100 χρόνια από τη γέννησή του
Σε νεότερη ηλικία, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του |
και στ' άθλια κακοτόπια,
που, το ψωμί το πείνασα
και το φαρμάκι τό 'πια».
Εκατό χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από το 1911 που στον Τσεσμέ ο Αντώνης Χονδρουτάτης (Σιδερή τον φωνάζανε) κι η κυρά Γαρουφαλλιά αποκτήσανε τον Φώτη (άγνωστη παραμένει η ημερομηνία γέννησής του. Μόνο η ημερομηνία του θανάτου του είναι γνωστή, 27 Μαρτίου 1964). Ψαράς, αγρότης, με χωραφάκια, σπίτι και μανάβικο ο Σιδερής έτρεφε την πολυμελή φαμίλια. Ωσπου μύρισε... μπαρούτι. Η οικογένεια εγκαθίσταται στη Χίο. Ξεριζωμός, φτώχεια, πείνα. Εξυπνο, ευαίσθητο, ευφάνταστο, λίγο μελαγχολικό παιδί, ο Φώτης πάει στο Δημοτικό. Στο ημερολόγιό του, ο δάσκαλός του, Δημήτρης Χαψιάδης, έγραφε : «Ο Φώτης είναι παιδί προικισμένο. Σπάνια συνάντησα τέτοιον μαθητή (...) Είναι παιδί πνευματικών προσόντων». Η ανέχεια, ίσως και η ντροπή για τον εκ γενετής στραβισμό του, τον «διώχνουν» από το σχολείο, πριν τελειώσει τη δεύτερη τάξη. Δεν πλησιάζει καν το σχολείο. Μάταια ο δάσκαλος προσπαθεί να γυρίσει στο σχολείο. «Δεν θέλω άλλα γράμματα», επιμένει ο μικρός Φώτης. Παρότι 9χρονος διάβαζε κι έγραφε καλύτερα από μεγαλύτερους, καθώς η Μούσα της ποίησης εκ γενετής τον «προίκισε» με τα «μύρα» της.
Το παιδί βγαίνει στη βιοπάλη. Με τον πατέρα ψαρεύει και πουλά την ψαριά. «Γαύρος» φώναζε ο πατέρας. «Μάγκας τσίλικος σαν ταύρος» συμπλήρωνε εκείνος. «Μαριδάκια» ο Σιδερής, «Να πάνε κάτου τα φαρμάκια», ο Φώτης. Πρώτος στις ρίμες. Εφηβος παρατά το ψάρεμα. Το 1928 πιάνει δουλειά στο τυπογραφείο που έβγαζε τη χιώτικη εφημερίδα «Ελευθερία». Σύντομα γίνεται καλός μάστορας, μα και διορθωτής πρώτος. Και καλοδιαβασμένος. Κοραής, Ψυχάρης, Σουρής και άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί «τρέφουν» την αγάπη και έγνοια του για το λαό και το αυτοδίδακτο ποιητικό ταλέντο του. Το 1932 τυπώνει το πρώτο του πεζογραφο-ποιητικό βιβλίο - αφιερωμένο στον Τσεσμέ - «Ο Λαός της Πατρίδας μου», που βγάζει όλο τον καημό της ξεριζωμένης προσφυγιάς: «Αμάν, αμάν! Στη γης πατώ,/ κι η γης πονεί,/ κι η γης αψά φωνάζει!/ Ποιος έχει πόνο στην καρδιά/ και δεν αναστενάζει;».
Στα τελευταία του χρόνια |
Ιούνιος του 1936. Καλείται να παρουσιαστεί στη Χωροφυλακή, για ένα άρθρο, στην «Ελευθερία», ενάντια στον Μουσολίνι. Δικάζεται (20 Ιουλίου) για παράβαση του νόμου περί Τύπου και καταδικάστηκε σε τρεις μήνες κράτηση και 10.000 δραχμές πρόστιμο, αλλά μυαλό δεν βάζει... Από τα μέσα του 1936 μέχρι το 1939, παράλληλα με τη βιοπάλη, διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Νησί». Γύρω του συσπειρώνονται οι πιο προοδευτικοί νέοι και οι καλύτεροι λογοτέχνες του νησιού. Ο Φώτης συνεχώς «διαφωτίζεται» και «διαφωτίζει» με τις ιδέες και την ποίησή του.
Μετά την αποφυλάκισή του |
Απρίλη του 1944 οι ΕΑΜίτες στη Μέση Ανατολή απαιτούν την απομάκρυνση του βασιλιά και σχηματισμό κυβέρνησης με συμμετοχή εκπροσώπων της ΠΕΕΑ - της κυβέρνησης στα λευτερωμένα από τον ΕΛΑΣ βουνά της Ελλάδας. Ο Αγγουλές συλλαμβάνεται, μαζί με άλλους κομμουνιστές, από τους Αγγλους και κλείνεται σε φυλακή της Παλαιστίνης, σε διάφορα στρατόπεδα, και τέλος στο κολαστήριο Ντεκαμερέ. Τέλη Νοεμβρίου του 1945 απελευθερώνεται. Επιστρέφει, χωρίς τη γυναίκα του (δεν το επέτρεψαν οι Αγγλοι) στη Χίο, όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και να διώκεται.
