ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 17 Γενάρη 2026 - Κυριακή 18 Γενάρη 2026
Σελ. /40
Για τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της Κίνας

Οι Θέσεις της ΚΕ σωστά επισημαίνουν ως ζήτημα μεγάλης σημασίας για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα το θέμα του χαρακτήρα της Κίνας. Σήμερα, σε μια περίοδο που βαθαίνει ο ανταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η στάση απέναντι στην καπιταλιστική Κίνα είναι κριτήριο για την υπεράσπιση ή απόρριψη της κομμουνιστικής ταυτότητας.

Οι διαφωνίες στο πλαίσιο του ΔΚΚ δεν αφορούν μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά και στον ίδιο τον καπιταλισμό. Η άρνηση των νομοτελειών επιχειρεί να διασκεδάσει την εγκατάλειψη του στόχου της ανατροπής του.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να γίνει αντιληπτή η ταύτιση των «κινεζικών χαρακτηριστικών» του «σοσιαλισμού» στην Κίνα με τις γενικές νομοτέλειες του παγκόσμιου καπιταλισμού: Τη διείσδυση του κεφαλαίου σε κάθε πλευρά της ζωής, τον σχηματισμό μονοπωλίων, την εργατική δύναμη εμπόρευμα, τη μαζική εξαγωγή κεφαλαίου.

Ούτε τι σημαίνει το γεγονός ότι από το 2018 μέχρι το 2020 αναρριχήθηκε από την 78η θέση στην 31η στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας σε ό,τι αφορά στο «επιχειρηματικό κλίμα».

Οι υπερασπιστές του «Σοσιαλισμού με Κινεζικά Χαρακτηριστικά» προσπαθούν να αντικρούσουν την πραγματικότητα με σοφίσματα.

Ενα επιχείρημα είναι η σχέση κρατικού - ιδιωτικού τομέα. Ακόμα και έτσι όμως, τα επίσημα στοιχεία είναι συντριπτικά. Ο ιδιωτικός τομέας αντιπροσωπεύει το 56,9% του ΑΕΠ, το 80% της απασχόλησης στις αστικές περιοχές, το 80% των τεχνολογικών καινοτομιών.

Σε κάθε περίπτωση το μέγεθος του κρατικού τομέα δεν καθορίζει τον χαρακτήρα της οικονομίας. Ο Μαρξ ουδέποτε χρησιμοποίησε αυτό το κριτήριο. Στο Μεξικό, για παράδειγμα, μέχρι την κρίση του 1982 ο κρατικός τομέας έφτασε να αντιπροσωπεύει το 70% της οικονομίας. Κανένας όμως δεν είδε «σοσιαλισμό» στη διακυβέρνηση του Portillo και των προκατόχων του, εκτός από ορισμένους του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος που φαντασιώνονταν ένα «Μεξικάνικο δρόμο προς τον Σοσιαλισμό» μέσω της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στην Κίνα δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε τους όρους για τη μετατροπή της εργασίας σε καπιταλιστική διαδικασία και του χρήματος σε κεφάλαιο: Η εμπορευματική παραγωγή είναι η γενική μορφή της παραγωγής, η εργασία είναι μισθωτή εργασία, δηλαδή ανταλλάσσεται ως εμπόρευμα με το εμπόρευμα - χρήμα, και το προϊόν της εργασίας στέκεται απέναντι σε αυτή ως ξένη εργασία, ως κεφάλαιο για την παραγωγή υπεραξίας.

Το ότι ονομάστηκε «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» η εμπορευματική παραγωγή με κρατική ρύθμιση δεν αλλάζει την ουσία: Μόνο στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής το εμπόρευμα γίνεται η γενική μορφή του προϊόντος, όλη η παραγωγή γίνεται παραγωγή εμπορευμάτων.

Η δράση του νόμου της υπεραξίας εκφράζεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τη δημιουργία βιομηχανικού εφεδρικού στρατού. Το 2024 η καταγεγραμμένη ανεργία στις αστικές περιοχές ήταν 5,1%, ενώ η ανεργία των νέων ξεπερνούσε το 17%.

Παράλληλα απογειώνονται οι ανισότητες. Το 2015, το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατείχε το 14% του ΑΕΠ της Κίνας, όταν στις ΗΠΑ ήταν 20% και 10% στη Γαλλία. Το 2024 υπήρχαν 1.434 άτομα με περιουσία άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, αυξημένοι κατά 31% σε έναν χρόνο. Μεταξύ 1978-2015, το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 10% αυξήθηκε από 27% σε 41%, ενώ το μερίδιο του φτωχότερου 50% μειώθηκε από 27% σε 15%. Οι δισεκατομμυριούχοι έχουν διπλασιάσει τον συλλογικό τους πλούτο σε 10 χρόνια. Ενδιαφέρουσα τάση για «σοσιαλισμό».

