ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 14 Μάρτη 2026 - Κυριακή 15 Μάρτη 2026
Σελ. /40
«Μπουρλότο» γενίκευσης της σύγκρουσης, ο ενεργειακός πόλεμος

Χάρτης που αποτυπώνει τα κοιτάσματα και τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Σχεδόν όλες έχουν χτυπηθεί
Χάρτης που αποτυπώνει τα κοιτάσματα και τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Σχεδόν όλες έχουν χτυπηθεί
«

Υπόβαθρο» της ιμπεριαλιστικής επέμβασης ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν και της γενίκευσης του πολέμου είναι και οι εξελίξεις στην οικονομία στο φόντο της μάχης για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, πολύ περισσότερο που βασικό στοιχείο του σημερινού πολέμου είναι ο ενεργειακός πόλεμος, με το χτύπημα πηγών, υποδομών και μέσων μεταφοράς ένθεν κακείθεν. Ο «Ριζοσπάστης» καταγράφει σε αυτά τα πλαίσια ορισμένα στοιχεία της ειδησιογραφίας των ημερών που - παρ' ότι η κατάσταση είναι ρευστή- βοηθούν να κατανοηθεί η μεγαλύτερη «εικόνα» των εξελίξεων.

Στοιχείο που ξεχωρίζει στον σημερινό πόλεμο είναι ότι ήδη από τις πρώτες μέρες του έχουν στοχοποιηθεί και χτυπηθεί διυλιστήρια πετρελαίου, εγκαταστάσεις LNG, τερματικοί σταθμοί αποθήκευσης και φόρτωσης καυσίμων, δεξαμενόπλοια - χαρακτηριστικό κι αυτό της «ασφάλειας» που προσφέρουν οι υποδομές αυτές στο πλαίσιο των ανταγωνισμών.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • Το μεγάλο διυλιστήριο πετρελαίου «Ras Tanura Refinery» στη Σαουδική Αραβία, ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια και λιμάνια εξαγωγής πετρελαίου παγκοσμίως, που ανήκει στη «Saudi Aramco», και οδηγήθηκε σε προσωρινή διακοπή λειτουργίας.
  • Το διυλιστήριο πετρελαίου «Ruwais», το μεγαλύτερο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, με τη διαχειρίστρια, «Abu Dhabi National Oil Company (Adnoc)», να διακόπτει τη λειτουργία του.
  • Οι εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου της «QatarEnergy» στη βιομηχανική πόλη Ras Laffan στο Κατάρ (το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής και εξαγωγής LNG στον κόσμο), που οδηγήθηκαν σε διακοπή της παραγωγής LNG.
  • Ενεργειακές υποδομές και υποδομές νερού στη βιομηχανική περιοχή Mesaieed Industrial City (βασικός κόμβος πετροχημικών και βιομηχανικών προϊόντων), χτύπημα που είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή παραγωγής βασικών προϊόντων, όπως ουρία, πολυμερή, μεθανόλη, αλουμίνιο.
  • Οι τερματικοί σταθμοί πετρελαίου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως ο «Mussafah Fuel Terminal» και ο «Fujairah Oil Terminal», ενώ drones έπληξαν δεξαμενές καυσίμων στα λιμάνια Duqm και Salalah στο Ομάν, λιμάνια κρίσιμα για καύσιμα και μεταφορά εμπορευμάτων.
  • Δυλιστήρια στο Ιράν, όπως και αποθήκες καυσίμων σε τουλάχιστον τρεις περιοχές, ανάμεσά τους και στην Καράτζ, δυτικά της Τεχεράνης.
  • Σχεδόν 10 δεξαμενόπλοια στην περιοχή έχουν χτυπηθεί, με νεκρούς και τραυματίες. Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% περίπου των ενεργειακών εμπορευμάτων, θεωρούνται επί της ουσίας αποκλεισμένα, με εγκλωβισμένα εντός του Περσικού Κόλπου περίπου 3.500 πλοία.
  • Παράλληλα, για «λόγους ασφαλείας» και παρότι δεν φαίνεται να έχουν χτυπηθεί, έχουν διακόψει τη λειτουργία τους στο Ισραήλ τα υπεράκτια κοιτάσματα φυσικού αερίου «Leviathan» και «Tamar», πετρελαϊκά πεδία στο ιρακινό Κουρδιστάν (εταιρείες DNO, «Gulf Keystone», «Dana Gas»), όπως και στο «Rumaila», το μεγαλύτερο πεδίο πετρελαίου του Ιράκ, που λειτουργεί με συμμετοχή της BP.