Στις 10 Ιανουρίου 1946 ο ταγματάρχης - διοικητής της Χωροφυλακής Χίου, Ντουβλάς Ελευθέριος, ενημερώνει εγγράφως το Γραφείο ΧΙ/Γ του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ότι «ο Φώτης Αγγουλές (...) εδηλητηριάσθη ψυχικώς, διεστράφη πνευματικώς και επίστεψε εις τα ιδέας του κομμουνισμού. Κλεισθείς δε υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων εις Ντεκαμερέ, ετελειοποίησε τας αντεθνικάς ιδέας του». Παρακάτω ο διοικητής ενημερώνει το ΓΕΣ ότι «εις τον εν λόγω ασπασθέντα τας κομμουνιστικάς ιδέας, επεδείχθη η συνήθης δήλωσις, συνταχθείσα συμφώνως προς τας σχετικάς διαταγάς». Και το έγγραφο καταλήγει: «Την υπογραφήν τής δηλώσεως ηρνήθη επιμόνως. Εκτοτε παρακολουθείται η δράσις του».
Ο Αγγουλές συνέχισε τον αγώνα τριγυρίζοντας συνεχώς σ' όλη τη Χίο. Με τα πόδια. Πάντα πίσω του ένας χωροφύλακας. Κάποια μέρα κατάκοπος τον ρώτησε: «Γιατί ρε Αγγουλέ το κάνεις αυτό;» - «Χρειάζεσαι καθαρό αέρα!», απάντησε καλόκαρδα ο Αγγουλές. Το 1946 δολοφονήθηκαν οι αγωνιστές Γιάννης Πίττας και Μανώλης Μαυράκης, επειδή τραγουδούσαν αντάρτικα. Η τρομοκρατία κράτους και παρακράτους φουντώνει στο νησί. Δυναμώνει, όμως, και ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Ο Αγγουλές, κρυμμένος σε μια στέρνα στο Βατάδο, με τον κομμουνιστή σύντροφό του Μιχάλη Βιτάκη, τύπωναν έντυπα του ΔΣΕ. Εκεί μια μέρα του Μάρτη του 1948 τους συνέλαβαν. Δικάστηκαν από στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Μαυράκης εκτελέστηκε τον Αύγουστο του 1948. Ο Αγγουλές γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στον ξεσηκωμό όλου του νησιού και σε διεθνείς διαμαρτυρίες. Δεσμώτης επί οκτώ χρόνια στα κολαστήρια Βούρλων, Μακρονήσου, Κεφαλονιάς, Αλικαρνασσού, Ιτζεδίν, του νοσοκομείου «Αγιος Παύλος» (ετοιμοθάνατος υποβλήθηκε σε εγχείρηση στομάχου το 1954) και Κέρκυρας, από όπου βαριά άρρωστος αποφυλακίστηκε το 1956. Επιστρέφει στη Χίο και «ζει» παρακολουθούμενος...
Συνέρχεται λίγο και γίνεται - επιτέλους - μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κανείς δεν επιτρέπεται να του δώσει δουλειά. Ανέχεια και μοναξιά τον βασανίζουν. Πνίγει τους πόνους του στο πιοτό. Το 1958, χάρη στις πιέσεις παλιών φίλων του, προσλαμβάνεται στο τυπογραφείο της εφημερίδας «Χιακός Λαός», όπου την ίδια χρονιά τυπώνει μια ανθολογία παλιών και νέων ποιημάτων του, με τίτλο «Πορεία μέσα στη νύχτα» και το 1962 τη συλλογή «Φουτσιγιάμα». Το 1963 καταρρέει - σωματικά και ψυχολογικά - από μολυβδίαση. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν μιλά. Αρχές του 1964, με παρέμβαση του Σωματείου Τυπογράφων, του δίνεται μια ψωροσύνταξη. Στις 27 Μαρτίου παίρνει το καράβι «Κολοκοτρώνης», για Πειραιά. Ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ξεψυχά από πνευμονικό οίδημα. Στην τσέπη του βρέθηκαν μόνο 20 δραχμές. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο Γιάννης Ρίτσος τον τιμά με ένα ποίημά του και ο Ανδρέας Καραντώνης ραδιοφωνικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Σοβιετική Ενωση, Βουλγαρία, κ.α.
