Κυριακή 9 Μάρτη 2014
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Χωρίς φόβο και αυταπάτες μπροστά στις εξελίξεις

Η βδομάδα που πέρασε, αν και κουτσή κατά μία μέρα ειδησεογραφικά (ένεκα Καθαρής Δευτέρας), ήταν πλούσια σε υλικό που αν ερμηνευθεί σωστά συμβάλλει στη διαμόρφωση κριτηρίων για βασικές επιλογές που έχουν μπροστά τους οι εργαζόμενοι το επόμενο διάστημα.

Η εξέλιξη της ωμής επέμβασης των ιμπεριαλιστών (ΕΕ - ΗΠΑ και Ρωσίας) στην Ουκρανία προσφέρεται - ακόμα και τώρα που εξελίσσεται το θέμα - για πολύτιμα συμπεράσματα. Ερωτήματα όπως το αν θα μπορέσουν οι καπιταλιστές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να βρουν ένα συμβιβασμό που θα αποτρέψει (προσωρινά) μια εμφύλια σύγκρουση ή και ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο θα απαντηθούν αναγκαστικά στην πορεία των εξελίξεων. Το δεδομένο προς το παρόν είναι η σύγκρουση πάνω στο κορμί της Ουκρανίας, το ματοκύλισμα του λαού της για να μοιράσουν τις αγορές, τις πρώτες ύλες, τα δίκτυα μεταφοράς της Ενέργειας.

Στην πλάτη του λαού χορός

Οπως σημειώναμε τη βδομάδα που πέρασε σε άρθρο στον «Ριζοσπάστη», υποστηρικτές της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη χώρα μας, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, αναμασούν την «καραμέλα» της μετατροπής της χώρας μας σε «ενεργειακό κόμβο», ως μια «σανίδα» σωτηρίας για το λαό. Η Ουκρανία είναι, λοιπόν, ένας τέτοιος «κόμβος»! Εχει ένα τεράστιο και μοναδικό στον κόσμο σύστημα με 37,6 χιλιάδες χιλιόμετρα μεταφορικών αγωγών καθώς και 120 σταθμούς διατήρησης της πίεσης του φυσικού αερίου, αλλά και 13 υπόγειες αποθήκες φύλαξής του. Ετησίως από το έδαφος της Ουκρανίας μπορούν να μεταφέρονται έως και 130 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου. Πρόκειται ουσιαστικά για το μεγαλύτερο «κανάλι» εξαγωγής ρωσικού φυσικού αερίου, ακόμη και μετά την κατασκευή του υποθαλάσσιου στη Βαλτική θάλασσα αγωγού «Βόρειου Ρεύματος» (Nord Stream), χωρητικότητας 55 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων, που συνδέει απευθείας τη Ρωσία με τη Γερμανία, παρακάμπτοντας τις χώρες «μεταφορείς». Εσωσε, μήπως, αυτό το λαό της Ουκρανίας από τα δεινά της παλινόρθωσης του καπιταλισμού; Οχι, βέβαια.

Παράλληλα πολλοί από τους αστούς αναλυτές επιμένουν ότι η Ελλάδα πρέπει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, να αξιοποιήσει τις αντιθέσεις, για να κατοχυρώσει τη θέση της στην περιοχή, να αξιοποιήσει τη γεωστρατηγική της θέση. Πρόκειται για ένα κάλεσμα να βάλει ο λαός το κεφάλι του στον ντορβά. Σ' αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ που βλέπει την ελληνική κυβέρνηση να «είναι, για μια ακόμη φορά, ουραγός» των εξελίξεων, ότι δεν αξιοποιεί τα «γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα» της χώρας στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή.

Η Ουκρανία αποκαλύπτει: Οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, η βιομηχανία της, οι τεράστιες αγροτικές εκτάσεις της, το καταπληκτικό δίκτυο αγωγών αποτελούν το «μήλον της Εριδος» για τα μονοπώλια που διαγκωνίζονται για το ποιος θα 'χει την «πρωτοκαθεδρία» στο «φαγοπότι» της εκμετάλλευσής τους και της εκμετάλλευσης του λαού της Ουκρανίας. Ολα αυτά αποτελούν κατάρα και όχι ευλογία για το λαό σε συνθήκες καπιταλισμού. Η Ουκρανία αποδεικνύει ακόμα ότι όταν ο λαός μπαίνει κάτω από την ξένη σημαία των αστών γίνεται «κλωτσοσκούφι», ματώνει για τα συμφέροντά τους.

Η Ουκρανία αποκαλύπτει ακόμα τον αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ, που δήθεν μπορεί να γίνει φιλολαϊκή, που στηρίζει ακόμα και τους πολιτικούς απογόνους των ναζί.

Αποδέχονται τα μέτρα που αξιώνει το κεφάλαιο

Στη βδομάδα που πέρασε περίσσεψαν οι συζητήσεις για το αν κυβέρνηση και τρόικα θα τα βρουν στα χρηματοοικονομικά. Την ίδια ώρα έπεφταν οι τόνοι για τις προωθούμενες αναδιαρθρώσεις για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας, με πυρήνα αναφοράς την περίφημη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα περισσότερα από τα 329 μέτρα που προτείνει ο ΟΟΣΑ δεν έχουν άμεσο «δημοσιονομικό αποτέλεσμα», ούτε περιλαμβάνονται στο μνημόνιο με την τρόικα. Συγκαταλέγονται στις λεγόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Επιβεβαιώνεται δηλαδή ότι τα αντιλαϊκά μέτρα δεν είναι επιταγή του μνημονίου, όπως τα παρουσιάζουν ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλοι «αντιμνημονιακοί», αλλά στρατηγικές επιλογές για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.

Η τρόικα υιοθετεί την εφαρμογή των μέτρων που προτείνει ο ΟΟΣΑ ως προαπαιτούμενο για να εκταμιεύσει την επόμενη δόση των δανείων. Ο ΟΟΣΑ όμως δεν είναι «καινούργιο φρούτο» στην Ελλάδα. Οι εκθέσεις του για το Ασφαλιστικό, την απελευθέρωση τομέων της οικονομίας, για τους μισθούς και τα εργασιακά, απασχόλησαν και πριν από την κρίση τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα. Οι κατευθύνσεις που έδινε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Οργανισμός αποτέλεσαν τις «ράγες» για σαρωτικές αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Η πλειοψηφία των αλλαγών που προτείνει ο ΟΟΣΑ δε θίγουν μόνο την εργατική τάξη, αλλά και μικρές - μεσαίες επιχειρήσεις σε ορισμένους κλάδους. Η υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα αμβλύνει τα λαϊκά προβλήματα, εφαρμόζοντας μια διαχείριση εκτός μνημονίων, που θα τονώνει παράλληλα την ανταγωνιστικότητα, είναι μια σκέτη κοροϊδία. Αποδέχεται την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, οι οποίες όμως - στο δοσμένο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της συμμετοχής της χώρας σε ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς - δεν μπορεί παρά να είναι λίγο - πολύ σαν αυτές που προτείνει ο ΟΟΣΑ.

Περιφερειακός εμπαιγμός

Στο τέλειωμα της βδομάδας, την Παρασκευή το βράδυ, άρχισε στην Αθήνα η διάσκεψη των Περιφερειών της ΕΕ. Τόσο στη συνέντευξη Τύπου όσο και στις τοποθετήσεις σ' αυτήν, ακούστηκαν ύμνοι για την «Ευρώπη της αλληλεγγύης και της συνοχής», που δήθεν μπορούσε να υλοποιηθεί από την περιφερειακή πολιτική της ΕΕ. Ομως η αντιλαϊκή πολιτική διαπερνάει όλα τα επίπεδα και τους κρίκους της αστικής διακυβέρνησης: Από τα όργανα της ΕΕ, της κεντρικής κυβέρνησης, μέχρι τα όργανα της Τοπικής Διοίκησης, τις περιφέρειες και τους δήμους, σ' όλα τα κράτη-μέλη της. Οι περιφέρειες και οι δήμοι είναι κρίκοι του αστικού κράτους, εφαρμόζουν την ίδια αντιλαϊκή πολιτική στο επίπεδο της Τοπικής Διοίκησης. Η ΕΕ επιφυλάσσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη λειτουργία των Τοπικών Διοικήσεων, τόσο για τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς της ΕΕ, όσο και για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με ενιαία στρατηγική. Στη μέχρι τώρα πορεία της η περιφερειακή πολιτική της ΕΕ περί αλληλεγγύης και συνοχής έχει αποδειχτεί ένα μεγάλο ψέμα με το οποίο αστοί και οπορτουνιστές επιδιώκουν να χειραγωγήσουν λαϊκές συνειδήσεις, να χτίσουν συμμαχίες με τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, χρησιμοποιώντας ευρωενωσιακά κονδύλια. Μία ακόμα ανάλυση που παρουσιάζουμε στο σημερινό φύλλο του «Ριζοσπάστη» αποδεικνύει ότι καμία «πολιτική συνοχής» της ΕΕ δεν μπορεί να περιορίσει και πολύ περισσότερο να εξαλείψει την ανισόμετρη ανάπτυξη που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος του κεφαλαίου και γι' αυτό αναπτύσσεται με απόλυτη αναρχία. Οι ευρωενωσιακοί πόροι κατευθύνονται σε σχέδια, έργα και δράσεις για να επιταχύνουν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την ολοκλήρωση της εσωτερικής καπιταλιστικής αγοράς της ΕΕ, την απελευθέρωση των αγορών και τις ιδιωτικοποιήσεις, να εντείνουν την επίθεση στις εργασιακές σχέσεις και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Οι αγωνίες τους και το κριτήριο του λαού