Τη δική τους ξεχωριστή σημασία έχουν και οι αναφορές ότι χτυπήθηκαν κέντρα δεδομένων της «Amazon» στα ΗΑΕ, όπως και ότι άλλο κέντρο στο Μπαχρέιν υπέστη ζημιές από συντρίμμια, ενώ το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων «Tasnim News Agency», που συνδέεται με τους «Φρουρούς της Επανάστασης», δημοσίευσε λίστα με περίπου 30 εγκαταστάσεις μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών στη Μέση Ανατολή («Amazon», «Microsoft», «Google», «Oracle», «Nvidia», IBM και «Palantir Technologies»), χαρακτηρίζοντάς τες «εχθρική τεχνολογική υποδομή», λόγω και των στενών σχέσεων με τους στρατούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Θυμίζουμε ότι στα εν λόγω κέντρα και σχετικές υποδομές (τα οποία είναι και άκρως ενεργοβόρα) έχουν γίνει τεράστιες επενδύσεις.

Ενεργειακό «σοκ» και κάτι παραπάνω...

Οι συνέπειες των παραπάνω αποτυπώνονται σε μια πρώτη φάση με την κατάρρευση των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, τη συνεπακόλουθη πολύ μεγάλη μείωση της παραγωγής, την εκτίναξη των τιμών, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί και για τις τιμές Ενέργειας, τη Βιομηχανία, τα εξαιρετικά ενεργοβόρα data centers, μια σειρά δευτερογενή παράγωγα όπως αυτά της Χημικής Βιομηχανίας κ.ο.κ. Αντίστοιχα και για το φυσικό αέριο το οποίο χρησιμοποιείται ως βασική πηγή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τη βιομηχανική θέρμανση, χημικά και λιπάσματα.

Τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν ως εξής:

  • Η πτώση εξαγωγών αργού πετρελαίου και λοιπών παραγώγων υπολογίζεται στα 15 - 20 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα, που ισοδυναμούν με το 15% της παγκόσμιας ζήτησης. Οι δυνατότητες αποθήκευσης ποικίλλουν ανά χώρα, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι περιορισμένες, από 14 μέρες στο Κουβέιτ έως έως και 30 μέρες στη Σαουδική Αραβία και στα ΗΑΕ, με πολλές από αυτές να πλησιάζουν τα όριά τους, οδηγώντας και σε μείωση της παραγωγής.
  • Την Πέμπτη η τιμή του Brent (ένας από τους τρεις βασικούς διεθνείς δείκτες τιμής του αργού πετρελαίου - χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση των τιμών στην Ευρώπη και διεθνώς) έκλεισε στα 100,46 δολάρια το βαρέλι, με αύξηση 9,2% σε μία μέρα, ενώ στην αρχή της βδομάδας είχε εκτιναχθεί και στα 120 δολάρια. Το Brent εκτινάχτηκε κατά 30 δολάρια το βαρέλι (έφτασε έως και τα 120) και σκαρφαλώνει πάνω από τα 100 δολάρια για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2022, τότε με πυροκροτητή την ιμπεριαλιστική σύγκρουση στην Ουκρανία. Αντίστοιχα, ο δείκτης West Texas Intermediate (WTI), που αφορά κυρίως τις ΗΠΑ και τη Βόρεια Αμερική, έκλεισε την Πέμπτη στα 95,73 δολάρια το βαρέλι (επίσης στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022), αύξηση 9,7% σε μία μέρα.
  • Τα λεγόμενα «premiums» (η προσαύξηση που αντικατοπτρίζει το πόσο πιο ακριβό είναι ένα συγκεκριμένο φορτίο ή προϊόν σε σχέση με τον βασικό δείκτη) για το αργό πετρέλαιο ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι και εκείνα για το πετρέλαιο ντίζελ Ice (ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης για τα «ενδιάμεσα παράγωγα», όπως το ντίζελ, το πετρέλαιο θέρμανσης, τα καύσιμα των αεριωθούμενων και ορισμένα ναυτιλιακά στην Ευρώπη) ξεπέρασαν τα 500 δολάρια τον τόνο για πρώτη φορά στην Ιστορία, ενδεικτικό κι αυτό των «μαχών» που δίνονται για να εξασφαλιστούν τα επιπλέον φορτία, λόγω της απότομης μείωσης της προσφοράς.
  • Οι τιμές των ευρωπαϊκών καυσίμων για αεροπλάνα (Jet CIF NWE) έφτασαν την Πέμπτη σε ιστορικά υψηλά, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί και για τομείς όπως ο Τουρισμός, οι εμπορικές μεταφορές κ.ο.κ. Εφτασαν στην τιμή των 1.646,25 δολαρίων ανά τόνο, καταρρίπτοντας το προηγούμενο ρεκόρ των 1.551,75 δολαρίων ανά τόνο που είχε σημειωθεί κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 2022. Στις αγορές της Ασίας τα καύσιμα των αεριωθούμενων είχαν άνοδο 140%.
  • Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο, η διακοπή από το Κατάρ (μετά και τις ανακοινώσεις της «QatarEnergy» για κλείσιμο των υποδομών) αφαιρεί περίπου 2,2 bcm - περίπου το 19% των παγκόσμιων εξαγωγών τη βδομάδα - από τις παγκόσμιες αγορές. Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες συνέπειες στις αγορές της Ασίας (το 83% του LNG που διακινήθηκε μέσω των Στενών του Ορμούζ το 2024 κατευθύνθηκε από τις χώρες του Περσικού Κόλπου στις ασιατικές αγορές). Αλλά και στην ΕΕ, με την τιμή αναφοράς του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου TTF (που διαμορφώνει τις τιμές πανευρωπαϊκά στο πλαίσιο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας) έκανε άλμα κατά 100%, ξεπερνώντας ακόμα και τα 62 ευρώ ανά MWh αυτήν τη βδομάδα, από 31 ευρώ ανά MWh στα τέλη Φλεβάρη.
  • Συνολικά, μόνο κατά την πρώτη βδομάδα του πολέμου καταγράφηκε αύξηση στις διεθνείς τιμές 64% για το φυσικό αέριο, 39% για το αργό πετρέλαιο και 32% για το Brent.
«Εφιαλτικά σενάρια» για την επαναχάραξη του ενεργειακού χάρτη

Βεβαίως, τα παραπάνω αφορούν τη «φωτογραφία της στιγμής», αφού από όλες τις εκτιμήσεις για τις συνέπειες της κρίσης εντοπίζεται ως «βασικός άγνωστος Χ» ο παράγοντας του χρόνου, της διάρκειας, της έντασης και της πιθανής κλιμάκωσης της σύγκρουσης, όπως και των καταστροφών σε υποδομές, που θα επηρεάσουν και το πόσο γρήγορα θα μπορούν να επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα παραγωγής, «όταν και αν» η σύγκρουση αποκλιμακωθεί, σχετικά πάντα, αφού μιλάμε για πολύ μεγάλες και σύνθετες υποδομές και «ροές», που δεν ανοιγοκλείνουν με έναν «διακόπτη». Και, βεβαίως, όλα αυτά εξαρτώνται και από το πώς και με τι όρους μπορεί να υπάρξει μια τέτοια αποκλιμάκωση, που κάθε άλλο παρά φαίνεται στον ορίζοντα και σε κάθε περίπτωση θα αφήνει τον σπόρο ενός νέου, σφοδρότερου γύρου αντιπαράθεσης.

Παίρνοντας τα παραπάνω υπόψη, στις πολύ πρώτες εκτιμήσεις τους μια σειρά αστικά επιτελεία και αναλυτές καταγράφουν «εφιαλτικά» σενάρια. Ενδεικτικά:

