Η συγκυβέρνηση προωθεί κατάργηση του 8ώρου, απαγόρευση της μερικής απασχόλησης και αυστηροποίηση των αναρρωτικών αδειών
Από απεργιακή κινητοποίηση στον κλάδο του Μετάλλου |
Οι επιλογές της συγκυβέρνησης Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) - Σοσιαλδημοκρατών (SPD), σε λιγότερο από έναν χρόνο που βρίσκεται στην εξουσία, κινούνται σε δύο βασικούς άξονες:
- Επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με τεράστιο δανεισμό - μετά και την κατάργηση του «φρένου χρέους» - και μαζικές κρατικές επενδύσεις, επιχορηγήσεις, φοροαπαλλαγές, εγγυήσεις για λογαριασμό των γερμανικών μονοπωλίων. Οι επενδύσεις για διέξοδο σε λιμνάζοντα κεφάλαια σε υποδομές και στη βιομηχανία εντάσσονται σε μεγάλο βαθμό στην πολεμική οικονομία και προετοιμασία για μια ενδεχόμενη γενικευμένη σύγκρουση στην Ευρώπη, καθώς το γερμανικό κεφάλαιο ετοιμάζεται να διεκδικήσει και με τα όπλα «τη θέση του στον κόσμο».
- Σφοδρή αντεργατική επίθεση, με ένταση της εκμετάλλευσης και επέκταση του εργάσιμου χρόνου και του εργάσιμου βίου. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εργατικού δυναμικού ορισμένων ειδικοτήτων και σε συγκεκριμένους κλάδους, καθώς και οι «χαμένες ώρες εργασίας», άρα και υπεραξίας, η συγκυβέρνηση νομοθετεί ή προωθεί μέτρα που εξαναγκάζουν τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο και για ακόμα περισσότερα χρόνια.
«Ο εθνικός μέσος όρος ωρών εργασίας πρέπει να αυξηθεί», δηλώνουν εμφατικά σε κάθε περίσταση ο Γερμανός καγκελάριος αλλά και Σοσιαλδημοκράτες αξιωματούχοι της κυβέρνησης, προκειμένου η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ να «επανεκκινήσει».
Σε αυτήν την κατεύθυνση ψηφίστηκαν ο νόμος για «κίνητρα» παραμονής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση και ο νόμος για περικοπές στα επιδόματα ανεργίας. Ο δεύτερος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους ανέργους να δεχτούν οποιαδήποτε θέση εργασίας, ανεξάρτητα από σπουδές τους και ειδικότητα, μακριά από το σπίτι τους (βλ. και «Ριζοσπάστη» 1/11/2025).
Μάλιστα τα επιδόματα κόβονται σε μια περίοδο που οι άνεργοι στη Γερμανία ξεπερνούν τα 3 εκατ. για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια. Τον περασμένο Γενάρη 3,085 εκατ. άνθρωποι ήταν εγγεγραμμένοι ως επίσημα άνεργοι (6,6%).
Αλλωστε ο Γερμανός καγκελάριος ανακοίνωσε τη Δευτέρα μια «θεμελιώδη μεταρρύθμιση» του συνταξιοδοτικού συστήματος, που συζητιέται εδώ και μήνες μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό: «Η υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων θα παραμείνει. Αλλά θα είναι μόνο ένα στοιχείο ενός νέου συνολικού συνταξιοδοτικού συστήματος στο οποίο τα ιδιωτικά και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα θα διαδραματίσουν σημαντικά μεγαλύτερο ρόλο απ' ό,τι πριν». Η παράταση του εργασιακού βίου πέραν της ηλικίας των 67 ετών - πρόσθεσε - πρέπει επίσης να εξεταστεί...
Το νέο μέτρο που προωθεί η γερμανική συγκυβέρνηση είναι η κατάργηση του 8ώρου με μεγαλύτερη «ευελιξία» του εργάσιμου χρόνου ως προς τις ανάγκες των επιχειρήσεων, και μάλιστα στο όνομα της ενίσχυσης του Τουρισμού.
