Με κεντρικό θέμα του 22ου Συνεδρίου το Κόμμα, στόχος μας είναι να αντιστοιχίσουμε την καθημερινή λειτουργία και δράση με το επαναστατικό μας Πρόγραμμα. Ολο το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ το διαπερνά αυτή ακριβώς η κατεύθυνση, πώς θα πετύχουμε την ισχυροποίηση του Κόμματος, ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Αυτός ο στόχος ισχύει παντού, σε όλη την Ελλάδα φυσικά, αλλά και σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου συγκροτούνται και δρουν ΚΟ του ΚΚΕ και θα σταθώ σε δύο ζητήματα που το επιβεβαιώνουν.
1. Με ικανοποίηση και αισιοδοξία για τη συνέχεια αλλά όχι αυταρέσκεια, μπορούμε να εντοπίσουμε την πρόοδο που καταγράφουμε στη δουλειά μας στη Γερμανία, σε σημαντικούς τομείς: Για παράδειγμα, στη δουλειά με τις ιδέες μας, μαχητικά, για την ικανοποίηση των αναγκών των Ελλήνων μεταναστών εργαζομένων, που έδωσε συγκεκριμένα αποτελέσματα στην άνοδο του κύρους του Κόμματος, στην ενίσχυση των δεσμών, στην κομματική οικοδόμηση, στη διεύρυνση της επιρροής μας (πολιτικής, συνδικαλιστικής κ.λπ.) όπου παρεμβήκαμε. Η κοινή γλώσσα, η κοινή εμπειρία της μετανάστευσης, η γνωριμία που είχαν αρκετοί από αυτούς με τις ΚΟ του ΚΚΕ από τα χρόνια που ζούσαν ακόμη στην Ελλάδα, αντικειμενικά αποτέλεσαν μια βάση. Αυτή «συναντήθηκε» πάνω από όλα με τη στρατηγική του ΚΚΕ (μέσω των συντρόφων μας που είναι φορείς της) καθώς και με την ουσιαστική ενασχόλησή μας με τα προβλήματά τους, με αγωνιστικές πρωτοβουλίες που πήραμε και έδιναν διέξοδο μέσω της διεκδίκησης, του συλλογικού αγώνα, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της γνωριμίας με την Ιστορία κ.α., στον προβληματισμό αυτών των ανθρώπων, αφού πλέον κατανοούν σε σημαντικό βαθμό και οι ίδιοι ότι «δεν υπάρχουν καπιταλιστικοί παράδεισοι».
Πρόκειται για μία αναγκαία και πολύτιμη πείρα για να πάμε παραπέρα. Να περάσουμε στη συστηματική παρέμβαση μέσα στην εργατική τάξη της χώρας που ζούμε, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Να διαχυθεί η πολιτική μας μέσα στη συλλογική πάλη των εργαζομένων, στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα, κάτω από την ομπρέλα του ταξικού αγώνα και της κοινωνικής συμμαχίας, που θα συσπειρώνει Ελληνες, Γερμανούς και όλους τους εργαζόμενους που βιώνουν την ίδια εκμετάλλευση. Προβάλλοντας την ενιαία ταξική διεκδίκηση και απορρίπτοντας τις λογικές διαχωρισμού των εργαζομένων. Με σχέδιο των ΚΟΒ, να ενισχύουμε την αντιπαράθεση με τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό που αποτελεί αγκάθι στα γερμανικά συνδικάτα, να συγκρουόμαστε με τις γερμανικές αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις και τις θέσεις που καλλιεργούν στην εργατική τάξη.
Η κατεύθυνση αυτή συμβάλλει ήδη στην ενίσχυση της διεθνιστικής δράσης και στη σφυρηλάτηση δεσμών αλληλεγγύης ανάμεσα σε εργαζόμενους κάθε εθνικότητας. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν και είναι χρέος μας, σε κάθε χώρο δουλειάς και σε κάθε κλάδο, να παρεμβαίνουμε, να συζητάμε, να συμμετέχουμε στις κινητοποιήσεις, να ενισχύουμε τον -ακόμη εξαιρετικά αδύναμο στη Γερμανία- αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό της πάλης.