  • Η ING ξεχωρίζει τρία σενάρια: Το ήπιο (διακοπή ροών από τα Στενά του Ορμούζ, 2 βδομάδες πλήρως και 2 βδομάδες κατά 50%), το ενδιάμεσο, με μεγαλύτερη περίοδο αναταραχής, και το ακραίο, του «αιώνιου πολέμου», όπου οι τιμές του φυσικού αερίου εκτοξεύονται μεταξύ 80 - 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα για πολλούς μήνες.
  • Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, που πρότεινε την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, προειδοποίησε ότι η τρέχουσα διαταραχή του εφοδιασμού είναι η μεγαλύτερη στην Ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, επισημαίνοντας πως έντονες διακυμάνσεις των τιμών επιδεινώνονται επίσης από τις χρηματοοικονομικές ροές από τις αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης προς τα χρηματιστηριακά διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, αφού τα «κοράκια» σπεύδουν να βάλουν στο χέρι τα «χρηματιστηριακά προϊόντα» του πετρελαίου κ.λπ. για νέα τεράστια κέρδη, εκτινάσσοντας παραπέρα τις τιμές.
  • Η «Goldman Sachs Group Inc.» προειδοποίησε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν την κορύφωση του 2008 (τότε είχε φτάσει τα 147,5 δολάρια το βαρέλι) αν οι ροές μέσω του Ορμούζ παραμείνουν μειωμένες όλο τον Μάρτη.
  • Η «Wood - McKenzy» εκτιμά ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα και τις προβλέψεις για πόλεμο που θα διαρκέσει βδομάδες, μονόδρομος είναι η μείωση των εμπορικών και στρατηγικών αποθεμάτων. Και σημειώνει: «Η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου, ύψους 105 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα, θα πρέπει να μειωθεί για να εξισορροπήσει την αγορά και, κατά την άποψή μας, αυτό θα απαιτήσει την αύξηση του Brent τουλάχιστον στα 150 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι τις επόμενες εβδομάδες».

Ανεξάρτητα από επιμέρους διαφορές και ανεξάρτητα από το εύρος των επιπτώσεων, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι έτσι, μέσω του πολέμου «επαναχαράσσεται» ο ενεργειακός χάρτης σε όλη την περιοχή και ευρύτερα, με δεδομένα και τα ανταγωνιστικά σχέδια που τρέχουν και έχουμε καταγράψει και με άλλες ευκαιρίες.

Το κουβάρι των ανταγωνισμών μπλέκεται παραπέρα

Μια πλευρά που αναδεικνύεται από τις εξελίξεις είναι και ότι οι όποιες συνέπειες που βέβαια πληρώνουν οι λαοί δεν περιορίζονται μόνο στην «τιμή στην αντλία», όπως λένε τα αστικά επιτελεία, ή δεν εξαρτώνται απλά από το «ποιος προμηθεύει ποιον», οι συνέπειες δηλαδή δεν είναι γραμμικές. Και γιατί αυτές αφορούν οικονομίες με διαφορετική πολιτική - οικονομική και στρατιωτική δύναμη, ανάλογα με τη θέση τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Και γιατί «διασπείρονται» σε μια αλυσίδα κλάδων που είναι αντικειμενικά διασυνδεδεμένα (π.χ. στη χώρα μας ο Τουρισμός από τα αεροπορικά και ναυτιλιακά καύσιμα, η αγροτική παραγωγή από τις τιμές των λιπασμάτων κ.ο.κ.), ενώ οι τιμές της Ενέργειας, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου κ.λπ. αντανακλούν σε κρατικούς και εταιρικούς προϋπολογισμούς, η αύξησή τους διογκώνει τα κρατικά χρέη, που στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας ήδη βρίσκονται σε πορεία εκτροχιασμού, ενώ αφορούν και τον λεγόμενο «νομισματικό πόλεμο» που βρίσκεται σε εξέλιξη, με την αποδυνάμωση των εξαγωγών από τις χώρες του Κόλπου να οδηγεί σε σχετική αποδυνάμωση του δολαρίου.

Το κουβάρι των ανταγωνισμών δηλαδή μπλέκεται παραπέρα και δημιουργεί συνθήκες περαιτέρω γενίκευσης του πολέμου, ενώ όλα αυτά «φωτίζονται» και καθορίζονται από τη μάχη για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπου τον τόνο δίνει η υποχώρηση των ΗΠΑ και η άνοδος της Κίνας.