Την περασμένη βδομάδα η γερμανική κυβέρνηση «υιοθέτησε» μια εθνική στρατηγική για τον Τουρισμό με στόχο να καταστήσει τη Γερμανία «έναν πιο ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό» - στην πραγματικότητα να ενισχύσει τις μεγάλες επιχειρήσεις του Τουρισμού και να «τονώσει» τις αντίστοιχες επενδύσεις.
Ετσι, μέσα στο 2026 αναμένεται να αποφασιστεί η «ευελιξία του νόμου για τον χρόνο εργασίας», ώστε να καθοριστεί ένας μέγιστος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας αντί για ημερήσιο, όπως ανακοίνωσε ο Κρ. Πλος, επίτροπος Τουρισμού της κυβέρνησης (τμήμα του υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας).
Επί του παρόντος οι ώρες εργασίας στη Γερμανία περιορίζονται σε 8 την ημέρα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατή η παράταση έως και 10 ώρες, εφόσον αυτό αντισταθμιστεί αργότερα.
Το ακανόνιστο ωράριο εργασίας είναι αρκετά συνηθισμένο στις επιχειρήσεις Τουρισμού και Εστίασης. Ετσι, οι εργοδοτικές ενώσεις του κλάδου ζητούν εδώ και καιρό «χαλάρωση» των ισχυόντων νομικών κανονισμών, για να προσαρμοστεί η εργασία πλήρως στις ανάγκες τους.
«Τα σχέδια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ουσιαστικά θα έδιναν στους εργοδότες εν λευκώ ελευθερία βάσει του νόμου να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τους εργαζομένους, που ήδη επιβαρύνονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υγεία των εργαζομένων», σχολιάζει το συνδικάτο Ver.di.
Ιδιαίτερα πλήττονται οι εργαζόμενοι που δεν καλύπτονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίοι είναι περίπου το 50% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Ολοι αυτοί οι εργαζόμενοι είναι ακόμα πιο «ευάλωτοι» σε μεγαλύτερες εργάσιμες ημέρες, λιγότερη ανάπαυση και περισσότερη πίεση.
Οπως τονίζει το Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (WSI) του ιδρύματος «Hans Bockler», η κατάργηση του μέγιστου ημερήσιου ωραρίου εργασίας «ανοίγει διάπλατα την πόρτα για απρόβλεπτες ώρες εργασίας και εργάσιμες μέρες άνω των 10 ωρών».
Αφού για δεκαετίες οι μονοπωλιακοί όμιλοι και οι κυβερνήσεις παρουσίαζαν τη μερική απασχόληση ως «δικαίωμα» και «διευκόλυνση» των εργαζομένων, ιδιαίτερα των γυναικών, τώρα η επιχειρηματική πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) προτείνει την απαγόρευση της μερικής απασχόλησης. Στόχος και εδώ είναι να σπρωχτεί περισσότερο εργατικό δυναμικό στην παραγωγή και για περισσότερες ώρες, και να προσαρμοστεί η εργασία περισσότερο στις σημερινές ανάγκες των επιχειρήσεων, που δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους.
Η πρόταση της επιχειρηματικής πτέρυγας της CDU αναμένεται να εγκριθεί στο γενικό συνέδριο των Χριστιανοδημοκρατών, τον επόμενο μήνα, και να προωθηθεί για να γίνει νόμος του κράτους. Οπως τονίζει η επιχειρηματική πτέρυγα, η οικονομία της Γερμανίας «υποφέρει από έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού».
Σύμφωνα με την πρόταση, για να επιτρέπεται σε κάποιον να εργαστεί με ημιαπασχόληση θα πρέπει να του χορηγηθεί ειδική άδεια. Αυτή αναμένεται να δίνεται σε όσους εργαζόμενους αποδείξουν ότι φροντίζουν μικρά παιδιά ή ηλικιωμένους - απαλλάσσοντας το καπιταλιστικό κράτος από αυτές τις δαπάνες - ή ότι συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης. Οι υπόλοιποι «δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται να διαλέγουν την επιλογή μερικής απασχόλησης», αναφέρει το έγγραφο της πρότασης νόμου, που επικαλείται το περιοδικό «Stern».
«Κανείς δεν θα πρέπει να έχει το ...προνόμιο σε έναν "τρόπο ζωής μερικής απασχόλησης"» (lifestyle part-time work) και «όσοι μπορούν να εργαστούν περισσότερο θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο», ξεκαθάρισε η πρόεδρος της επιχειρηματικής πτέρυγας, Γκίτα Κόννεμαν.
