ταυτόχρονα, εντείνεται η παρέμβαση στη διαμόρφωση και εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, στην ανάπλαση των γειτονιών της πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκονται σε μια διαδικασία «παραγωγής πολιτισμού», ιδιαίτερα από τη στιγμή που κατέχουν και προωθούν μια εικόνα πρωτοπορίας στον τομέα αυτόν.

Από την άλλη μεριά, ο καλλιτέχνης είναι αναγκασμένος να ενσωματώνεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είτε από την ανάγκη να είναι «μέσα στα πράγματα», να είναι ενεργός, να αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική του αξία, είτε με την προσδοκία να αποκτήσει μια θέση στο «χρηματιστήριο» της Τέχνης. Πράγμα φυσικό και θεμιτό, από τη στιγμή που χρειάζεται να βιοποριστεί και έχει την πηγαία ανάγκη να επικοινωνήσει το έργο του στο κοινό, να συνομιλήσει με την υπόλοιπη καλλιτεχνική κοινότητα. Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο είναι συνειδητοποιημένος ως προς τον ρόλο που καλείται να παίξει.

Η θέση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει αρκετά υποβαθμισμένη, παρότι βρισκόμαστε σε μια φαινομενική «πολιτισμική έξαρση». Οι καλλιτέχνες βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες. Η Τέχνη απευθύνεται στους λίγους. Λίγοι μπορούν να την αποκτήσουν, να την απολαύσουν, και λίγοι μπορούν εν τέλει να την παράγουν. Ας σκεφτούμε πόσο κοστίζει σε μια οικογένεια να επισκεφτεί ένα μουσείο, ή πόσο κοστίζει το εισιτήριο για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Πόσοι άνθρωποι αποκλείονται έτσι από την παιδεία, την ενημέρωση, την ψυχική ανάταση, τον στοχασμό; Πόσοι καλλιτέχνες μπορούν να δημιουργήσουν απερίσπαστοι και να βιοποριστούν αποκλειστικά από το έργο τους, να αντεπεξέλθουν στις αυξανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και πόσοι ακόμα έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν εργαστήρια, να παράγουν καλλιτεχνικό έργο ή να εκθέσουν απλά το έργο τους;

Στις συνθήκες που ζούμε, λοιπόν, πρέπει να στοχαστούμε για την ισχυροποίηση της δράσης μας, αλλά και τη συσπείρωση περισσότερων καλλιτεχνών γύρω από τη δράση αυτή. Πέρα από τη συνεπή μελέτη, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη συνθήκη για την εξέλιξη κάθε κομματικού μέλους, την ισχυροποίηση της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης και της κινηματικής δράσης, θα πρέπει να δώσουμε βάρος σε μια καθολική προσέγγιση της σύγχρονης Τέχνης. Να ενημερωνόμαστε για τις τάσεις που κυριαρχούν, να συμμετέχουμε στις διαδικασίες διαμόρφωσης του πολιτισμού, να αναπτύσσουμε δεσμούς με τους συναδέλφους, να δίνουμε το «παρών» σε εγκαίνια εκθέσεων, να συμμετέχουμε οι ίδιοι, να είμαστε γενικά παρόντες στον χώρο. Η δράση μας πρέπει να ενισχυθεί με τη διοργάνωση ημερίδων, συζητήσεων και εικαστικών εργαστηρίων, με τη συμμετοχή ατόμων καταξιωμένων στον εικαστικό χώρο αλλά και στην Ιστορία της Τέχνης, με την κατάλληλη θεωρητική κατάρτιση, με εμπειρία στις διαλέξεις και στην επιμέλεια εκθέσεων. Επίσης, να παρακολουθούμε συστηματικά τις συζητήσεις που ανοίγονται από τα ιδρύματα Πολιτισμού και τους «πρωτοπόρους» στον χώρο της Τέχνης σήμερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να συζητάμε αυτά τα ζητήματα, να τα επεξεργαζόμαστε και να κατέχουμε έναν οργανωμένο λόγο απέναντι στις διαδικασίες που διεξάγονται στον τομέα του Πολιτισμού, να μπορούμε να ανταποκριθούμε, να ανοίξουμε τη συζήτηση. Τέλος, είναι σημαντική η διοργάνωση εκθέσεων με υψηλού επιπέδου επιμέλεια, με θεματικές που απασχολούν τον σύγχρονο καλλιτέχνη, τη σύγχρονη κοινωνία, την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε.