Αυτά σε συνθήκες που ήδη πολύ πριν τον πόλεμο οι κυριότεροι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί περιέγραφαν τη συγχρονισμένη επιβράδυνση των κυριότερων καπιταλιστικών οικονομιών για φέτος, με το ΔΝΤ πλέον να καλεί σε «προετοιμασία για το αδιανόητο», επί της ουσίας μια νέα διεθνή καπιταλιστική κρίση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προφανές είναι ότι οι ΗΠΑ θέλουν μετά τη Βενεζουέλα να αφαιρέσουν μία ακόμα πηγή φτηνών υδρογονανθράκων από την Κίνα, και να αυξήσουν τα κέρδη των αμερικανικών ομίλων που είναι εξαγωγείς πετρελαίου και LNG. Χαρακτηριστικές είναι εξάλλου οι αναρτήσεις του Τραμπ, που απαντώντας στην κριτική για την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, την αύξηση του πληθωρισμού και τη σχεδόν βέβαιη επίδραση στις προβλέψεις για την καπιταλιστική ανάπτυξη στις ΗΠΑ (σύμφωνα με το «Reuters», αστικά επιτελεία μέσα στην κυβέρνηση του κάνουν σφοδρή κριτική), έγραφε ότι η αύξηση των τιμών είναι προσωρινή και «μικρή σε σχέση με το τι διακυβεύεται», προφανώς δείχνοντας την Κίνα και όχι το Ιράν, όπως και ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, επομένως όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν βγάζουμε πολλά λεφτά».

Σε ό,τι αφορά την Κίνα, τα διυλιστήριά της έχουν αρχίσει να ακυρώνουν συμφωνημένα φορτία εξαγωγής καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων βενζίνης και ντίζελ, ενώ την περασμένη βδομάδα οι κορυφαίοι μεταποιητές της χώρας ενημερώθηκαν να σταματήσουν να υπογράφουν νέες συμβάσεις. Σημειωτέον, η Κίνα εκτιμάται ότι έχει διαμορφώσει στρατηγικά αποθέματα τουλάχιστον ισόποσα με τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), της τάξης των 1,2 - 1,3 δισ. βαρελιών, που μεταφράζονται σε 120 μέρες ενεργειακής επάρκειας (περίπου έναν μήνα παραπάνω από του ΔΟΕ), ενώ παρότι εισάγει το 90% των εξαγωγών του Ιράν σε προνομιακές τιμές, αυτές αντιπροσωπεύουν ένα σχετικά μικρό ποσοστό των συνολικών εισαγωγών της, περίπου 13% - 14% των εισαγωγών της.

Την ίδια ώρα, πολύ μεγάλο είναι το πλήγμα για μια σειρά μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες που είτε συντάσσονται με το ευρωατλαντικό στρατόπεδο, όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία (η οποία ήδη ανακοίνωσε την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων της, προκειμένου να απορροφήσει κάπως τις αναταράξεις), είτε «ακροβατούν» ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, με χαρακτηριστική την περίπτωση της Ινδίας και την απόφαση των ΗΠΑ να επιτρέψουν - για περίπου έναν μήνα - την πώληση αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία, αφού πριν από την κρίση τα ινδικά διυλιστήρια προμηθεύονταν το 40% του αργού πετρελαίου τους από τον Κόλπο.

Και, βέβαια, για μία ακόμα φορά στους «μεγάλους χαμένους» του νέου γύρου αντιπαράθεσης φαίνεται να είναι η ΕΕ, δεδομένου ότι στο πλαίσιο του ενεργειακού πολέμου ΗΠΑ - ΕΕ - Ρωσίας η σχετική απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί εν πολλοίς σε εξάρτηση από το (ακόμα πιο ακριβό πλέον) αμερικανικό LNG, ενώ η αναπλήρωση των αποθεμάτων της ΕΕ βρίσκεται 10% κάτω από τα περσινά επίπεδα, εξαιτίας και του χειμώνα που ήταν πιο βαρύς. Αξίζει δε να σημειωθεί πως και σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα καύσιμα, το 2025 τα διυλιστήρια του Κόλπου προμήθευσαν το 60% του καυσίμου αεριωθούμενων της Ευρώπης και το 30% του ντίζελ.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα

Την ίδια ώρα, τα μέτρα που παίρνουν ως «γιατρικό» όχι μόνο δεν μπορούν να μπαλώσουν τα μεγάλα προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών, πόσο μάλλον να αλλάξουν τη «φορά» των πραγμάτων, αλλά τους δημιουργούν και νέα αδιέξοδα, οδηγούν και αυτά σε παραπέρα όξυνση των ανταγωνισμών.