2. Χρειάζεται με ακόμη μεγαλύτερη επιμονή να ενισχύσουμε την ιδεολογικοπολιτική μας παρέμβαση, ειδικά στα ζητήματα του υποκειμενικού ιδεαλισμού, του ατομικού δικαιωματισμού, των θεωριών του μεταμοντερνισμού, καθώς και των ιδεαλιστικών αντιλήψεων για το φύλο και τις ταυτότητες. Σε πολλές χώρες, όπως η Γερμανία, αυτές οι αντιλήψεις έχουν εδώ και δεκαετίες περάσει ως «κανονικότητα» ή δήθεν «επιστημονικά αντικειμενικές».
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ίδιες οι Οργανώσεις μας δεν αντιλαμβάνονται σε ποιο βαθμό αυτή η ιδεολογική επίδραση είναι βαθιά ριζωμένη, ούτε πόσο συστηματικά η αστική τάξη την αξιοποιεί, οδηγούμαστε σε φαινόμενα υποτίμησης και ανοχής απέναντι σε μια πλευρά της διαπάλης που απαιτεί πολύ πιο στέρεη ιδεολογική θωράκιση. Στις Θέσεις (σελ. 48) επισημαίνεται η ανάγκη να αναπτυχθεί πολεμική. Με τεκμηρίωση αλλά και επιμονή, πρέπει εμείς οι ίδιοι να ανοίξουμε τέτοιες συζητήσεις στις ΚΟΒ και στον περίγυρό μας, με όπλο τις ιδέες μας. Πολλές φορές διστάζουμε, φοβούμενοι μήπως χαρακτηριστούμε «συντηρητικοί» ή «οπισθοδρομικοί», αλλά ο κομμουνιστής έχει και αυτό το καθήκον, να προσπαθεί να πείθει και στα πιο δύσκολα ζητήματα, να διαχέει τα μαρξιστικά μεθοδολογίας, ανεξάρτητα αν η προσπάθεια του δίνει άμεσα αποτελέσματα.
Στη Γερμανία π.χ., καλούμαστε καθημερινά να αντιπαλέψουμε στην πράξη τέτοιες θεωρίες, από όσα διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία περί «αυτοπροσδιορισμού». Ακόμη και σε νηπιαγωγεία, δίνονται οδηγίες που ζητούν να παρουσιάζονται «όλοι οι τρόποι οικογένειας» σε παιδιά 4-5 ετών, ενώ αποσιωπάται σκόπιμα το στοιχειώδες γεγονός της βιολογικής αναπαραγωγής. Αντίστοιχες αλλαγές έχουν γίνει και στα προγράμματα σπουδών των παιδαγωγικών σχολών και των κοινωνικών επιστημών, όπου προωθούνται αντιεπιστημονικές θεωρίες, δείχνοντας πόσο βαθιά και επιθετικά διεισδύει η αστική ιδεολογία.
Διαχρονικά, η άρχουσα τάξη αξιοποιεί τέτοιες αντιλήψεις για να διασπά την ενότητα της εργατικής τάξης, να αποκόβει τη νεολαία από τις υλικές αιτίες της εκμετάλλευσης και να περιορίζει τον ορίζοντα της συλλογικής διεκδίκησης. Ηδη από τα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η αστική δημοκρατία προώθησε, μέσα από έντυπα, συλλόγους και θεσμούς, αντιλήψεις για το φύλο και τις ταυτότητες που αποσπούσαν την προσοχή από τις ταξικές αντιθέσεις και ενσωμάτωναν ριζοσπαστικότερα στρώματα σε ακίνδυνα κανάλια «ατομικής έκφρασης», σε αντιπαράθεση μάλιστα - όπως τόνιζε με χυδαιότητα το SPD - με τον «ολοκληρωτισμό και τον αυταρχισμό του Τέλμαν και του Χίτλερ».