Και όπως είναι αναμενόμενο, μια τέτοια οικονομική δύναμη θέλει φυσικά να ασκήσει εξουσία, και όχι μόνο διά αντιπροσώπων.

Από το 2001 οι καπιταλιστές γίνονται δεκτοί ως μέλη στο ΚΚΚ. Το 2023 οι 41 δισεκατομμυριούχοι βουλευτές του κοινοβουλίου είχαν συνολική περιουσία 191 δισεκατομμυρίων δολαρίων - μάλλον «φτωχοί» σε σύγκριση με τους 40 δισεκατομμυριούχους της «συμβουλευτικής επιτροπής», των οποίων η συνολική περιουσία ανερχόταν σε 313 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ζάμπλουτοι βουλευτές στα δύο κρατικά σώματα αντιπροσωπεύουν το 6% του συνόλου.

Χαρακτηριστική είναι η ταχεία επέκταση της αγοράς υγείας. Από το 2011 έως το 2021, ο αριθμός των ιδιωτικών νοσοκομείων αυξήθηκε κατά 193,4%, ενώ ο αριθμός των δημόσιων νοσοκομείων μειώθηκε κατά 12,8%. Σήμερα τα ιδιωτικά νοσοκομεία είναι δύο φορές περισσότερα από τα δημόσια, τα οποία και αυτά στην πράξη λειτουργούν με κριτήριο το κέρδος στα πλαίσια της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς». Τον Ιούλιο του 2024 η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΚ αποφάσισε το άνοιγμα του τομέα στο ξένο κεφάλαιο. Στις 26 Φλεβάρη 2025 εγκαινιάσθηκε το πρώτο ιδιωτικό νοσοκομείο 100% ξένης ιδιοκτησίας.

Αλλος ισχυρισμός είναι ότι η κρατική ιδιοκτησία στη γη αποτελεί απόδειξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κινεζικής κοινωνίας.

Ομως από τα έργα του Μαρξ και του Λένιν γνωρίζουμε ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μπορεί να συμβιβαστεί μια χαρά με την απουσία ατομικής ιδιοκτησίας στη γη, ότι θεωρούσαν το αίτημα της εθνικοποίησης της αστικό και όχι σοσιαλιστικό. Είναι προς μελέτη το πώς επέδρασε η απουσία απόλυτης γαιοπροσόδου στην επέκταση καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία και από εκεί στο σύνολο της οικονομίας σε Κίνα, Βιετνάμ και σήμερα στην Κούβα.

Η θεωρητική ανεπάρκεια στην κατανόηση του καπιταλισμού γίνεται ένδεια στην απόπειρα ερμηνείας των ανατροπών του 20ού αιώνα. Από την αμφισβήτηση του Λένιν ορισμένα κόμματα έχουν περάσει στην ανοικτή αναθεώρηση του Μαρξ. Φτάνουν στο σημείο να θεωρούν οικοδόμηση του σοσιαλισμού τη διαβρωτική επέκταση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Να χαιρετίζουν δηλαδή ως σοσιαλισμό την πρόοδο της αντεπανάστασης. Να βλέπουν μια φανταστική διαπάλη «σοσιαλισμού - καπιταλισμού» στους ανταγωνισμούς της Κίνας με τις ΗΠΑ.

Επιβεβαιώνεται ότι η παραμικρή καθυστέρηση στη θεωρία γεννά προβλήματα. Ετσι βλέπουμε σήμερα ορισμένες δυνάμεις που από την προγραμματική καθυστέρηση γλίστρησαν στον οπορτουνισμό και με καταλύτη τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκδηλώνουν ανοικτά αντεπαναστατικά στοιχεία, όπως η ευθυγράμμιση με την αστική τάξη ενάντια στο εργατικό κίνημα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στάση απέναντι στο ΚΚ Βενεζουέλας.

Σε αυτές τις συνθήκες κάθε βήμα στην κατεύθυνση της ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος πολύτιμο. Είναι πολύτιμη κατάκτηση η ουσιαστική συζήτηση που έχει ανοίξει στο ΔΚΚ με την σημαντική συμβολή του ΚΚΕ, αλλά και άλλων Κομμουνιστικών Κομμάτων και δυνάμεων. Αναδείχθηκαν δυνάμεις που διαχωρίζονται από το οπορτουνιστικό ρεύμα και με όλη την ανομοιομορφία τους προσπαθούν να χαράξουν επαναστατική στρατηγική και να αποκτήσουν δεσμούς με την εργατική τάξη, υπερασπίζονται τον προλεταριακό διεθνισμό, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Τέτοιες προσπάθειες βρίσκουν έκφραση περίπου στις μισές από τις χώρες του G20 και αυτό συνιστά ένα νέο και ελπιδοφόρο στοιχείο σε ένα πλαίσιο που παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, που ανεβάζει τον πήχη των απαιτήσεων για τη δουλειά μας.


