Με το ένα χέρι η κυβέρνηση «έγραφε» ψίχουλα για τους αγροτοκτηνοτρόφους και με το άλλο τους ...έσβηνε μέρες από το μέλλον τους στην παραγωγή, εξαγγέλλοντας επιτάχυνση της πολιτικής της ΚΑΠ, που αποτελεί εργαλείο ενίσχυσης των μεγάλων εκμεταλλεύσεων και της βιομηχανίας του αγροτοδιατροφικού τομέα, σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των βιοπαλαιστών αγροτών. Είπε για παράδειγμα ο Χατζηδάκης: «Η γεωργία και η κτηνοτροφία (...) είναι κυρίως ένα βιώσιμο, ανταγωνιστικό μοντέλο ανάπτυξης. Είναι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι έχουν φθίνει, οι ομάδες παραγωγών, οι οποίες δεν είναι τόσο ανεπτυγμένες όσο σε άλλες χώρες, τα προβλήματα με την κατάτμηση και τη μικρή έκταση του αγροτικού κλήρου (...) Βήματα έχουν γίνει, αλλά σίγουρα μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα. Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της περιόδου 2028 - 2034 είναι μια τεράστια ευκαιρία για τη χώρα (...) Να συζητήσουμε τόσο τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, όσο και τις μεγάλες προκλήσεις για μια πιο ανταγωνιστική γεωργία».
Ο δε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης συμπλήρωσε τα εξής: «Παρότι η κυβέρνηση είναι παρούσα για τη στήριξη των αγροτών και του εισοδήματός τους, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό αποτελεί ένα μέρος του προβλήματος στον πρωτογενή τομέα. Το μείζον ξεπερνά τη διαχείριση του σήμερα και βρίσκεται στην οικοδόμηση ενός ασφαλούς, βιώσιμου και ανθεκτικού μέλλοντος για την αγροτική παραγωγή», που «θα κατευθύνει περισσότερους πόρους σε επενδύσεις, τεχνολογία, πράσινη μετάβαση, κατάρτιση και συνεργασίες, για αυξημένο εισόδημα στους παραγωγούς και υπεραξία στα ελληνικά προϊόντα». Να τι περιγράφουν υπουργοί και στελέχη της κυβέρνησης σε κάθε τους παρέμβαση: Εναν αγροτικό τομέα χωρίς αγρότες και κτηνοτρόφους, με μεγάλες καπιταλιστικές εκμεταλλεύσεις και ομίλους στη μεταποίηση φτηνής πρώτης ύλης. Σ' αυτό το «παραγωγικό μοντέλο», που δεν είναι καθόλου νέο αλλά προωθείται συστηματικά από όλες τις κυβερνήσεις και τα κόμματα, κανένας από τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους δεν βλέπει τον εαυτό του. Γι' αυτό επιμένουν στον αγώνα τους. Επειδή στην κατάσταση όπου βρίσκονται, η ένταση της ΚΑΠ από κυβέρνηση και ΕΕ, ειδικά σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας, θα τους συνθλίψει οριστικά στην αμέσως επόμενη στροφή.
Σημαντική αύξηση πτήσεων και επιβατών καταγράφηκε το 2025 στα αεροδρόμια όλης της χώρας. Ενδεικτικά, οι πτήσεις την περίοδο Γενάρης - Νοέμβρης αυξήθηκαν σε 600.625, από 549.439 το 2024. Μόνο στο Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών η επιβατική κίνηση έφτασε τους 34 εκατ. επιβάτες. Οι επιχειρηματικοί όμιλοι στις αερομεταφορές, οι εταιρείες επίγειας εξυπηρέτησης και άλλες που δραστηριοποιούνται στα αεροδρόμια για άλλη μια χρονιά τρίβουν τα χέρια τους για τα κέρδη. Την χαρά τους δεν τη συμμερίζονται όμως οι εργαζόμενοι, που «λιώνουν» χειμώνα - καλοκαίρι από την εντατικοποίηση της δουλειάς, τα εργατικά «ατυχήματα» και τις επαγγελματικές ασθένειες, το ωράριο - λάστιχο, την ομηρία των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κ.ά., ενώ στη μέγγενη του κέρδους μπαίνει και η ασφάλεια εργαζομένων και επιβατών. Ενδεικτικά, στο αεροπορικό μποτιλιάρισμα του καλοκαιριού η κυβέρνηση εξανάγκασε τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας να αποδεχτούν αύξηση της διαχείρισης πτήσεων, με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται. Το πρόσφατο πολύωρο μπλακάουτ στις ραδιοεπικοινωνίες του FIR Αθηνών έρχεται να επιβεβαιώσει αυτούς τους κινδύνους από την πολιτική του κέρδους, της «απελευθέρωσης» των αερομεταφορών, της ιδιωτικοποίησης των αεροδρομίων και σταδιακά της ΥΠΑ. Αυτές είναι οι δύο όψεις της πολιτικής τους: Ρεκόρ κερδών για τα μονοπώλια του Τουρισμού και των Μεταφορών, στην κόψη του ξυραφιού η λειτουργία των υποδομών και η ασφάλεια επιβατών και εργαζομένων.