Σ' αυτό το φόντο και ενόψει τοπικών - περιφερειακών εκλογών και ευρωεκλογών εξελίσσονται και οι διεργασίες για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ διαγωνίζονται για το ποιος εκφράζει καλύτερα τις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας και σ' αυτή τη βάση συγκροτούν τις εκλογικές προς το παρόν συμμαχίες τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ με αγωνία δίνει πλέον καθημερινά εξετάσεις στην αστική τάξη για την καταλληλότητά του να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Προσπαθώντας να αποδείξει την ικανότητά του να ενσωματώνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, να συμβάλλει στη δημιουργία νέων συμμαχιών της αστικής τάξης με μεσαία στρώματα, να βάζει πλάτη στην «αποκατάσταση της εμπιστοσύνης» του λαού στους αστικούς θεσμούς, ακόμα και της στοίχισης του λαϊκού κινήματος πίσω από τους στόχους του ντόπιου κεφαλαίου. Ενώ μας προέκυψε και θολό «Ποτάμι» με σκοπό την εκτροπή της λαϊκής δυσαρέσκειας σε αντιδραστική κατεύθυνση.

Οι εργαζόμενοι μπροστά στις εξελίξεις θα πρέπει να σταθούν χωρίς φόβο και αυταπάτες. Να πιστέψουν στη δύναμή τους. Με συμμετοχή στην πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για τη συγκρότηση της Λαϊκής Συμμαχίας. Με αποφασιστική συστράτευση με το ΚΚΕ, με ενίσχυσή του παντού.

Νέα σοσιαλδημοκρατία με τον ΣΥΡΙΖΑ;...

«Το πρόβλημα της πολιτικής ρευστότητας που χαρακτηρίζει τη συγκυρία, ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ εντοπίζεται στην αναντιστοιχία των δημοσκοπικών ποσοστών του και στα εκλογικά αποτελέσματα των σχημάτων που συμμετέχει στις επαγγελματικές ενώσεις (...) Θα έπρεπε να ανησυχούμε, και μάλιστα σοβαρά (...) Με ποια κοινωνικά και κομματικά στηρίγματα θα πετύχει η κυβέρνηση της αριστεράς να βγει νικήτρια (...) όταν αποδεικνύεται μονίμως μία σημαντική "δυσχέρεια" ανάμεσα στην κεντρική πολιτική καταγραφή μας και την ειδική στους κοινωνικούς χώρους;

Αν το φαινόμενο αυτό επαναληφθεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ιδίως τις δημοτικές, τότε θα αποδειχθεί με τραγικό τρόπο, ότι οι καθυστερήσεις και η ουσιαστική ανυπαρξία οικοδόμησης πολιτικής συμμαχιών με κινήσεις και πρόσωπα από το σοσιαλιστικό χώρο, όχι μόνο ναρκοθετούν την κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, αλλά το βασικό είναι ότι μπορούν να αναβιώσουν στρατηγικές επαναδημιουργίας της κεντροαριστεράς (...) Αν αυτές οι τάσεις επιβεβαιωθούν, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ρήγμα στην προσπάθεια ηγεμόνευσης του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία και στην πολιτική κονίστρα και να ενεργοποιηθούν αντίρροπα αντανακλαστικά προς τον ενδιάμεσο και κεντρώο χώρο (...).

Πέραν των ανωτέρω, τα οποία φαίνεται να παρακάμπτονται από ορισμένους πολύ εύκολα και αβασάνιστα, δίνουμε την εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ για την οικοδόμηση πολιτικών συμμαχιών λειτουργεί ως κήνσορας "αριστεροφροσύνης" και "αντιμνημονιακής συνέπειας και καθαρότητας" (...) Κατά τον τρόπο αυτό, μειώνουμε τις δυνατότητες (...) να ανατρέψουμε την κυβέρνηση της δεξιάς και να δημιουργήσουμε μία στέρεη προοπτική για την κυβέρνηση της αριστεράς.

Γενικεύοντας και επεκτείνοντας την πάγια θέση μας για απόσταση του ΣΥΡΙΖΑ από όσους διαμόρφωσαν το νεοφιλελεύθερο και πελατειακό διαχειριστικό πλαίσιο, προς πάσα κατεύθυνση, με τρόπο επιπόλαιο, φοβικό και ορισμένες φορές εθελοτυφλώντας, οδηγούμαστε στην πολιτική απομόνωσης ελλείψει πολιτικής συμμαχιών, τελικά ελλείψει υπαρκτών συμμάχων. Χωρίς αυτές τις πολιτικές - προγραμματικές συμμαχίες δεν μπορεί να διευρυνθεί το πεδίο της πολιτικής παρέμβασης του ΣΥΡΙΖΑ και της αποτελεσματικότητας των πολιτικών του, στον παρόντα πολιτικό χρόνο, ο οποίος παράγει πολιτικά γεγονότα την τελευταία πενταετία που είναι αδύνατο να αντιστοιχηθούν με τις παραδοσιακές πολιτικές οργάνωσης και ανάπτυξης ενός κόμματος της Αριστεράς.

(...) Χρειάζεται λοιπόν μια δεύτερη σκέψη όσον αφορά στην πολιτική μας προς το "μεσαίο χώρο" (...) Η υπερβολικά φοβική πολιτική απέναντι σε τέτοιου τύπου πολιτικές συμμαχίες πρέπει να αντιστραφεί».

Τι τους ανησυχεί

Τα προηγούμενα αποτελούν εκτενή αποσπάσματα άρθρου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Στ. Κοντονή, που απηχεί την ανησυχία της Κουμουνδούρου, αλλά και τον προβληματισμό τμημάτων της αστικής τάξης που ποντάρουν πάνω του, για τα αδύναμα ερείσματά του στο εργατικό - λαϊκό κίνημα και τους φορείς του και τη σοβαρή δυσκολία που αντιμετωπίζει, στο πλαίσιο των συνολικότερων δυσκολιών στην προσπάθεια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, να τα ενισχύσει. Αλλά και για τη μικρή απήχησή του σε στρώματα όπου προσβλέπει για συμμαχίες η αστική τάξη. Αυτήν την εικόνα συνθέτουν και τα αποτελέσματα μιας σειράς εκλογικών αναμετρήσεων που έγιναν τελευταία σε σωματεία, επιμελητήρια κ.λπ.

Η επισήμανση αυτή έγινε καταρχήν στον φιλοκυβερνητικό αστικό Τύπο. Γρήγορα, όμως, απασχόλησε την «Αυγή» και τις εφημερίδες που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, επαληθεύοντας ότι ως ζήτημα «ακουμπάει» συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα. Πρόσφατα, μάλιστα, σε άρθρο της «Αυγής» γράφτηκε ότι η αδυναμία αυτή καθιστά τον ΣΥΡΙΖΑ «ευάλωτο, σαν τον γίγαντα με τα πήλινα πόδια».

Πού στηριγμένοι θα κυβερνήσουμε; Και πώς θα τηρήσουμε την υπόσχεση που δίνουμε στην αστική τάξη για «κοινωνική συνοχή» και «σταθερότητα»; Αυτό διερωτάται επί της ουσίας ο Στ. Κοντονής. Εχοντας επιπρόσθετα στο μυαλό του ότι αυτό που πρέπει να προσφέρει εναλλακτικά ο ΣΥΡΙΖΑ ως χαρτί διαπραγμάτευσης με την αστική τάξη, εκτός από την αλλαγή μείγματος διαχείρισης, είναι και η ικανότητά του να ενσωματώνει μαζικά τους εργαζόμενους, το λαό. Αλλωστε, τέτοιο ρόλο έπαιζε πάντα η σοσιαλδημοκρατία την οποία πασχίζουν να αναγεννήσουν. Βασικό προσόν στο βιογραφικό που προσκόμισε στην αστική τάξη για να προαχθεί σε δυνάμει διαχειριστή της εξουσίας της, σε μια περίοδο που αυτή επιδιώκει την ανανέωση των μέσων χειραγώγησης και ενσωμάτωσης εργατικών - λαϊκών μαζών.