Σήμερα, οι αστικές δημοκρατίες αξιοποιούν τις ίδιες αλλά και πιο εξελιγμένες, μεταμοντέρνες εκδοχές των ιδεαλιστικών θεωριών, για να παρουσιάζουν ως «προοδευτικότητα» την πολιτική ταυτοτήτων και ατομικών «δικαιωμάτων», απονευρώνοντας την ταξική πάλη. Oι ταξικές, εκμεταλλευτικές σχέσεις που καθορίζουν κάθε πτυχή της ζωής μας, από το βιοτικό επίπεδο μέχρι την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στη Γερμανία, υποκαθίστανται από αταξικές κατηγοριοποιήσεις κάτω από την ομπρέλα της «συμπερίληψης». Δεν γίνεται πλέον ζήτημα ο εργάτης και η ταξική του θέση, αλλά ο σεξουαλικός προσανατολισμός, μια ατομική επιλογή του, που αντιμετωπίζεται ως ταυτότητα υπό τον μανδύα του «πολιτικά ορθού». Ετσι, το άτομο τοποθετείται σε μια «ομάδα» με βάση ένα αποσπασματικό γνώρισμα, ικανοποιώντας μεν την ανάγκη ένταξης, αλλά ταυτόχρονα αποπροσανατολιζόμενο από την ταξική πάλη.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το καθήκον να βαθύνουμε ιδεολογικά, να αντιπαρατεθούμε συστηματικά με τα ιδεολογήματα των ταυτοτήτων και της «συμπερίληψης», πατώντας γερά στο Πρόγραμμά μας, στην ταξική πάλη και στη διαμόρφωση των όρων για τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα. Με τα δικά μας εργαλεία, τη σύγχρονη επαναστατική ιδεολογία, τη μαρξιστική-λενινιστική μεθοδολογία (τον διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό). Ετσι μόνο εξασφαλίζεται και η γνώση και η αυτοπεποίθηση.
Σύντροφοι,
Διαβάζοντας τις Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής για το 22ο Συνέδριο, νιώθω πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια στιγμή που απαιτεί βαθιά σκέψη, σταθερό βηματισμό και εσωτερική αποφασιστικότητα.
Ως καλλιτέχνης, ελεύθερος επαγγελματίας, ζω καθημερινά τη σκληρή αντίφαση αυτού του συστήματος. Από τη μία, παλεύεις να σταθείς στα πόδια σου, να δουλέψεις, να προσφέρεις κάτι με τον κόπο σου. Από την άλλη, το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο δουλεύεις σε συνθλίβει. Είναι φυσική συνέπεια ενός τρόπου παραγωγής που δεν έχει στο κέντρο τον άνθρωπο αλλά το κέρδος. Κι όσο κι αν θέλουν να μας πείσουν ότι «είμαστε επιχειρηματίες», στην ουσία είμαστε κομμάτι της ίδιας τάξης που υποφέρει, που δουλεύει χωρίς δικαιώματα, χωρίς σταθερότητα, πολλές φορές χωρίς προοπτική.
Οι Θέσεις της ΚΕ έρχονται να βάλουν σε τάξη αυτή τη σκέψη, να τη μετατρέψουν από αγανάκτηση σε συνείδηση. Μου έκανε εντύπωση πόσο καθαρά αποτυπώνεται ότι βρισκόμαστε σε μια φάση όπου ο καπιταλισμός έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια. Το βλέπουμε παντού και δεν είναι τυχαίο, είναι το αποτέλεσμα της βασικής αντίφασης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ιδιωτική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Οσο αυτή η αντίφαση υπάρχει, θα γεννά κρίσεις, πολέμους και δυστυχία. Η ανάλυση του Κόμματος για τη διεθνή κατάσταση είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ώριμη και ρεαλιστική που έχει διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα το ΚΚΕ λέει σταθερά και καθαρά, είναι ίσως το πιο τίμιο και γενναίο στοιχείο της πολιτικής του στάσης.