Για παράδειγμα, η απόφαση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για τη μεγαλύτερη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου που έχει γίνει ποτέ, με 400 εκατομμύρια βαρέλια, όχι απλά δεν λύνει το πρόβλημα (για μια τάξη μεγέθους, 100 εκατομμύρια βαρέλια είναι η παγκόσμια κατανάλωση καθημερινά, με περίπου το 1/4 να προέρχεται από τις χώρες του Κόλπου, ενώ οι «ασφαλιστές κινδύνου» λένε χαρακτηριστικά πως «δεν υπάρχει μπάλωμα για μια τόσο μεγάλη τρύπα»), με τις «γκρίνιες» να έχουν ξεκινήσει και σχετικά με την αργή διαδικασία, αλλά επιπλέον στενεύει και τα περιθώρια των επόμενων παρεμβάσεων τα οποία υπάρχουν σε συνθήκες όξυνσης των ανταγωνισμών.

Για να γίνει κατανοητή η κλίμακα, τα 400 εκατομμύρια βαρέλια αποτελούν περίπου το 1/4 των συνολικών στρατηγικών αποθεμάτων, ενώ οι προηγούμενες τέτοιες παρεμβάσεις αφορούσαν την αποδέσμευση το 2011, κατά τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη, 60 εκατομμυρίων βαρελιών, και το 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οπότε και αποδεσμεύτηκαν συνολικά περίπου 182,7 εκατομμύρια βαρέλια, λίγα περισσότερα απ' όσα αποδέσμευσαν τώρα μόνο οι ΗΠΑ...

Ακόμα μεγαλύτερα είναι τα «διλήμματα» και αντίστοιχα οι ανταγωνισμοί στην ΕΕ, που αναμένεται να εκδηλωθούν και στην επερχόμενη Σύνοδο της ΕΕ, στις 19 του μήνα, όπως και στη Σύνοδο Eurogroup και ΕΚΤ, που θα έχει ως θέμα την ταυτόχρονη άνοδο του πληθωρισμού και τη νέα επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Με βάση τα δεδομένα της πρώτης βδομάδας του πολέμου, μοντέλα όπως το «Bloomberg Economics» προβλέπουν αρνητική επίδραση 0,6% στο ΑΕΠ και άνοδο 1,1% στην Ευρωζώνη, ενώ η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί αν οξυνθεί ο ανταγωνισμός ΕΕ - Ασίας για τη διασφάλιση ποσοτήτων φυσικού αερίου. Ηδη εξάλλου καταγράφονται οι πρώτες απώλειες για την ανταγωνιστικότητα της ενεργοβόρας ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ενώ η κατάσταση οδηγεί σε παραπέρα διόγκωση των κρατικών χρεών και αντίστοιχα στους ανταγωνισμούς για τον επιμερισμό της «χασούρας».

Αντιθέσεις εκδηλώνονται και σε σχέση με το ποια μέτρα είναι τα πιο κατάλληλα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης (ανάλογα και με τα ιδιαίτερα συμφέροντα της κάθε αστικής τάξης), π.χ. σχετικά με την πυρηνική ενέργεια ή την επαναφορά του λιγνίτη, τις σκέψεις για αναστολή του συστήματος εμπορίας ρύπων (ETS). Σύμφωνα με το «Reuters», ήδη 8 κράτη - μέλη (Ισπανία, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Σλοβενία και Σουηδία) προειδοποιούν την ΕΕ να μην προχωρήσει σε ένα τέτοιο μέτρο , λέγοντας πως κάτι τέτοιο «θα τιμωρούσε δραματικά τους πρωτοπόρους που έχουν ήδη επενδύσει και καινοτομήσει στον τομέα της απανθρακοποίησης». Χαρακτηριστικές είναι και οι αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν το προηγούμενο διάστημα στην ΕΕ σε σχέση με έργα όπως ο περιβόητος Κάθετος Διάδρομος, το αμερικανικό σχέδιο στο οποίο πρωτοστατεί η Ελλάδα.

Στο φόντο των παραπάνω, και σε συνδυασμό και με τη μεγάλη αύξηση των πολεμικών δαπανών, μειώνονται και οι δυνατότητες διαχείρισης της λαϊκής δυσαρέσκειας από τις συνέπειες του πολέμου, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί.