Είναι όμως και δική του ανάγκη για να μπορέσει να ανταποκριθεί σ' αυτούς τους στόχους, καθώς γνωρίζει πως το μείγμα διαχείρισης που υπερασπίζεται δεν σημαίνει το τέλος της αντιλαϊκής επίθεσης στους εργαζόμενους, αλλά τη συνέχισή της με άλλα μέσα και τρόπους.

Καμπανάκι κινδύνου

Ταυτόχρονα, ο Στ. Κοντονής κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο εσωκομματικό ακροατήριο, εκθέτοντάς του τη ρευστότητα ενός πολιτικού σκηνικού που αναζητά νέα μορφή.

Λέει πως σε αυτές τις συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέγει με ποιους θα δώσει τη μάχη που μαίνεται για τα «σκήπτρα» της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας κι ότι όποιος πρόθυμος να συνδράμει πρέπει να γίνεται δεκτός χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Γιατί διαφορετικά μπορεί τα «σκήπτρα» να καταλήξουν σε άλλα χέρια.

Με αυτό το σκεπτικό, καλεί σε ακόμα πιο γρήγορη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά στο θέμα των συμμαχιών, με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας δοκιμασμένες στην προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής, χωρίς, όπως λέει χαρακτηριστικά, να «λειτουργεί ως κήνσορας "αριστεροφροσύνης" και "αντιμνημονιακής συνέπειας και καθαρότητας"». Απευθύνεται σε εκείνο το τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, στην «Αριστερή Πλατφόρμα», που παίζει το παλιό και γνώριμο χαρτί της «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας». Δηλαδή, αυτού του τμήματος των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις ειδικά σε ένα τμήμα πιο πολιτικοποιημένων εργαζομένων, τμημάτων του λαού που συμμετέχουν στο κίνημα, ότι είναι δυνατόν μέσα από μια κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, με αναγκαίους «συμβιβασμούς», να έρθουν ριζικές αλλαγές.

Ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Ν. Βούτσης, μέσα στη βδομάδα την κατηγόρησε για «δυσανεξία σε οποιοδήποτε άνοιγμα» και της διεμήνυσε ότι θα συνεχιστεί η γραμμή συνεργασιών με «αλλεπάλληλους κύκλους πολιτικών δυνάμεων, στελεχών, κοινωνικών παραγόντων, που θα ενισχύσουν το ρεύμα για να φτάσουμε στη νίκη, που ύστερα επίσης θα κληθούν να στηρίξουν ή κριτικά να συναινέσουν στην αριστερή διακυβέρνηση».

Αυτοί οι «αλλεπάλληλοι κύκλοι» χωράνε από Καρυπίδηδες έως Βουδούρηδες, χωράνε στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας που κατοικοεδρεύουν πλέον στον ΣΥΡΙΖΑ, από το «παλιό» παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, μέχρι γνωστούς εργατοπατέρες, χωράνε «πατριώτες» της «λαϊκής δεξιάς», κοινώς κάθε καρυδιάς καρύδι, αρκεί να είναι πρόθυμο να βάλει πλάτη ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να φτάσει την αστική διακυβέρνηση, με το όνειρο της οποίας ξυπνάει και κοιμάται.

Θα βάλει τα δυνατά του

Είναι βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα βάλει τα δυνατά του να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Προς τούτο ήδη καταγράφονται ορισμένες κινήσεις των δυνάμεών του στο συνδικαλιστικό κίνημα, που προσπαθούν εναγωνίως να διαχωρίσουν την εικόνα τους απ' αυτή των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών με τις οποίες συμπορεύονται χρόνια και δίνουν από κοινού τη μάχη για το χτύπημα των ταξικών δυνάμεων.

Είναι στο χέρι της εργατικής τάξης βεβαίως να κόψει τα πόδια που προσπαθεί να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στους τόπους δουλειάς. Εκεί δηλαδή όπου θεμελιώνεται η εξουσία των εκμεταλλευτών της, της τάξης στο όνομα της οποίας πίνει νερό ο ΣΥΡΙΖΑ, διαβεβαιώνοντάς την πως θα βάλει τα δυνατά του να της διασφαλίσει καλύτερες ακόμα συνθήκες αρπαγής του πλούτου που παράγουν οι εργάτες.

Οι εργάτες να απορρίψουν ηχηρά, ρητά και κατηγορηματικά την «ανασυγκρότηση» του συνδικαλιστικού κινήματος που διακηρύττει ο ΣΥΡΙΖΑ ώστε «ανασυγκροτημένο» να τον κουβαλήσει στην πλάτη έως τον κυβερνητικό θώκο και να βάλει πλάτη στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Πλήρωσαν ακριβά τον κυβερνητικό συνδικαλισμό, δεν πρέπει να επιτρέψουν τη νεκρανάστασή του με άλλο όνομα, ειδικά σήμερα, που είναι πολύ περισσότερα από κάθε άλλη φορά αυτά που διακυβεύονται. Οχι μόνο δεν πρέπει να βοηθήσουν το αστικό πολιτικό σύστημα να ξεπεράσει τα ζόρια του, αλλά οφείλουν να οξύνουν στο έπακρο τις δυσκολίες του γυρνώντας του την πλάτη, προσεγγίζοντας το ΚΚΕ και συντονίζοντας τα βήματά τους με αυτά του ταξικού εργατικού - λαϊκού κινήματος. Να ανοίξουν δρόμο όχι για μία απ' τα ίδια και χειρότερα ακόμα, αλλά για λαϊκή εξουσία και οικονομία που το κουμάντο θα είναι στα δικά τους χέρια.

Η «περιφερειακή πολιτική» της ΕΕ, των αστικών κυβερνήσεων και τα όργανα Τοπικής Διοίκησης στην υπηρεσία των μονοπωλίων
1. Ενιαίος ο χαρακτήρας της αντιλαϊκής πολιτικής

Οι εκλογές του Μάη 2014 , ευρωεκλογές, περιφερειακές και δημοτικές εκλογές έχουν ενιαίο χαρακτήρα. Ο ενιαίος αυτός χαρακτήρας πηγάζει από την αντιλαϊκή στρατηγική των μονοπωλίων «Ευρώπη 2020» που συνδιαμορφώνουν και υλοποιούν η Ευρωπαϊκή Ενωση, οι αστικές κυβερνήσεις, τα κόμματα του ευρωμονόδρομου, για τη διασφάλιση της κερδοφορίας και της εξουσίας του κεφαλαίου, μέσα από τη δραστική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Η αντιλαϊκή πολιτική διαπερνάει όλα τα επίπεδα και τους κρίκους της αστικής διακυβέρνησης: από τα όργανα της ΕΕ, της κεντρικής κυβέρνησης, μέχρι τα όργανα της Τοπικής Διοίκησης, τις Περιφέρειες και τους Δήμους στα κράτη - μέλη της. Γι' αυτό το ΚΚΕ τονίζει ότι και τα κριτήρια της λαϊκής ψήφου πρέπει να είναι ενιαία. Οι περιφέρειες και οι δήμοι είναι κρίκοι του αστικού κράτους, εφαρμόζουν την ίδια αντιλαϊκή πολιτική στο επίπεδο της Τοπικής Διοίκησης. Οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι των κομμάτων του κεφαλαίου και του ευρωμονόδρομου, τα Περιφερειακά και Δημοτικά Συμβούλια που τα κόμματα αυτά ελέγχουν είναι όργανα υλοποίησης της βάρβαρης επίθεσης του κεφαλαίου στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, φορείς προώθησης της φιλομονοπωλιακής στρατηγικής της ΕΕ. Ενιαία και συνολική, επομένως, πρέπει να είναι η καταδίκη της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων κομμάτων του ευρωμονόδρομου στις ευρωεκλογές, αλλά και στα πρόσωπα των υποψηφίων τους για τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, είτε αυτοί έχουν το επίσημο «χρίσμα» των κομμάτων αυτών, είτε εμφανίζονται ως ψευτοανεξάρτητοι ή «αντάρτες», με το «χρίσμα» όμως της υποταγής στην εξουσία των μονοπωλίων και την ΕΕ.