Δεν είναι εύκολο να κρατάς τέτοια στάση στην εποχή μας. Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία που έχει μάθει να δικαιολογεί την υποταγή, να φοβάται το ρήγμα, να θεωρεί το «λιγότερο κακό» λύση. Στην καθημερινή μου ζωή, βλέπω αυτή την αντίφαση να εκφράζεται στα πιο απλά πράγματα. Βλέπω ανθρώπους να δουλεύουν δεκαπέντε ώρες τη μέρα και να μην τα βγάζουν πέρα, νέους να μεταναστεύουν γιατί εδώ δεν βλέπουν προοπτική, μικροεπαγγελματίες να «κλείνουν τα βιβλία» γιατί δεν αντέχουν άλλο, και την ίδια ώρα, λίγες μεγάλες εταιρείες να συγκεντρώνουν τεράστια κέρδη. Αν κάτι μου έμαθε η κομματική μου ζωή, είναι ότι τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο. Είναι ταξικό. Είναι επιλογή ενός συστήματος που θυσιάζει τα πάντα για το κέρδος.
Η μελέτη των Θέσεων με έκανε να σκεφτώ πολύ και τον δικό μου ρόλο. Δεν αρκεί να συμφωνούμε. Χρειάζεται να κάνουμε την καθημερινή μας δράση αντάξια του σκοπού που υπηρετούμε. Ειδικά εμείς οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που βρισκόμαστε κάπου «ανάμεσα» - ούτε εργοδότες ούτε εργάτες, αλλά πάντα κάτω από την πίεση του κεφαλαίου - έχουμε ευθύνη να στραφούμε συνειδητά στο πλευρό της εργατικής τάξης. Γιατί μόνο μαζί της μπορούμε να βρούμε πραγματική διέξοδο. Είναι καθήκον μας να βοηθήσουμε τον λαό να καταλάβει τη θέση του μέσα στην κοινωνία, να δει καθαρά ποιος είναι ο εχθρός και ποιοι είναι οι φυσικοί του σύμμαχοι. Καθήκον μας και η πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας των εργατών, των φτωχών αγροτών και των αυτοαπασχολουμένων. Αυτός είναι ο δρόμος. Δεν υπάρχει άλλος.
Οι Θέσεις μιλούν για την κρισιμότητα να ενισχυθεί η καθοδηγητική δουλειά του Κόμματος. Η καθοδήγηση δεν είναι υπόθεση «των πάνω» μόνο. Ξεκινά από την ΚΟΒ, τον κάθε σύντροφο που καταλαβαίνει τη γραμμή και τη μετατρέπει σε πράξη, που δεν περιμένει «εντολές», αλλά λειτουργεί με συνείδηση και συλλογικό πνεύμα. Επίσης, μιλούν με έμφαση για την ιδεολογική δουλειά. Δεν φτάνει να είμαστε τίμιοι και αγωνιστές, πρέπει να είμαστε και βαθιά γνώστες της θεωρίας μας. Ο μαρξισμός - λενινισμός δεν είναι «παλιά βιβλία», είναι το πιο σύγχρονο εργαλείο για να ερμηνεύσεις και να αλλάξεις τον κόσμο. Οσο εξελίσσεται η τεχνολογία, όσο πιο σύνθετη γίνεται η κοινωνία, τόσο περισσότερο χρειάζεται καθαρή θεωρητική σκέψη. Ο εχθρός αλλάζει μορφές, αλλά όχι ουσία. Ο καπιταλισμός σήμερα ντύνεται με το «πράσινο», το «ψηφιακό», το «καινοτόμο», όμως η εκμετάλλευση είναι ίδια, ίσως και πιο βίαιη. Κι εδώ είναι που φαίνεται η αναγκαιότητα της ιδεολογικής θωράκισης. Γύρω μας κυκλοφορούν τόσες «λύσεις»: μιλούν για «καλύτερο καπιταλισμό», για «δικαιότερη ΕΕ», για «προοδευτικές κυβερνήσεις». Ομως όλα αυτά είναι αυταπάτες. Το ΚΚΕ είναι το μόνο που δεν τρέφει τέτοιες ψευδαισθήσεις. Μιλά για εξουσία της εργατικής τάξης, κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κεντρικό σχεδιασμό με επίκεντρο τις ανάγκες του λαού. Αυτή η σταθερότητα δεν είναι «δογματισμός», είναι πυξίδα μέσα σε μια εποχή που τα πάντα μοιάζουν ρευστά.