Νίκος Σερετάκης
Αττική

Η δουλειά με το Πρόγραμμα και η παρέμβαση στο αγροτικό κίνημα όρος για να ανασάνει ο λαός και να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής

Η πραγματική ικανότητα του Κόμματος να παρεμβαίνει ουσιαστικά, να οργανώνει την πάλη και να κερδίζει δυνάμεις από τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους, κρίνεται από τη δουλειά με βάση το Πρόγραμμα, τη στρατηγική και τις σύγχρονες επεξεργασίες του. Αυτή η βαθιά και κοπιαστική δουλειά, που ήδη κάνουμε και που έχει αφήσει αποτύπωμα στους αγώνες και στις συνειδήσεις, γίνεται σήμερα ακόμη πιο επιτακτική. Ζούμε μια περίοδο όπου η ακρίβεια τσακίζει το λαϊκό εισόδημα, όπου οι αγρότες βγαίνουν ξανά στους δρόμους, όπου οι οξυμένες ανάγκες αποκαλύπτουν ποια είναι η ρίζα των προβλημάτων. Μόνο η δουλειά με βάση τη στρατηγική μας μπορεί να αποκαλύψει τι πραγματικά «φταίει», ποια είναι η μόνη διέξοδος και ποιο είναι το κρίσιμο στοιχείο για να αποκτήσει το αγροτικό κίνημα κατεύθυνση, αντοχή και ταξική συγκρότηση στο πλάι της εργατικής τάξης.

Οι επεξεργασίες μας, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα, μελετώντας τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, δείχνουν το ίδιο πράγμα: ότι ο λαός μας μπορεί να είναι διατροφικά αυτάρκης, αλλά εμπόδιο μπαίνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η εικόνα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής την τελευταία δεκαετία είναι αποκαλυπτική. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν κατά πάνω από 4 εκατομμύρια στρέμματα, το ζωικό κεφάλαιο μειώθηκε πάνω από 20%, εξαφανίζονται δεκάδες χιλιάδες μικρές εκμεταλλεύσεις, και οι βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφοι έρχονται αντιμέτωποι με χαμηλές τιμές πώλησης, με ακρίβεια, με κόστος παραγωγής που αυξάνεται συνεχώς και με ανύπαρκτη προστασία της παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου. Η αυτάρκεια σε βασικά προϊόντα, όπως σιτηρά, όσπρια, πατάτες και ζωοτροφές, μειώνεται σταθερά.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι την ίδια ώρα που στη Γερμανία και τη Γαλλία η χρήση νιτρικών λιπασμάτων παραμένει σταθερά πάνω από τα 100 κιλά ανά εκτάριο, στην Ελλάδα η χρήση έχει υποχωρήσει σε επίπεδα έως και 35-40% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του 2005 και πάνω από 50% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1995. Αυτό δείχνει πόσο περιορισμένη είναι η δυνατότητα των βιοπαλαιστών αγροτών στην Ελλάδα να καλύψουν τις ανάγκες των καλλιεργειών τους.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική όλων των κυβερνήσεων και της ΕΕ επιταχύνει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση της παραγωγής και της γης προς όφελος των μεγαλοαγροτών και των μεγαλοβιομηχάνων του κλάδου. Η ΚΑΠ είναι μηχανισμός που κατευθύνει την παραγωγή σύμφωνα με τα συμφέροντα των καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων και δεν μπορεί να μετατραπεί σε φιλοαγροτική πολιτική, όσο κι αν προσπαθούν να καλλιεργήσουν τέτοιες αυταπάτες οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Ενώ η χώρα διαθέτει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες για να θρέψει τον λαό της, το πρόβλημα δεν είναι τα «φτωχά εδάφη», ούτε η «περίφημη κλιματική αλλαγή», ούτε η «έλλειψη τεχνογνωσίας». Το πρόβλημα είναι βαθύ, ταξικό, καθώς η παραγωγή οργανώνεται με κριτήριο το κέρδος και όχι τις κοινωνικές ανάγκες.

Γι' αυτό βλέπουμε το παράδοξο: ενώ η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνατότητες αυξάνονται, η χώρα εισάγει όλο και περισσότερα τρόφιμα, οι τιμές εκτινάσσονται και οι αγροτοκτηνοτρόφοι ματώνουν. Τα τρόφιμα μετατρέπονται σε πανάκριβο εμπόρευμα. Οι υψηλές τιμές τροφίμων δεν είναι «φυσικό φαινόμενο», έχουν συγκεκριμένες αιτίες που απορρέουν από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: μονοπώλια σε εφόδια, ενέργεια, λιπάσματα, μεταποίηση και εμπόριο, πολιτική της ΕΕ και της ΚΑΠ που επιταχύνουν το ξεκλήρισμα των βιοπαλαιστών αγροτών. Το τεράστιο κόστος παραγωγής για τον παραγωγό και η εξάρτηση από εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ζωοτροφές, κάνουν την εγχώρια παραγωγή ευάλωτη μέσα στο διεθνές πλαίσιο των οξυμένων ανταγωνισμών.