Ολα τα παραπάνω μπορούν να συμβάλουν να ανοίξει ο δρόμος για την επαφή με συναδέλφους εικαστικούς, να δημιουργηθεί ένα γόνιμο έδαφος για πολιτική συζήτηση, για διεκδικήσεις και κινηματική δράση. Αν δεν αναπτυχθούν στενοί δεσμοί με τους συναδέλφους αλλά και μεταξύ των μελών της ΚΟΒ, αν δεν ανοιχτούν συζητήσεις για το εικαστικό έργο και τον κοινωνικό προβληματισμό, δεν μπορεί να σχηματιστεί καθαρή εικόνα για το τι συμβαίνει σήμερα, ούτε να ασκηθεί επιρροή, αλλά ούτε και να αυξηθεί η συμμετοχή σε συνελεύσεις ή σε μελλοντικούς αγώνες και διεκδικήσεις. Υπάρχουν αυτοί οι συνάδελφοι, προβληματίζονται, δυσκολεύονται, θέλουν να είναι ενεργοί. Ο αριθμός των οργανωμένων εικαστικών είναι μικρός και ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος. Αυτά από μόνα τους αποτελούν ζητήματα ως προς την επίτευξη των στόχων. Παρ' όλα αυτά, χρειάζεται συνολική προσπάθεια για την ενίσχυση της δράσης μας. Είναι καιροί κατάλληλοι και ευνοϊκοί για κριτική, δράση, αντίσταση, εικαστική έκφραση και προβληματισμό. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ενεργό και ισχυρό παρόν που θα μπορεί να επηρεάσει και να δημιουργήσει το μέλλον.


Γιασεμή Ράπτη
Αθήνα

Σκέψεις μπροστά στο Συνέδριο

Στις μέρες μας βλέπουμε μια αλματώδη αύξηση, ποσοτικά και ποιοτικά, των πολεμικών συρράξεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Συμμαχίες αλλάζουν άρδην και πρώην φίλοι μπορούν να γίνουν εχθροί σε ένα μέτωπο ή/και ταυτόχρονα να παραμείνουν φίλοι σε άλλο, πράγμα που δείχνει έμπρακτα πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα ή συμμάχους, παρά μόνο ακολουθεί το οικονομικό συμφέρον - όπου κέρδος και πατρίς.

Η κατάσταση θυμίζει αρκετά την κατάσταση προ του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η μελέτη της έκδοσης του Κόμματος για τη Μικρασιατική Καταστροφή, όχι μόνο για να δούμε πώς έδρασαν οι αστικές τάξεις και οι κυβερνήσεις τους, όχι μόνο για τα αποτελέσματα της δράσης αυτής, αλλά και για να δούμε πώς έδρασε ή έπρεπε να δράσει το Κόμμα και να βγάλουμε πολύτιμα συμπεράσματα για το - ίσως όχι και τόσο μακρινό - μέλλον.

Αυτή η έντονη ενδοαστική διαμάχη έχει επηρεάσει και το ήδη αδύναμο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, είτε λόγω λάθους θεωρητικών αναλύσεων και αυταπατών είτε - και αυτό παίζει σημαντικό ρόλο - χρηματοδοτήσεων ή/και εξαγοράς, όπως κάνει η Ρωσία για παράδειγμα, ποδοσφαιρικών ομάδων, συνδέσμων ή ακόμα και κινημάτων που μπορούν να ανήκουν σε όλο το πολιτικό φάσμα (από δήθεν κομμουνιστικά μέχρι ακροδεξιά).

Τέτοια εμπειρία χρηματοδότησης για προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών, για παράδειγμα, υπάρχει και από το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Πριν κάμποσα χρόνια έτυχε να ταξιδέψω σε κάποια υποσαχάρια αφρικανική χώρα που σχεδόν καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι διάφοροι φορείς και κόμματα της χώρας όχι μόνο γνώριζαν καλά την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά υπεράσπιζαν σθεναρά την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ έναντι του ΚΚΕ, παραδεχόμενοι ότι δέχονταν «βοήθεια» από το ΚΕΑ και το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ».

Εδώ μπορούμε να καταλάβουμε τον πόλεμο που δέχεται το Κόμμα σε διεθνές επίπεδο, την τρομερή δουλειά που κάνει το ίδιο, με την πολιτική μας να ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα αλλά και να καταλάβουμε ότι όχι πάντα, αλλά πολλές φορές οι αντιπαραθέσεις, τα εμπόδια, οι επιθέσεις που δεχόμαστε κάθε άλλο παρά αθώες είναι.

Στο ίδιο πλαίσιο έρχονται να ενταχθούν εν μέρει και τα γεγονότα του καλοκαιριού στη Σύρο και γενικά. Παρόλο που είμαστε «εμείς και εμείς», όπως λένε, πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που λειτουργούν συναισθηματικά (και γι' αυτό εύκολο να πέσουν σε παγίδες), ευκολόπιστοι, αλλά και κάποιοι που δουλεύουν με σχέδιο.

Ενα ρατσιστικό σύνθημα, που φωνάχτηκε δήθεν ως κάτι αθώο και που αργότερα προσπάθησαν να το καλύψουν, εξαφανίζοντάς το από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), έφτασε αργότερα να το φωνάζουν περήφανα οι ίδιοι που προσπάθησαν να το καλύψουν με δικαιολογίες, μπροστά στο δημαρχείο και μπροστά σε πλήθος κόσμου, ενώ ταυτόχρονα ξεδιπλωνόταν μια πανελλαδική επίθεση κατά του Κόμματος από διάφορες πλευρές και ενεργοποιούνταν ο αντιρατσιστικός νόμος. Εδώ να θυμηθούμε το κατά πόσο ενεργοποιήθηκε ο νόμος αυτός κατά των φασιστών, για τους οποίους η κυβέρνηση έλεγε ότι ψηφίστηκε, και το πώς για άλλη μια φορά η στάση του Κόμματος, όταν αυτός ψηφιζόταν, αποδείχθηκε σωστή.