Ιδιαίτερο ρόλο επιφυλάσσει η ΕΕ στη λειτουργία των Τοπικών Διοικήσεων, τόσο για τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς της ΕΕ, όσο και για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με ενιαία στρατηγική. Αντιδραστικές αστικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν την ίδια πάνω - κάτω χρονική περίοδο, τόσο στη Γαλλία, στη Μ. Βρετανία, στη Δανία και σε άλλα κράτη - μέλη της ΕΕ και λίγο αργότερα στην Ελλάδα με τα αντιδραστικά σχέδια «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης». Συνδέονταν άμεσα με αντίστοιχες αλλαγές στη λεγόμενη «Περιφερειακή πολιτική» της ΕΕ, το 2003, προκειμένου να συγχρονιστεί με την εφαρμογή της ΟΝΕ και το 2006 για να αποτελέσει όργανο αποτελεσματικότερης εφαρμογής της αντιδραστικής «Στρατηγικής της Λισαβόνας 2000 - 2010».

2. Ενταση της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης στην ΕΕ

Τα προπαγανδιστικά επιχειρήματα της ΕΕ, των κομμάτων της και των απολογητών της, για «Ευρώπη της αλληλεγγύης και της συνοχής» που δήθεν μπορούσε να υλοποιηθεί από την περιφερειακή πολιτική της ΕΕ, αποδείχτηκαν ένα ακόμη από τα μεγάλα ψέματα με τα οποία αστοί και οπορτουνιστές χειραγωγούσαν λαϊκές συνειδήσεις και προσπαθούσαν να χτίσουν συμμαχίες με τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, χρησιμοποιώντας ευρωενωσιακά κονδύλια. Καμία «πολιτική συνοχής» της ΕΕ δεν μπορεί να περιορίσει και πολύ περισσότερο να εξαλείψει την ανισόμετρη ανάπτυξη που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος του κεφαλαίου και γι' αυτό αναπτύσσεται με απόλυτη αναρχία. Τα ίδια τα στοιχεία που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην 8η έκθεσή της για την «Πολιτική Συνοχής» COM (2013) 463/ 26.06.2013 είναι χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά:

Σύμφωνα με τη Eurostat, το περιφερειακό κατά κεφαλήν ΑΕΠ κυμαίνεται (σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης - ΜΑΔ) από το 321% για την περιφέρεια του Κεντρικού Λονδίνου (το περίφημο City των χρηματιστών) και το 266% του Λουξεμβούργου ή το 222% των Βρυξελλών, στο 38% για την νοτιοανατολική περιφέρεια της Ρουμανίας, το 29% για την περιφέρεια Severozapaden της Βουλγαρίας, 44% στην Del-Alfold της Ουγγαρίας και Podkarpackie της Πολωνίας κ.ο.κ.

Τα δύο τρίτα των περιφερειών υπέστησαν συρρίκνωση του ΑΕΠ έως - 6 % ετησίως, στο διάστημα μεταξύ του 2007 και του 2010.

41 περιφέρειες διαθέτουν κατά κεφαλή ΑΕΠ πάνω από το 125% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ 75 περιφέρειες διαθέτουν κάτω από το 75%.

Στην Ελλάδα, το ελληνικό διαθέσιμο εισόδημα το 2011 ήταν πολύ πιο κάτω από τα επίπεδα του 2005.

  • Αυξήθηκε το ποσοστό των λαϊκών στρωμάτων που αντιμετωπίζουν σοβαρές υλικές στερήσεις, δηλαδή, δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν 4 από τα 9 βασικά αγαθά.
  • Η ανεργία των νέων σε επίπεδο ΕΕ αυξήθηκε από 16% το 2008 σε 21% το 2011. Σε 52 περιφέρειες, ένας στους τρεις οικονομικά ενεργούς νέους ήταν άνεργος, ενώ σε 11 από αυτές ήταν ο ένας στους δύο, κυρίως στην Ισπανία και στην Ελλάδα. Αυξήθηκε, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15 έως 24 ετών (13,5 εκατομμύρια νέοι) εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ), ιδίως στη Ρουμανία, στην Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο.
3. Η περιφερειακή πολιτική της ΕΕ εργαλείο ενίσχυσης των μονοπωλίων. Το ΕΣΠΑ

Το ελληνικό ΕΣΠΑ αποτέλεσε ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που ανταποκρινόταν κυρίως στον πρωταρχικό στόχο της ΕΕ να συντονίσει και να εντάξει όλες της τις πολιτικές στο πλαίσιο της Στρατηγικής «ΕΕ-2020». Οι χρηματοδοτούμενες δράσεις υπακούουν υποχρεωτικά στις γενικότερες αντιλαϊκές πολιτικές της στρατηγικής της ΕΕ «Ευρώπη 2020», το Σύμφωνο Σταθερότητας, το «Σύμφωνο για το ευρώ +», το «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο» και την «Οικονομική Διακυβέρνηση» της ΕΕ. Το 63% των διαθέσιμων κονδυλίων από τα διαρθρωτικά ταμεία χρηματοδοτούν δράσεις που συμβάλλουν άμεσα στη στρατηγική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της κερδοφορίας των μονοπωλίων.

Το μεγαλύτερο τμήμα των κονδυλίων αυτών, επιστρέφει άμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της ΕΕ. Στην Ελλάδα, μάλιστα, το τμήμα αυτό είναι πάνω από 45%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής*, ενώ το υπόλοιπο λυμαίνεται η ντόπια αστική τάξη. Οι ευρωενωσιακοί πόροι κατευθύνονται σε σχέδια, έργα και δράσεις για να επιταχύνουν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την ολοκλήρωση της εσωτερικής καπιταλιστικής αγοράς της ΕΕ, την απελευθέρωση των αγορών και τις ιδιωτικοποιήσεις, να εντείνουν την επίθεση στις εργασιακές σχέσεις και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Οι εκλεγμένοι περιφερειάρχες και δήμαρχοι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ έκαναν τα πάντα για την υλοποίηση αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής στην Τοπική Διοίκηση μέσα από τις ΣΔΙΤ. Τα παραδείγματα είναι πλούσια. Τα έργα που σχεδίαζαν και ανέθεταν με ευρωενωσιακά κονδύλια είχαν σαν μοναδικό κριτήριο τα κέρδη που αποφέρουν στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, ο «Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης των Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Αττικής» του 2006 διαμορφώθηκε με κριτήριο το ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου και όχι την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας. Εργα ζωτικής σημασίας για την ικανοποίηση ή την ανακούφιση λαϊκών αναγκών (π.χ. εκτροπή του Αχελώου, έργα αντιπλημμυρικής προστασίας, αντισεισμικής θωράκισης, προγράμματα κατασκευής λαϊκών κατοικιών, στέγασης σχολείων, υποδομών Υγείας και Πρόνοιας κ.λπ.) δεν μπήκαν ποτέ σε διαδικασία επιλογής, ούτε άλλωστε επρόκειτο ποτέ να θεωρηθούν «επιλέξιμα» από τα όργανα της ΕΕ, αφού δεν εξυπηρετούσαν το στόχο της ανταγωνιστικότητας.

Πρωταγωνίστησαν στη λεηλασία του λαϊκού εισοδήματος με φοροεπιδρομή μέσω της αύξησης των δημοτικών τελών, με την επέκταση της «ανταποδοτικότητας» και των «ανταποδοτικών τελών» σε κάθε υπηρεσία αναγκαία για τη λαϊκή διαβίωση. Με την επιβολή τροφείων στους παιδικούς σταθμούς, το χαράτσωμα των λαϊκών οικογενειών για τη στοιχειώδη λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Πρωτοστάτησαν στην αντεργατική επίθεση. Προώθησαν τα ΤΣΑ που αποτέλεσαν την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια υπονόμευσης των Συλλογικών Συμβάσεων. Αποδείχτηκαν πρωταθλητές στην καθιέρωση ελαστικών εργασιακών σχέσεων στους εργαζόμενους στην Τοπική Διοίκηση, με τους συμβασιούχους, τα stage, τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τα 9μηνα και την εποχική απασχόληση. Εμπασαν στις Περιφέρειες και τους Δήμους τα δουλεμπορικά γραφεία - «γραφεία ενοικίασης εργαζομένων» - τους εργολάβους και τις διάφορες ΜΚΟ που προμηθεύουν τις τοπικές διοικήσεις με πάμφθηνο εργατικό δυναμικό χωρίς δικαιώματα (5μηνες συμβάσεις με μισθό 500 ευρώ το μήνα κ.λπ.).