Οσο ο βιοπαλαιστής αγρότης παραμένει ατομικός μικροπαραγωγός κάτω από τον έλεγχο των μονοπωλίων του κλάδου, θα συνεχίσει να είναι το πιο αδύναμο κομμάτι της αλυσίδας. Ακόμη και η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσα στο σημερινό σύστημα, δεν τον ωφελεί, γιατί διογκώνει την εξάρτηση και τη χειροτέρευση των όρων ζωής του.

Γι' αυτό η δουλειά με το Πρόγραμμα δεν είναι για μας μια αφηρημένη ιδεολογική συζήτηση. Είναι προϋπόθεση για να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε ότι η σημερινή κατάσταση δεν οφείλεται σε λάθη πολιτικής ή κακή διαχείριση, αλλά προέρχεται από την κυριαρχία μονοπωλίων στα εφόδια, στην ενέργεια, στις ζωοτροφές και στη μεταποίηση.

Οι εξελίξεις το επιβεβαιώνουν: η στροφή στην πολεμική οικονομία και η προετοιμασία της ΕΕ, όπου αφαιρούν κονδύλια από την ενίσχυση των αγροτοκτηνοτρόφων και τα κατευθύνουν στις αγορές όπλων και στην κατασκευή πολεμικού υλικού, δείχνουν ότι το μοναδικό τους κριτήριο είναι τα κέρδη των καπιταλιστών. Παράλληλα, η χώρα διαθέτει όλες τις αντικειμενικές δυνατότητες να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες του λαού, με εύφορες περιοχές, κλίμα που ευνοεί ποικιλία παραγωγής, τεχνογνωσία και δυνατότητες ανάπτυξης. Αυτές όμως δεν αξιοποιούνται, γιατί η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος και όχι από τις κοινωνικές ανάγκες.

Η πραγματική διέξοδος για τον βιοπαλαιστή αγροτοκτηνοτρόφο βρίσκεται σε έναν άλλο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, με κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, με κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με μεγάλες κοινωνικές αγροτικές μονάδες, με δημόσιες υποδομές και κεντρικό σχεδιασμό. Μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό, η έρευνα, η τεχνολογία και η μηχανοποίηση μπορούν να αξιοποιηθούν ολοκληρωμένα, ώστε να εξασφαλίσουν χαμηλό κόστος παραγωγής, σταθερές τιμές και ποιοτικά τρόφιμα. Με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι παραγωγικές δυνάμεις στην αγροτική παραγωγή μπορούν να απογειωθούν.

Γι' αυτό η παρέμβασή μας μπορεί να βαθύνει, συνδέοντας τα άμεσα διεκδικητικά αιτήματα, με μια συνολική προοπτική που απαντά στη ρίζα των προβλημάτων. Οι κομμουνιστές μπορούμε να βαθύνουμε τον προσανατολισμό σύγκρουσης με την πολιτική της ΕΕ και τα μονοπώλια, να αναδείξουμε τα κοινά συμφέροντα με την εργατική τάξη και να δώσουμε προοπτική μέσα στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Οι βιοπαλαιστές αγρότες μας έχουν αποδείξει ότι ξέρουν πολύ καλά να αγωνίζονται, με οργάνωση μέσα από τους συλλόγους, αποσπώντας κατακτήσεις, καθυστερώντας αντιλαϊκά μέτρα και δυναμώνοντας τους δεσμούς τους με την εργατική τάξη. Η θετική πείρα από τα μπλόκα, τις κοινές κινητοποιήσεις και τις μαζικές διαδικασίες δείχνει ότι όταν παλεύουν με ενότητα και ταξικό προσανατολισμό, μπορούν να διαμορφώνουν όρους για πιο αποφασιστικούς αγώνες.

Οι παραγωγικές δυνατότητες υπάρχουν, και οι αγροτοκτηνοτρόφοι το ξέρουν καλύτερα από τον καθένα, αλλά όσο η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος, θα συνεχίσουν να ματώνουν και τα τρόφιμα θα ακριβαίνουν. Το ΚΚΕ αποδεικνύει ότι υπάρχει ο δρόμος: η εργατική εξουσία, η κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός. Η δουλειά με το Πρόγραμμα, μέσα στην καθημερινή πάλη, είναι ο μόνος τρόπος να κερδίσουμε δυνάμεις και να ανοίξουμε τον δρόμο για μια κοινωνία που θα παράγει για τον λαό και όχι για τα κέρδη των λίγων.


Ελευθερία Τσιγάρα
Αθήνα



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