Ενα σημείο που με άγγιξε ιδιαίτερα στις Θέσεις είναι η αναφορά στην ανάγκη να συνδέεται η καθημερινή πάλη με τη στρατηγική του Κόμματος. Πολλές φορές, στον αγώνα για το «μικρό», χάνουμε από τα μάτια μας το «μεγάλο». Παλεύουμε για ένα μεροκάματο, για ένα μέτρο ανακούφισης, και ξεχνάμε ότι ο στόχος είναι να αλλάξει το ποιος έχει την εξουσία. Το Κόμμα όμως δεν αφήνει αυτή τη σύνδεση να χαθεί, υπενθυμίζοντας ότι κάθε μάχη έχει αξία αν ανοίγει δρόμο για τη μεγάλη αλλαγή. Αυτό δίνει βάθος στη δράση μας και την κάνει διαφορετική από τον συνδικαλισμό της «διαχείρισης».
Ζούμε, σύντροφοι, σε εποχή μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης. Ο κόσμος βομβαρδίζεται καθημερινά με αντικομμουνισμό και ψέματα. Μιλούν για «τέλος των ιδεολογιών», για «ρεαλισμό», για «προσαρμογή». Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να κρατάς τη φλόγα αναμμένη τόσα χρόνια. Είμαστε μια γενιά που έζησε αλλεπάλληλες διαψεύσεις: από την πτώση των σοσιαλιστικών χωρών μέχρι την κρίση και τη μνημονιακή λεηλασία, από τη διάλυση των συλλογικών ονείρων μέχρι την κυριαρχία του ατομισμού. Κι όμως, το ΚΚΕ άντεξε γιατί στηρίζεται σε στέρεη βάση: στην επιστήμη, στη συλλογικότητα, στην αυτοκριτική και κυρίως στην πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αλλιώς. Αυτή η πίστη δεν είναι θρησκευτική, είναι πολιτική, ιστορική, βαθιά ανθρώπινη. Τη νιώθεις όταν βλέπεις έναν εργάτη να σηκώνει κεφάλι, μια γυναίκα να παλεύει μέσα στη φτώχεια, έναν νέο να οργανώνεται για πρώτη φορά. Κάθε τέτοια στιγμή είναι απόδειξη ότι ο σπόρος φυτρώνει, ακόμα κι αν δεν φαίνεται.
Σύντροφοι, στα πενήντα μου χρόνια, κι ύστερα από μια ζωή μέσα στη δουλειά και στους αγώνες, μπορώ να πω με βεβαιότητα: Το ΚΚΕ είναι το πιο σταθερό σημείο μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει με τρομακτική ταχύτητα. Είναι σχολείο, είναι σπίτι, είναι πατρίδα για όσους δεν βολεύονται με την αδικία. Μπορεί να κουράζει καμιά φορά η πειθαρχία, η αυστηρότητα, η ευθύνη, αλλά χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε το Κόμμα που ξέρουμε. Κι αν κάτι μου έμαθε η ζωή, είναι πως η αλήθεια σπάνια είναι εύκολη, αλλά πάντα αξίζει τον κόπο. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται να κρατήσουμε τη γραμμή καθαρή, να προστατεύσουμε την ενότητά μας, να βαθύνουμε τη δουλειά μας και να μην επιτρέψουμε να χαθεί ούτε μια στιγμή χωρίς οργάνωση και σχέδιο.
Εγώ, ως μέλος του Κόμματος, υπόσχομαι να δώσω κι άλλο από τον εαυτό μου. Να μάθω, να διορθώσω, να παλέψω, να οργανώσω. Γιατί το χρωστάμε όχι μόνο στο Κόμμα μας, αλλά και στους ανθρώπους που παλεύουν σιωπηλά, στους εργάτες, στους μικρούς επαγγελματίες, στους νέους που ψάχνουν ελπίδα. Το χρωστάμε σε όλους όσους περιμένουν να δουν ότι υπάρχει φως μέσα στο σκοτάδι.
Κλείνω με μια φράση που συγκράτησα από τα πρώτα μου χρόνια στο Κόμμα: «Τίποτα δεν πάει χαμένο, όσο υπάρχει έστω κι ένας που δεν σκύβει το κεφάλι».
Κι εμείς, σύντροφοι, δεν το σκύψαμε ποτέ.
Και δεν θα το σκύψουμε ούτε τώρα.