Αυτή η πολιτική είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνει τις ανισομετρίες στο εσωτερικό της χώρας, ανάμεσα στις Περιφέρειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2011 όλες οι Περιφέρειές της βρίσκονται κάτω από το 75% του μέσου όρου του ΑΕΠ της ΕΕ, με μοναδική εξαίρεση την Αττική, που βρίσκεται στο 107%. Ανατολική Μακεδονία - Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλία και Βόρειο Αιγαίο βρίσκονται σε σχεδόν διαρκή φθίνουσα πορεία την τελευταία δεκαπενταετία, ενώ σε αξεπέραστη κρίση δείχνει να βρίσκονται η Δυτική Ελλάδα, η Πελοπόννησος και η Κρήτη. Εντάθηκε τόσο η κοινωνική όσο και η περιφερειακή άνιση κατανομή του όπως και η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Η πραγματική κατάσταση σήμερα είναι ακόμα χειρότερη για το σύνολο των Περιφερειών της χώρας, με δραματικές επιπτώσεις για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

5. Η «περιφερειακή πολιτική 2014 - 2020» της ΕΕ: Μεγαλύτερη ενίσχυση των μονοπωλίων

Οπως έγινε και με την πρώτη μεταρρύθμιση το 1999, όταν η πολιτική συνοχής ευθυγραμμίστηκε με την ΟΝΕ και το Σύμφωνο Σταθερότητας, έτσι και σήμερα θα αποτελεί τμήμα του ευρωενωσιακού μηχανισμού για την «ενισχυμένη Οικονομική Διακυβέρνηση», το «Σύμφωνο για το ευρώ +» και το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο». Γι' αυτό, εισάγεται ο όρος της «αιρεσιμότητας», που αποτελεί μηχανισμό σύνδεσης των ευρωενωσιακών κονδυλίων με την υλοποίηση των δημοσιονομικών και οικονομικών συστάσεων της Επιτροπής και του Συμβουλίου για κάθε κράτος - μέλος. Τα κράτη - μέλη πρέπει να συνάπτουν με την Επιτροπή «Συμβάσεις Εταιρικής Σχέσης», παίρνοντας υπόψη το «Κοινό Στρατηγικό Πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων» και τα Εθνικά Μεταρρυθμιστικά Προγράμματα των κρατών - μελών που καταρτίζουν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Η «Σύμβαση Εταιρικής Σχέσης» θα καθορίζει τη συνολική συμβολή σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο στους στόχους και τις δεσμεύσεις για την υλοποίηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Η αδυναμία επίτευξης αυτών των όρων μπορεί να οδηγήσει στην αναστολή ή ακόμα και στην ακύρωση διάθεσης ευρωενωσιακών κονδυλίων, ενώ για τα κράτη - μέλη που έχουν υπογράψει δανειακές συμβάσεις και «μνημόνια» ο έλεγχος των χρηματοδοτούμενων δράσεων υπό εξέλιξη και η ανάθεση καινούργιων περνάει στην Επιτροπή.

6. Οι θέσεις των κομμάτων

Τα κόμματα του κεφαλαίου και του ευρωμονόδρομου προσπαθούν να περιορίσουν τη συζήτηση για την «περιφερειακή πολιτική» της ΕΕ στο μέγεθος των ευρωενωσιακών κονδυλίων ή στους ρυθμούς και το ύψος απορρόφησης. Προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να κρύψουν το κρίσιμο ερώτημα: «Ανάπτυξη για ποιον».

Ολα τα κόμματα, της συγκυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΔΗΜΑΡ, οι Οικολόγο-Πράσινοι συμφωνούν στη στήριξη των βασικών επιλογών και των πολιτικών της ΕΕ.

Η «κριτική» που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στη νέα πολιτική συνοχής - κατηγορώντας την ΕΕ ότι παρεκκλίνει από το στόχο της «σύγκλισης» και της «αλληλεγγύης» - εγκλωβίζει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στη λογική ότι υπάρχει η δυνατότητα η ΕΕ να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική ανισομετρία, να μετατραπεί σε «ένωση αλληλεγγύης» και να προωθήσει τη «σύγκλιση των οικονομιών» των κρατών - μελών, με την «αλλαγή» του μείγματος αστικής διαχείρισης. Αποσιωπούν το γεγονός ότι η «Πολιτική Συνοχής» ήταν και ενιαία πάντοτε ευθυγραμμισμένη με την αντιλαϊκή στρατηγική της ΕΕ, ώστε να υπηρετεί την ενίσχυση του κεφαλαίου και την αντεργατική επίθεσή του στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα, με στόχο τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Η δημαγωγία της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να κρύψει τη σύμπλευσή της με τη διακρατική ένωση των μονοπωλίων, τη στήριξη του κεφαλαίου με όλη την εγκληματική δράση της, στο πλευρό των μεγαλοεργολάβων, των εφοπλιστών, των καπιταλιστών.

Οι θέσεις του ΚΚΕ για το χαρακτήρα και τη φύση της ΕΕ επιβεβαιώνονται πλήρως. Η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών είναι αδύνατη κάτω από τη λειτουργία του σιδερένιου νόμου του κέρδους. Υπάρχει λύση, υπάρχει άλλος δρόμος που βάζει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες.

Ισχυρό ΚΚΕ παντού. Ενισχυμένο στις ευρωεκλογές, στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Αυτή είναι η λαϊκή ελπίδα. Η ενίσχυση του ΚΚΕ αποτελεί εγγύηση για το δυνάμωμα της Λαϊκής Συμμαχίας στους τόπους δουλειάς και κατοικίας, που μπορεί να δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για να εμποδιστεί και στη συνέχεια να ανατραπεί η αντιλαϊκή πολιτική.

Αυτός ο δρόμος της ρήξης και της αποδέσμευσης από την ΕΕ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές ενώσεις, ο δρόμος της Λαϊκής Εξουσίας, της Λαϊκής Οικονομίας, μπορεί να οδηγήσει στη λαϊκή ευημερία, να βάλει στο επίκεντρο της ανάπτυξης τον εργαζόμενο άνθρωπο και τις ανάγκες του, να οδηγήσει στον περιορισμό και στην πορεία στην εξάλειψη των κοινωνικών και περιφερειακών αντιθέσεων.

Σημείωση:

* 3η Εκθεση για «την οικονομική και κοινωνική συνοχή» της ΕΕ 2004


Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ανταγωνισμός βιομηχάνων με τον τομέα Ενέργειας

Ενα παράδειγμα για το ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί φιλολαϊκή πολιτική στο έδαφος του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης

Στον ανταγωνισμό που έχει φουντώσει ανάμεσα στις «ενεργοβόρες» βιομηχανίες, ιδιαίτερα αυτές που λειτουργούν με ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, και τις αντίστοιχες επιχειρήσεις Ενέργειας, δηλαδή ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΔΕΣΦΑ κ.λπ., έχει παρέμβει για τα καλά και ο ΣΥΡΙΖΑ. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού βρίσκεται το ακριβό ρεύμα, το ακριβό φυσικό αέριο, που ανεβάζουν το κόστος παραγωγής το οποίο προστίθεται στις τιμές των εμπορευμάτων των βιομηχανιών, άρα πουλούν ακριβά, επομένως τις κάνουν μη ανταγωνιστικές. Το ζήτημα αυτού του διακλαδικού ανταγωνισμού ήρθε στην επιφάνεια από τις βιομηχανίες μετάλλου.

Για το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο ζήτημα είναι χαρακτηριστικό ένα άρθρο της «Κυριακάτικης Αυγής» πριν μερικές βδομάδες, που γράφει ανάμεσα σε άλλα και τα εξής:

«Παρακολουθούμε, τελευταία, δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι μεγάλα ονόματα της Ελληνικής Βιομηχανίας (Χαλυβουργική, Βιοχάλκο, Σιδενόρ, Χαλκόρ, Diana, Κατσέλης, ΛΑΡΚΟ κ.λπ.) μετρούν πληγές, βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο "λουκέτου", με ό,τι αυτό συνεπάγεται στη δημιουργία μιας νέας φουρνιάς ανέργων. Η ακριβή ενέργεια "καίει" το μέλλον της ελληνικής βιομηχανίας, με ειδική αναφορά στη Χαλυβουργική.

Σίγουρα δεν μπορεί να παραγνωρίσει κάποιος το πρόβλημα που δημιουργεί στη βιομηχανία η εκτίναξη των τιμών ενέργειας.

Προβληματιζόμαστε πώς θα ξεπεραστεί η ύφεση, πώς θα σωθούν οι επιχειρήσεις και βεβαίως οι μεγάλες ηλεκτροβόρες βιομηχανίες.