Πολλοί, δήθεν φιλοπαλαιστινιακοί μετατράπηκαν εν μία νυκτί, χωρίς πολλές - πολλές δικαιολογίες, σε αντι-εβραίους, με γενικεύσεις, επιθέσεις στα ΜΚΔ κατά ολόκληρου του ισραηλινού λαού, άρνηση συμμετοχής σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό επειδή δεν υιοθετήθηκαν ρατσιστικά συνθήματα και γενική και άκριτη υιοθέτηση εθνικιστικών παλαιστινιακών θέσεων. Αυτά μόνο τοπικά, σε μια τόσο μικρή κοινότητα όπως αυτή της Σύρου.

Η Κομματική Οργάνωση στο νησί, αν και ανέτοιμη αρχικά να δεχτεί μια επίθεση της έκτασης που δέχτηκε, έδρασε σωστά και κέρδισε έδαφος διαχωρίζοντας τη γραμμή της, ανοίγοντας πολιτική αντιπαράθεση, αλλά και ταυτόχρονα παρεμβαίνοντας ή δείχνοντας αλληλεγγύη όπου και όπως χρειαζόταν. Καταφέραμε να κάνουμε τη φωνή μας να ακουστεί και να αναπαραχθεί σε πολύ μεγαλύτερο κύκλο από αυτόν που έχουμε, και ταυτόχρονα να συσπειρώσουμε γύρω μας πολλές, ακόμα και από τις πιο «χαλαρές» επιρροές μας κόντρα σε ένα κύμα ακρότητας και μίσους που έδειχνε να τροφοδοτείται και να θεριεύει χωρίς σταματημό. Παρ' όλα αυτά, ο αρχικός αιφνιδιασμός μας δείχνει ότι πρέπει να δουλέψουμε ακόμα περισσότερο την ετοιμότητά μας στη λήψη αποφάσεων και δράσης η οποία πρέπει να είναι ευέλικτη, πολυεπίπεδη και συχνά με μια δόση φαντασίας / δημιουργικότητας.

Η Σύρος δεν είναι «απλά ένα νησάκι» όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Το αντίθετο, πολλά συμβαίνουν και πολλά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή. Αυτό το είδαμε και το περασμένο καλοκαίρι αλλά και παλιότερα, με τη δημιουργία και τις επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων, με επιθέσεις εναντίον εργαζομένων που διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους ή οργανωμένους τραμπούκους σε πορείες, ακόμα και οργανωμένα και προσχεδιασμένα έκτροπα κατά τη διάρκεια Δημοτικών Συμβουλίων. Υπάρχουν δυνάμεις που δουλεύουν υπόγεια, ξεχωριστές αλλά με διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τους, πράγμα που άρχισε από τον καιρό που η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπέγραφε συμφωνίες με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, μετατρέποντας την Ελλάδα από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Σούδα σε ένα απέραντο ορμητήριο αμερικανικών συμφερόντων και αμερικανικά πολεμικά πλοία επισκέπτονταν το νησί.

Μόνο και μόνο αυτά τα γενικά παραδείγματα δείχνουν πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα - την ώρα που κάποιοι παίζουν μικροπολιτικά παιχνίδια για να βγάλουν κάτι παραπάνω, θα λέγαμε, από τα «προς το ζην». Μας δείχνουν πόση δουλειά έχουμε μπροστά μας, με ποιους έχουμε να τα βάλουμε και τι πρέπει να κάνουμε, όσο κι αν τα πράγματα φαίνονται ήσυχα επιφανειακά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, πρέπει να φροντίσουμε ως Κόμμα και ως Οργάνωση όχι μόνο να είμαστε ανοιχτοί στην κριτική και αυτοκριτική, αλλά να την ενθαρρύνουμε κιόλας. Αυτή ειδικά η κομμουνιστική αρετή μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίζουμε και να αλλάζουμε άμεσα - πράγμα σημαντικότατο σε κρίσιμες καταστάσεις - λάθος αποφάσεις και κατευθύνσεις.

Η διαφύλαξη της σωστής λειτουργίας του Κόμματος στις σημερινές, σχετικά απλές συνθήκες είναι αυτό που θα δώσει το «βήμα» στις αυριανές, πιο πολύπλοκες. Πολλά από τα λάθη που εντοπίσαμε στις αναλύσεις μας για τα σοσιαλιστικά κράτη ξεκίνησαν από μικρές παρεκκλίσεις, λάθη, καταπατήσεις καταστατικών αρχών. Τώρα λοιπόν είναι η ώρα ο καθένας μας ξεχωριστά και όλοι ως σύνολο να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και να χτίσουμε ένα Κόμμα ακόμη πιο δυνατό, ακόμη πιο σταθερό σε κάθε δοκιμασία, έτοιμο στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον Σοσιαλισμό!


Γιώργος Τερζής
Σύρος



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