«Μυθικά συμβόλαια» και κέρδη πάνω στις ζωές των ναυτεργατών

Τη δική της ξεχωριστή σημασία έχει η καταγραφή ορισμένων στοιχείων για τη ναυτιλία, μεταξύ άλλων για να γίνει κατανοητό γιατί και πώς οι εφοπλιστές παίζουν τη ζωή των ναυτεργατών κορόνα - γράμματα, με τα άθλια «θανατόχαρτα» που τους δίνουν να υπογράφουν, κυνηγώντας τρελά κέρδη.

Ηδη όπως είπαμε έχουν χτυπηθεί σοβαρά σχεδόν 10 πλοία, ενώ ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί στον Περσικό είναι και η καταγγελία του Γερμανού επικεφαλής των εφοπλιστών, την Παρασκευή, ότι από τα 30 πλοία γερμανικών συμφερόντων που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στον Περσικό έχουν δεχτεί πυρά τα 20. Η καταγγελία έγινε βέβαια με φόντο τις εκκλήσεις για στρατιωτική συνοδεία των ευρωατλαντικών πλοίων, και ενώ ήδη οι ΗΠΑ και η Γαλλία προαναγγέλλουν τέτοιες ναυτικές αποστολές (με την ελληνική κυβέρνηση να σπεύδει να δηλώσει παρούσα), σηματοδοτώντας και έτσι την παραπέρα γενίκευση του πολέμου.

Μέσα σε αυτό το ναρκοπέδιο έχουν τους ναυτεργάτες, για τα κέρδη τους που εκτοξεύονται παραπέρα, με τα ναύλα να έχουν ήδη υπερδιπλασιαστεί και να κινούνται μεταξύ 400 - 500 χιλιάδων δολαρίων τη μέρα, ανάλογα με τον τύπο πλοίου, ενώ οι μεταφορικές εταιρείες επιβάλλουν ήδη έκτακτες επιβαρύνσεις 75 - 150 δολάρια / TEU. Ενδεικτικές είναι και οι αθλιότητες που αναπαράγουν τα αστικά ΜΜΕ για τα «μυθικά συμβόλαια» που υπογράφουν οι Ελληνες εφοπλιστές, όπως οι Προκοπίου, Εμπειρίκος, Αγγελικούσης και λοιποί, ακόμα και προς 760 χιλιάδες δολάρια τη μέρα, θησαυρίζοντας κυριολεκτικά πάνω στον θάνατο των ναυτεργατών.

Στον αντίποδα βρίσκονται οι σημαντικές αυξήσεις στα ναυτιλιακά καύσιμα, που κι αυτές βέβαια καταλήγουν στις πλάτες των λαών: Οι τιμές VLSFO και IFO380 εκτοξεύτηκαν 25% - 60% μέσα σε μια βδομάδα ανάλογα με την αγορά, η μέση παγκόσμια τιμή VLSFO είναι πλέον στα 929 δολάρια ανά τόνο, από 556 τον Φλεβάρη, και το IFO380 στα 841,50 δολάρια ανά τόνο, από 456, με αύξηση 84%, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό. Ξεχωριστή πλευρά αφορά και το γεγονός ότι η διαφορά τιμής μεταξύ HSFO και VLSFO (τύποι καυσίμων με διαφορά στην περιεκτικότητα σε θείο) έχει διευρυνθεί παραπέρα, δίνοντας έτσι «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» σε εκείνους τους εφοπλιστές που τα προηγούμενα χρόνια εγκατέστησαν συστήματα καθαρισμού καυσαερίων (scrubbers), ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν το φτηνότερο HSFΟ.