Γνωρίζουμε καλά πόσο συμβάλλουν ως σήμερα οι βιομηχανίες αυτές στην παραγωγή, τη δραστηριοποίηση μεγάλου αριθμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την απασχόληση, στις εξαγωγές και στα συναλλαγματικά οφέλη, και γι' αυτό στηρίζουμε την επιβίωσή τους, την αναζωογόνηση της ελληνικής βιομηχανίας σε υγιή όμως βάση, που πρέπει να τη στηρίξουν πρώτ' απ' όλα οι ίδιες.

Δεν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα η επιδίωξη σωτηρίας τους όταν είναι λάθος προσανατολισμένη. Οι ανακοινώσεις τους ως σήμερα έχουν στο στόχαστρο τη ΔΕΗ, τη ΔΕΠΑ και το συνδικαλιστικό κίνημα, όχι την κυβέρνηση.

Αραγε η ΔΕΗ και η ΔΕΠΑ καθορίζουν την τιμολογιακή πολιτική ή η κυβέρνηση και η τρόικα; Πρέπει λοιπόν να στοχεύσουν στην κυβέρνηση και την εφαρμοζόμενη πολιτική.

Οι εργαζόμενοι, όπως της ΔΕΗ, της ΔΕΠΑ, των ΕΛ.ΠΕ., μπορούν να τους στηρίξουν με την εφαρμογή μιας άλλης ενεργειακής πολιτικής, γενικότερα αναπτυξιακής πολιτικής που θα είναι στον αντίποδα των "νεοφιλελεύθερων" επιλογών.

Αναγκαία λοιπόν προϋπόθεση για τον έλεγχο και τη συγκράτηση των τιμών είναι ο δημόσιος έλεγχος των βασικών ενεργειακών φορέων, ένας δημόσιος ενεργειακός πυλώνας από ΔΕΗ, ΔΕΠΑ - ΔΕΣΦΑ και ΕΛ.ΠΕ.

Με το σημερινό status, σε μια πορεία 15 χρόνων, όπου ο έλεγχος του Δημοσίου στον ενεργειακό τομέα έχει μεταβληθεί από 80 / 20 στο ακριβώς αντίθετο, δηλαδή 20 / 80 υπέρ του ιδιωτικού, είναι αδύνατη η άσκηση κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Με δημοκρατικό ενεργειακό σχεδιασμό και φρένο στην ασυδοσία των ενεργειακών ομίλων μπορεί - το έχει δείξει η ιστορική εμπειρία (π.χ. σε ΔΕΗ και ΕΛ.ΠΕ.) - αλλά και με σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης να μειώνονται οι τιμές (από ΔΕΗ, ΕΛ.ΠΕ., ΔΕΠΑ), να επεκτείνονται τα δίκτυα, να ωφελούνται νοικοκυριά και επιχειρήσεις».

Κρύβει την κρίση και τον ανταγωνισμό

Ο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζει στις τιμές Ενέργειας ως τον παράγοντα που επιδρά στις δυσκολίες λειτουργίας αυτών των βιομηχανιών και προβάλλει την ανάγκη σωτηρίας των βιομηχάνων, κάνοντας δεκτό το αίτημά τους για φθηνή Ενέργεια. Ταυτόχρονα συνδέει το ζήτημα «δουλειά για τους εργάτες» με την ανάπτυξη των βιομηχάνων και των επιχειρήσεών τους. Βεβαίως, ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπατά τους εργαζόμενους γιατί η αλήθεια είναι ότι μείωση εργατών στις βιομηχανίες έχουμε και με τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής για αύξηση της παραγωγικότητας, έχουμε και με την μετακίνηση κεφαλαίων σε άλλους κλάδους.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο ουσιαστικό ζήτημα, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρεμβαίνοντας σ' αυτόν το διακλαδικό ανταγωνισμό, καλεί την εργατική τάξη σε μέτωπο με τους βιομηχάνους ενάντια στην τιμολογιακή πολιτική της κυβέρνησης στον τομέα Ενέργειας. Καλεί, δηλαδή, τους εργάτες να γίνουν ο μοχλός, ο ιμάντας επίλυσης ενός ενδοκαπιταλιστικού ζητήματος, σε όφελος μιας μερίδας καπιταλιστών. Αν αυτό δεν είναι αντιδραστική, αντεργατική πολιτική, τι είναι;

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ συγκαλύπτει τη βασική αιτία μεγάλης μείωσης της παραγωγής, που είναι η καπιταλιστική οικονομική κρίση, η οποία, εκτός από διαθεσιμότητες και απολύσεις, έχει φέρει και δραστικές μειώσεις μισθών.

Για παράδειγμα, η «Χαλυβουργική» έχει αναφέρει σε ανακοίνωσή της ότι από το 2008 μέχρι σήμερα «η ζήτηση προϊόντων χάλυβα στην Ελλάδα έχει μειωθεί δραματικά. Συγκεκριμένα, από 2.500.000 τόνους ετησίως προ κρίσης, η ζήτηση έχει καταβαραθρωθεί στο επίπεδο των 300.000 τόνων, ήτοι οκτώ φορές λιγότερο. Αντίστοιχα μειώνονται η παραγωγή των προϊόντων της εταιρείας, οι πωλήσεις και ο τζίρος της, ενώ οι ζημιές έχουν αυξηθεί και ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ».

Ο «Ριζοσπάστης» (βλέπε ρεπορτάζ 22/2/2014) βρέθηκε στη συγκέντρωση έξω από τη «Χαλυβουργική» και μίλησε με τους εργαζόμενους που είναι σε διαθεσιμότητα. Να τι είπαν: «Ενάμιση μήνα διαθεσιμότητα ύστερα από μειώσεις μισθών, μειωμένα ωράρια. Εκεί που δουλεύαμε Σαββατοκύριακα και νύχτες, το τελευταίο διάστημα, σχεδόν δυο χρόνια, δουλεύαμε μόνο 5νθήμερο, πρωί. Δεν έχει παραγγελίες, δε δουλεύει όπως παλιότερα το εργοστάσιο. Πριν ενάμιση χρόνο, έγιναν σχεδόν 150 απολύσεις, τις οποίες τις βάφτισαν οικειοθελείς αποχωρήσεις».

Η κρίση καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις με πρώτη απ' όλες την εργατική δύναμη (απολύσεις, μειώσεις μισθών κ.λπ.), αλλά καταστρέφει και κεφάλαιο. Τέτοια εικόνα δίνει η ανακοίνωση της «Χαλυβουργικής», αλλά και οι μαρτυρίες των εργατών. Γι' αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ δε λέει κουβέντα. Γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένος να παραδεχτεί ότι οι απολύσεις, οι διαθεσιμότητες, οι μειώσεις μισθών γίνονται επειδή οι καπιταλιστές διαχειρίζονται την κρίση σε όφελός τους και σε βάρος των εργατών. Να παραδεχτεί, επίσης, ότι δεν αρκεί η φθηνή Ενέργεια για την άνοδο της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγής, λόγω διεθνούς ανταγωνισμού, χρειάζονται και αντεργατικά μέτρα. Γιατί μόνο η εσωτερική αγορά δε φτάνει και δεν μπορεί να λύσει αυτά τα ζητήματα, ακόμη και σε περιόδους ανάκαμψης του καπιταλισμού. Αλλωστε, οι χαλυβουργίες έκαναν εξαγωγές κυρίως σε χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής, όμως δεν μπορούν πλέον να ανταγωνιστούν σε εξαγωγές την Τουρκία που διαθέτει μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα διαλυτήρια πλοίων της Ευρώπης και πάμφθηνη εργατική δύναμη. Τι θα κάνει γι' αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ; Θα είναι υποχρεωμένος - δεν θα ζοριστεί κιόλας - να εφαρμόσει αντίστοιχη αντεργατική πολιτική.

Ανεφάρμοστη ή αντιδραστική

Τι δεν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Δε μιλά για τις αιτίες του προβλήματος, ακριβώς γιατί θα αποκάλυπταν ότι η διέξοδος που προτείνει - δημόσιος έλεγχος στις επιχειρήσεις Ενέργειας που θα φέρει μείωση των τιμών Ενέργειας - στις σημερινές συνθήκες είναι ή ανεφάρμοστη ή αντιδραστική. Να σημειώσουμε μια πλευρά μόνο, ότι η ΕΕ μια τέτοια πολιτική τη θεωρεί ως κρατική ενίσχυση στις βιομηχανίες και δεν την επιτρέπει. Τι θα κάνει εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ ή τι λέει γι' αυτό; Το αποσιωπά. Γιατί δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει.