Βιογραφικές πηγές: Γιώργος Μπλάνας «Φώτης Αγγουλές - νυχτερινός τραγουδιστής» (εκδόσεις «Ηλέκτρα», 2008). Γιώργος Σιδέρης «Φώτης Αγγουλές» (εκδόσεις «Μοχλός» 1992).
«Τα περισσότερα απ' αυτά τα ποιήματα τυπωθήκανε σε βιβλίο ή δημοσιευθήκανε σε εφημερίδες και περιοδικά. Τα μάζεψα και τα τυπώνω σε τούτη τη συλλογή, να υπάρχουν. (...) Περισσότερο απ' την τέχνη τους αγαπώ τις στιγμές που τα δημιούργησαν, τη ζωή που υφάνθηκε μέσα τους, με τις χαρές και τις λύπες της, τις συμφορές και τις ελπίδες της (...) Σήμερα, μαζεύοντας τα ποιήματά μου, μου φαίνεται πως γυρίζω ανάμεσα στα χαλάσματα κάποιας έρημης χώρας και μαζεύω τα τελευταία απομεινάρια.
1958.
Φ. Α».
«Φασίστες ήρθανε στον τόπο μας,
φασίστες πήραν τα σπαρτά μας,
φασίστες σκότωσαν τ' αδέλφια μας
και τυραγνούνε τα παιδιά μας.
****
Κάψανε το φτωχό μας σπιτικό
και κούρσεψαν την πλούσια χώρα,
φασίστες ήρθανε και φέρανε
λιμό, θανατικό και μπόρα».
Είν' ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά
κι έχουν απ' έξω κλείσει
την ανοιξιάτικη χαρά που μας χαμογελά.
****
Πίσω απ' το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη δύση
και τη γλυκιάν Αυγή,
εμείς που τόσον είχαμε τη Λευτεριά αγαπήσει.
***
Αραγε, από το σύρμα αυτό, που το 'χουμε ποτίσει
με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει,
τι λούλουδο θα βγει;».
«Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ' όσο στην κακοκαιριά
λυγάει το κυπαρίσσι.
Εχουμε τη ζωή πολύ,
πάρα πολύ αγαπήσει».
«Γλύστρισε κρυφά, να μην το πάρει
είδηση ο φρουρός μου π' αγρυπνά,
κι' ήρθε στο κελί μου το φεγγάρι.
Ηρθε και με βρήκε λυπημένο
κι ήτανε το χάδι του απαλό,
σα γυναικείο χέρι αγαπημένο.
Μείνε στο φτωχό μου το κελί,
φεγγαράκι τι να σε τρατάρω;
Δε μου μένει πια παρά η ψυχή
κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω».
(Σ.σ. το ποίημα αυτό, όπως και άλλα του Φώτη Αγγουλέ, μελοποίησε ο αγωνιστής του ΕΛΑΣ Πάνος Τζαβέλας και το τραγουδούσε στο «Λημέρι» με τον ΕΠΟΝίτη αγωνιστή Διονύση Χριστακόπουλο).
«Ωρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή,
που φεύγετε απ' την άβυσσον και για τον ήλιο πάτε,
την αλυσσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί,
ν' ακούσω το τραγούδι σας καθώς περνάτε.
****
Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό.
Ξυπόλυτοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
κι ήταν το ρέμα δυνατό και θυμωμένη Λάμια
κι είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια.
****
Ωρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή.
Κεντώ στο μισοσκόταδο έναν ήλιο για κονκάρδα,
Την αλυσσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
απόψε που σταυρώνεται, σαν τον Χριστό, η Ελλάδα».
(Σ.σ. Με αυτό το ποίημά του, χαράματα μιας μέρας, σε μια φυλακή, αποχαιρέτησε ο Αγγουλές, φωνάζοντάς το από το παράθυρο, συντρόφους του που τους πήγαν για εκτέλεση).
«Να 'μαι, ξανάρθα πίσω.
Κι έχω τραγούδια να σας πω
πολλά, μα, πριν σας τραγουδήσω,
πού είν' τα κρίνα; Πού είν' τα γιασεμιά;
Εχω μια θλίψη να κοιμήσω».
«Απ' την καρδιά της αργατιάς ποτάμι το αίμα τρέχει
και κλέβει ο κόσμος νόημα και χρώμα που δεν έχει.
****
Κι η οπώρα είν' απ' τον ίδρω σου γλυκό χυμό γιομάτη
και μας γλυκαίνει τη ζωή, φτωχέ της γης εργάτη.
****
Πες να γενούνε κόκκινα τα γιασεμιά κι οι κρίνοι,
πες το, κι ο λόγος ο βαρύς νόμος, αν θες, θα γίνει,
****
γιατί μια πλάνη αν σε κρατά σε μια μεγάλη απάτη,
μεγάλος είσαι μόνο εσύ, κι άξιος της γης, εργάτη».