Παράλληλα, τα ασφάλιστρα είναι 10 φορές πάνω σε σχέση με πριν την επίθεση των ΗΠΑ - Ιράν, ενώ έχουν σχεδόν διπλασιαστεί μόνο την τελευταία βδομάδα. Τα λεγόμενα war risks premiums, τα ασφάλιστρα πολέμου που ζητάνε οι ασφαλιστικές, εκτινάχθηκαν από 0,1% σε 1% της αξίας του πλοίου, ενώ ακόμη υψηλότερα, έως και τριπλάσια, είναι τα ασφάλιστρα για τα «υψηλού κινδύνου πλοία», αμερικανικών, βρετανικών και ισραηλινών συμφερόντων. Σύμφωνα με υπολογισμούς στον ναυτιλιακό Τύπο, για ένα VLCC 5 ετών, αμερικανικών συμφερόντων, αξίας περίπου 140 εκατ. δολαρίων, το συνολικό ασφάλιστρο μπορεί να φτάνει ως και τα 14 εκατομμύρια ανά δρομολόγιο. Ακόμα κι έτσι, πολλοί ασφαλιστές αρνούνται να καλύψουν πλήρως τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ «από την ανάποδη» εξηγούνται και οι αντιδράσεις ιδιωτικών ασφαλιστικών ομίλων απέναντι στην πρόταση που έριξε στο τραπέζι η κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναλάβει η αμερικανική DFC (το χρηματοδοτικό «μακρύ χέρι» του αμερικανικού Πενταγώνου) την ασφάλιση των πλοίων, πρόταση που έτσι κι αλλιώς θεωρείται από διάφορους αναλυτές αδύνατο να εφαρμοστεί.

Βαρύ πλήγμα για την αγροτική παραγωγή

Αν και οι αναλύσεις έχουν επικεντρωθεί στους κινδύνους για την προμήθεια πετρελαίου, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι απειλές για τις αλυσίδες εφοδιασμού λιπασμάτων μέσω των Στενών του Oρμούζ μπορεί επίσης να επιφέρουν σοβαρά μακροπρόθεσμα οικονομικά προβλήματα παγκοσμίως, μέσω του πληθωρισμού των τροφίμων, δεδομένου και ότι οι χώρες σε όλο τον κόσμο είχαν ήδη αυξήσει την εξάρτησή τους από τις χώρες του Κόλπου, για να αντισταθμίσουν τις απώλειες λιπασμάτων λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των αυξανόμενων περιορισμών εξαγωγών από την Κίνα.

Περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων εξαρτάται από τα συνθετικά λιπάσματα, εκ των οποίων περίπου το 1/3 της παγκόσμιας προσφοράς διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Σχεδόν το 50% της παγκόσμιας εμπορικής διακίνησης ουρίας, του πιο ευρέως χρησιμοποιούμενου αζωτούχου λιπάσματος, προέρχεται από την περιοχή του Κόλπου, με το Κατάρ να καλύπτει το 10% της παγκόσμιας προσφοράς. Από τα Στενά του Ορμούζ διακινείται και το 45% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου, βασικού συστατικού για τα φωσφορούχα λιπάσματα, ενώ και η χρονική στιγμή είναι κρίσιμη, αφού τώρα είναι η εποχή της λίπανσης για πολύ μεγάλο μέρος του πλανήτη.

Στη Μέση Ανατολή η τιμή της ουρίας αυξήθηκε κατά 19% μέσα σε μια βδομάδα, δημιουργώντας νέες δημοσιονομικές προκλήσεις για τους γεωργικούς τομείς παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 30% σε μια βδομάδα. Οι επιπτώσεις αυτές εκτιμάται ότι στις ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξήσουν κατά 2% τον πληθωρισμό στα τρόφιμα, επιπλέον της αύξησης που προκαλείται από την άνοδο του κόστους της Ενέργειας, και αντίστοιχα για την Ευρωζώνη, ενώ δεν αποκλείεται η κατάσταση να οδηγήσει και σε έλλειψη πολλών αγροτικών προϊόντων. Βαρύ θα είναι το πλήγμα του αυξημένου κόστους παραγωγής των λιπασμάτων, του πετρελαίου και της Ενέργειας για τους βιοπαλαιστές αγρότες.

Στον αντίποδα, τα αγροτοδιατροφικά μονοπώλια τρίβουν τα χέρια τους, αφού σε ανοδική πορεία βρίσκονται τα συμβόλαια μελλοντικών παραδόσεων (futures) για τα αγροτικά προϊόντα. Για το καλαμπόκι σημείωσαν υψηλά 12 μηνών, φτάνοντας τα 207 ευρώ ανά τόνο (από 197), του δε σιταριού είναι κοντά στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο ετών, με 208,5 ευρώ ανά τόνο (από 201,5).



Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