Οι υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου είναι αποτέλεσμα της πολιτικής ΕΕ - μονοπωλίων για την απελευθέρωση της αγοράς Ενέργειας. Εχουν άμεση σχέση με την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, τη λειτουργία και άλλων ιδιωτικών μονάδων παραγωγής Ενέργειας, με γνώμονα την κερδοφορία τους. Τι θα κάνει μ' αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ; Λέει για επιστροφή στο status όπου ο έλεγχος του Δημοσίου και των ιδιωτών στον ενεργειακό τομέα θα είναι 80 / 20. Αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις Συνθήκες της ΕΕ.

Και ερχόμαστε τώρα στην πρότασή του: «Με δημοκρατικό ενεργειακό σχεδιασμό και φρένο στην ασυδοσία των ενεργειακών ομίλων μπορεί - το έχει δείξει η ιστορική εμπειρία (π.χ. σε ΔΕΗ και ΕΛ.ΠΕ.) - αλλά και με σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης να μειώνονται οι τιμές (από ΔΕΗ, ΕΛ.ΠΕ., ΔΕΠΑ), να επεκτείνονται τα δίκτυα, να ωφελούνται νοικοκυριά και επιχειρήσεις».

Πράγματι, υπάρχει πείρα. Η ΔΕΗ πουλούσε ρεύμα στην ΠΕΣΙΝΕ στο 1/3 της τιμής που πουλούσε στα λαϊκά νοικοκυριά, με συμφωνία βεβαίως. Ετσι αντιστάθμιζε τη ζημιά. Αυτό το κρύβει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αρα φτηνή Ενέργεια ταυτόχρονα και στη βιομηχανία και στα λαϊκά νοικοκυριά ή δε γίνεται ή οι υπό δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεις Ενέργειας (ΔΕΗ - ΔΕΠΑ - ΔΕΣΦΑ - ΕΛ.ΠΕ.) θα είναι ζημιογόνες. Ποιος θα πληρώνει τη ζημιά; Αντικειμενικά ο κρατικός προϋπολογισμός, που θα στηρίζεται στη δίκαιη φορολογία, λέει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μα, αν φορολογεί τους μεγαλοεπιχειρηματίες για να τους δίνει φθηνό ρεύμα, ποιο το όφελός τους; Αρα τη ζημιά θα την πληρώνει ο λαός. Εκτός και αν συμπιέσει την τιμή της εργατικής δύναμης στους εργαζόμενους της Ενέργειας. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την τιμή της Ενέργειας ή είναι ανεφάρμοστη ή είναι αντιδραστική. Ετσι λειτουργεί ο καπιταλισμός.

Εν κατακλείδι: Σ' αυτόν το διακλαδικό ανταγωνισμό, ό,τι και αν γίνει, τη νύφη την πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Σ' αυτό τους καλεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλη μια απόδειξη ότι στο έδαφος του καπιταλισμού δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση. Ο τομέας Ενέργειας και η βιομηχανία μπορούν να μπουν στην υπηρεσία του λαού, αν γίνουν κοινωνική ιδιοκτησία. Η βιομηχανία θα παράγει προϊόντα και θα αναπτύσσεται συνεχώς, καλύπτοντας τις ολοένα διευρυνόμενες εργατικές - λαϊκές ανάγκες και ο τομέας Ενέργειας θα την υπηρετεί, παρέχοντας ταυτόχρονα φθηνή Ενέργεια στους εργαζόμενους, χωρίς διακλαδικούς ανταγωνισμούς, αφού δε θα λειτουργούν για το κέρδος των καπιταλιστών, αλλά για τις ανάγκες της κοινωνίας χωρίς καπιταλιστές.


Σ.

Η πολιτική της ΕΕ απέναντι στον εκπαιδευτικό είναι κριτήριο ψήφου και στάσης στο κίνημα

Δίνουμε τη διπλή εκλογική μάχη παράλληλα με τις αγωνιστικές διεργασίες στο κίνημα. Εχουμε καθαρό ότι αυτό που διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή την επίθεση στα λαϊκά μορφωτικά δικαιώματα είναι η πολιτική της ΕΕ, η στρατηγική του νέου σχολείου.

Η πείρα από την επέλαση των αντιδραστικών αλλαγών στην Παιδεία επιβεβαιώνει ότι:

α) Οι στοχεύσεις για παιδιά, νέους, εκπαιδευτικούς και λαό ως προς την Παιδεία είναι ενιαίες, με ή χωρίς μνημόνια, με ή χωρίς κρίση, εντός ή εκτός ευρώ. Αυτό που τις ενώνει είναι το μαντρί της ΕΕ.

β) Δεν υπάρχει ούτε βήμα ικανοποίησης των λαϊκών μορφωτικών αναγκών, βήμα αναβάθμισης του παιδαγωγικού ρόλου του εκπαιδευτικού αν δεν συγκρουστείς με τη στρατηγική της ΕΕ. Οχι στα λόγια αλλά με πράξεις, αιτήματα, στόχους πάλης και διέξοδο, που εξ αντικειμένου δεν χωράνε εντός των τειχών της ΕΕ.

Το πτυχίο στον αέρα με τη σφραγίδα της ΕΕ

Οι εκπαιδευτικοί ως το ν. 2525/1997 είχαν δεδομένο ότι πτυχίο ίσον δικαίωμα στη διεκδίκηση μόνιμου διορισμού, αρκεί φυσικά να ερχόταν η σειρά τους με βάση την ημερομηνία λήψης του πτυχίου και κατά δεύτερο το βαθμό αποφοίτησης.

Κάτι τέτοιο όμως ερχόταν σε αντίθεση με τις κατευθύνσεις της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, που εκτιμούσαν ότι οι εκπαιδευτικοί «είναι απαραίτητο να προσλαμβάνονται κατ' επιλογήν και όχι με βάση την επετηρίδα» (ο ΟΟΣΑ σε σχετική έκθεσή του 1995). Αρκετά χρόνια αργότερα, με απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου, που ψήφισαν όλα τα ελληνικά κόμματα εκτός ΚΚΕ (ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΣΥΝ - ΛΑ.Ο.Σ.), το Σεπτέμβρη του 2008, έμπαινε κατεύθυνση: «Η καθιέρωση ανταγωνιστικών διαδικασιών επιλογής στη διαδικασία πρόσληψης των εκπαιδευτικών».

Το «Νέο Σχολείο» του 2010, επί ΠΑΣΟΚ, αποτελεί και σήμερα κορωνίδα των εκπαιδευτικών αλλαγών στην Ελλάδα. Αυτό το πλαίσιο αρχών, όπως γράφεται, «έχει ενσωματώσει τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση των ικανοτήτων για τον 21ο αιώνα (Ιούλης 2008)». Είναι, με λίγα λόγια, εξειδίκευση της στρατηγικής της ΕΕ.

Και ήταν ο νόμος 3848/2010 που επιτάχυνε τις αναδιαρθρώσεις στο χώρο της Εκπαίδευσης, οι ελαστικές μορφές εργασίας εκτινάχθηκαν στα ύψη, αφού καθιερώθηκαν 5 είδη ελαστικής μορφής εργασίας με υποκατηγορίες. Ηταν αυτός ο νόμος που εγκαινίασε τη νέα φάση της αξιολόγησης και ήταν κι αυτός που έγραφε στην αιτιολογική έκθεσή του ότι ο νόμος υπηρετεί «τη σύγκλιση με τους στόχους που έχουν τεθεί για την εκπαίδευση από την ΕΕ». Με το ν. 3848/2010 καθιερώθηκε και το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας, που είναι επίσης κατεύθυνση της ΕΕ και βάζει ένα ακόμα εμπόδιο στη σύνδεση πτυχίου - εργασίας.

Μετατροπή του εκπαιδευτικού από παιδαγωγό σε μεσάζοντα πληροφοριών

Σήμερα πια υπάρχει αρκετά συσσωρευμένη πείρα απ' όλους τους εκπαιδευτικούς για την πορεία σταδιακής υποβάθμισης του παιδαγωγικού ρόλου των εκπαιδευτικών, τη μετατροπή τους σε μεσάζοντα πληροφοριών, σε κυνηγό χορηγών και προγραμμάτων. Ολα αυτά έχουν άμεσες συνέπειες στη μορφωτική συγκρότηση των παιδιών, στη διαπαιδαγώγησή τους. Γιατί το παιδί και ο νέος έχουν ανάγκη από σταθερές, βασικές γνώσεις που μπορούν να επιβεβαιώνονται συνεχώς μέσα από την εξέλιξη της πραγματικότητας. Μόνο σε αυτό το έδαφος μπορούν να ανθίσουν οι όποιες ικανότητες για το επάγγελμα. Το παιδί έχει ανάγκη παιχνίδι, ελεύθερους χώρους και χρόνο και όχι από την ηλικία των έξι να στήνεται μπροστά σε οθόνες και να πιθηκίζει ξένες γλώσσες, όταν δεν έχει μάθει ακόμα τη μητρική του. Κι όμως, όλα αυτά είναι κατεύθυνση της ΕΕ!

Σε φόρουμ της ΕΕ με τίτλο «Εκπαίδευση και Επιχειρήσεις» (24 - 25 Μάρτη 2010), υποστηρίχτηκε: «Για να είναι ικανή να προωθήσει το πνεύμα των επιχειρήσεων, η σχολική ηγεσία (...) απαιτεί εκπαιδευτικούς καταρτισμένους σε ομαδική εργασία και συνεργασία, δημιουργική συμπεριφορά και την ικανότητα να παρατάς κουρασμένες φόρμουλες, προκειμένου να δουλέψεις με τις επιχειρήσεις για να φτιάξεις νέες μαθησιακές ευκαιρίες για τους μαθητές».

Αλλάζει σταδιακά το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού έργου. Ο εκπαιδευτικός κρίνεται σαν να είναι η διδασκαλία σύνολο κόλπων, συνταγών για να κερδίσει τα παιδιά, και όχι σαν να είναι η διδασκαλία ουσιαστική μετάδοση γνώσεων, στοιχείο της διαπαιδαγώγησης.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν η μάθηση και όχι η μόρφωση γίνεται ο βασικός στόχος όλης της εκπαιδευτικής διαδικασίας από την ΕΕ. Ομως, η μάθηση αποτελεί μια διαδικασία που μπορεί να γίνει και εκτός σχολείου. Κι όταν γίνεται στόχος του σχολείου τότε είναι φυσικό να αλλάξει και ο ρόλος του εκπαιδευτικού και να του ανατίθεται το καθήκον «να μάθει στο μαθητή πώς να μαθαίνει»!

Κι έτσι ήρθαν τα σχολικά βιβλία του 2006. Αν ανατρέξει κανείς σε αυτά θα βρει ακριβώς αυτές τις προσαρμογές και το διαμεσολαβητικό ρόλο που επιφυλάσσει το σύστημα στον εκπαιδευτικό. Ετσι, οι συνταγές μαγειρικής αντικατέστησαν τους κλασικούς λογοτέχνες, η πρόσκληση στο πάρτι τον Θερβάντες, τα άρθρα από τις αστικές εφημερίδες τον Σαίξπηρ και τον Ρίτσο... Κι ύστερα, αναρωτιούνται γιατί τα παιδιά δεν έχουν, λέει, «παιδεία»...

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, θέλουν τον εκπαιδευτικό να παραχαράσσει την Ιστορία, να εξωραΐζει το καπιταλιστικό σύστημα, την ΕΕ, τις επιχειρήσεις και να υποτάσσει τη νέα γενιά σ' αυτά. Δεν είναι τυχαίο που όλο το αναλυτικό πρόγραμμα διαπερνάται από τις κατευθύνσεις αυτές της ΕΕ. Οτι το τελευταίο διάστημα, μέσα από διάφορα προγράμματα, επιχειρείται και ενόψει των ευρωεκλογών του Μάη να εξωραΐσουν τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα teachers4europe στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και τα 12 μαθήματα για την ΕΕ που διδάσκονται στη Γ' Λυκείου.

Ξεχωρίζουμε εχθρούς και «φίλους»

ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν προσυπογράψει όλες τις ευρωπαϊκές συνθήκες που αφορούν τις αναδιαρθρώσεις στην Εκπαίδευση, άρα έχουν προσυπογράψει και το χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων του εκπαιδευτικού, καθώς και τη μετατροπή του από παιδαγωγό σε διαμεσολαβητή. Οι παρατάξεις που στηρίζουν τα κόμματα αυτά, ΔΑΚΕ - ΠΑΣΚ, αποδέχτηκαν τη στρατηγική της ΕΕ για την απελευθέρωση της εργασίας, αποδέχτηκαν τις ελαστικές μορφές εργασίας στην Εκπαίδευση, ευλόγησαν τα νέα βιβλία της διαθεματικής θολούρας, στηρίζουν την ΕΕ με νύχια και με δόντια θεωρώντας τη μονόδρομο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πίνει νερό στο όνομα της ΕΕ. Ο ΣΥΝ προσυπέγραψε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και διαχρονικά ο χώρος αυτός κινείται ανάμεσα στο υπέρ και το λευκό (π.χ. Λισαβόνα λευκό, Μπολόνια επικρότησε), που σημαίνει συμφωνία ή, το λιγότερο, αποδοχή. Δεν έμεινε, όμως, μόνο στα λόγια, αλλά πήρε μέρος ενεργά στην εφαρμογή των κατευθύνσεων της ΕΕ στην Εκπαίδευση. Στελέχη του επάνδρωσαν τις συγγραφικές ομάδες των νέων βιβλίων, πρωτοστατούν στην καινοτομία - διαφοροποίηση και στα προγράμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται την «καλή» αξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Την πρότεινε το 2008 με το όνομα «αυτοαξιολόγηση»!

Τελευταίο παράδειγμα αποδοχής και εξωραϊσμού της ΕΕ είναι η επιστολή που έστειλε στις 21/1/2014 η πλειοψηφία της ΟΛΜΕ - με τις ψήφους των ΣΥΝΕΚ (ΣΥΡΙΖΑ), ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) - στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, και τον καλεί να λάβει μέτρα ώστε «να καλέσει την ελληνική κυβέρνηση να λογοδοτήσει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου... για την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών». Υποστηρίζουν ότι «...εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση θέλει να εξακολουθεί να αυτοαποκαλείται μια ένωση με δημοκρατικές αξίες και αρχές (!), μια ένωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων (!), δεν μπορεί πλέον να κλείνει τα μάτια στις μαζικές και πρωτοφανείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια κυρίως των τριών τελευταίων ετών». Τέτοια ευρω-λαγνεία! Η πλειοψηφία του ΔΣ της ΟΛΜΕ απέστειλε άλλη επιστολή προς τους ευρωβουλευτές και τον πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου στις 3/12/2013 (αυτή τη φορά με τις ψήφους των ΣΥΝΕΚ, ΔΑΚΕ και ΠΑΣΚ) ζητώντας την παρέμβασή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν), για «να σταματήσει η πολιτική των μνημονίων που διαλύει το δημόσιο σχολείο και όλα τα δημόσια κοινωνικά αγαθά στη χώρα μας».

Δεν είναι τυχαίο που στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Παιδεία, που δημοσιεύτηκαν στις 14/7/2013, δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά στη στρατηγική της ΕΕ στην Εκπαίδευση σε ένα κείμενο πέντε χιλιάδων λέξεων! Πουθενά δε γίνεται κουβέντα για την κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης και της επιχειρηματικής δράσης στην Εκπαίδευση!

Μία η απάντηση: Λαϊκό μπλόκο στην ΕΕ και στις δυνάμεις που τη στηρίζουν!

Η λαϊκή οικογένεια και τα παιδιά της αναζητούν στο πρόσωπο του δασκάλου τον αγωνιστή δάσκαλο, αυτόν που αρνείται να γίνει διαχειριστής του εκφυλισμού της Παιδείας, αυτόν που αφουγκράζεται τις αγωνίες και τα αδιέξοδά της.

Γνωρίζουμε ότι τον αναβαθμισμένο παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού δεν μπορούν να τον δώσουν οι «ψευτοανθρωπιστικές μέθοδοι» της συντηρητικής παιδαγωγικής ή τα «καινοτόμα προγράμματα» της ΕΕ.

Σήμερα, όρος για να ανασάνει ο λαός και ο εκπαιδευτικός είναι το ισχυρό ΚΚΕ.

Ισχυρό ΚΚΕ σήμερα σημαίνει ισχυρή μαχητική αντιπολίτευση στη στρατηγική της ΕΕ, του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του. Σημαίνει ισχυρό ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, οχυρό και ελπίδα του λαού.

«Στηρίζουμε το ΚΚΕ για να ανοίξει ο δρόμος για την κοινωνία που ονειρευόμαστε, την κοινωνία που έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, όπου η Εκπαίδευση και ο εκπαιδευτικός μπορούν να συναντηθούν με την πραγματική τους αποστολή» (Κείμενο στήριξης του ΚΚΕ από συνδικαλιστές εκπαιδευτικούς).


Θεοδώρα ΔΡΙΜΑΛΑ
Μέλος του ΔΣ της ΔΟΕ και της Πανελλαδικής Γραμματείας Εκπαιδευτικών του ΠΑΜΕ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org