Σύμφωνα με το Γερμανικό Ινστιτούτο Ερευνας Απασχόλησης (IAB), το ποσοστό μερικής απασχόλησης στη χώρα αυξήθηκε σε λίγο πάνω από 40% το τρίτο τρίμηνο του 2025, το 76% των οποίων είναι γυναίκες.
Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας το 2026 αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω, μεταξύ 0,9% - 1% του ΑΕΠ.
Πέρυσι ο ΟΟΣΑ εκτίμησε ότι η γερμανική οικονομία «υπέστη ζημιές» στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εν μέρει επειδή οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι δεν ενσωματώθηκαν επαρκώς στον χώρο εργασίας.
Μάλιστα, σε απάντηση όλων αυτών των δημοσιευμάτων στα ελληνικά ΜΜΕ και ορισμένων ελληνικών κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, που επιμένουν να παρουσιάζουν την «τετραήμερη εργασία» περίπου ως μια γενική τάση στην υπόλοιπη Ευρώπη (η οποία, και στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται, πάλι ανάγκες των μονοπωλίων έρχεται να καλύψει), ο Γερμανός καγκελάριος απέρριψε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, δηλώνοντας ρητά ότι «η ευημερία της χώρας δεν θα διατηρηθεί με τετραήμερη εβδομάδα εργασίας και ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής»...
Εξάλλου, προ ημερών ο Μερτς έθεσε στο στόχαστρο και τις αναρρωτικές άδειες των εργαζομένων, κατηγορώντας τους ότι «λουφάρουν».
Επικρίνοντας τη «σχετική ευκολία» με την οποία μπορούν να ληφθούν αναρρωτικές άδειες 1-2 ημερών από τους γενικούς ιατρούς μέσω τηλεφώνου, ουσιαστικά «έδειξε» προς μια γενικότερη αυστηροποίηση και έναν γενικευμένο «κόφτη» στην απουσία από την εργασία λόγω ασθένειας.
Ο Μερτς είπε ότι οι «πολλές» αναρρωτικές άδειες «υπονομεύουν τις προσπάθειες για την επανεκκίνηση της γερμανικής οικονομίας», η οποία ουσιαστικά βρίσκεται σε στασιμότητα ή ύφεση από το 2022.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γερμανός καγκελάριος, οι εργαζόμενοι στη Γερμανία παίρνουν κατά μέσο όρο 14,5 μέρες ασθένειας ετησίως - «πολύ υψηλό ποσοστό», είπε.
«Αυτό σημαίνει σχεδόν τρεις βδομάδες κατά τις οποίες οι άνθρωποι στη Γερμανία δεν εργάζονται λόγω ασθένειας», είπε. «Είναι όντως σωστό αυτό; Είναι όντως απαραίτητο;».
«Σε σύγκριση με άλλες χώρες, οι άδειες ασθενείας στη Γερμανία είναι υψηλές», δήλωσε και η υπουργός Υγείας, Νίνα Βάρκεν, στην εφημερίδα «Tagesspiegel».
Οι ασφαλιστές δημόσιας υγείας αναφέρουν βέβαια ότι τα δελτία ασθενείας μέσω τηλεφώνου αποτελούν λιγότερο από το 1% του συνόλου. Οι γενικοί ιατροί - διευκρινίζουν - μπορούσαν να εκδίδουν αναρρωτική άδεια τηλεφωνικά μόνο σε ασθενείς που γνωρίζουν και η διάρκεια της άδειας περιοριζόταν σε μάξιμουμ πέντε μέρες.
Το ότι οι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι και οι ανάγκες τους, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι «αριθμοί», κέρδη και περικοπές, είναι φυσικά δεδομένο και γνωστό. Στο πλαίσιο της πολεμικής οικονομίας υπολογίζεται και η εξής διάσταση: Οι χαμένες εργατοώρες πόσο «κοστίζουν» στην πολεμική προετοιμασία του γερμανικού κεφαλαίου;
Μια αξιολόγηση του ποσοστού του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας που «χάνεται λόγω ασθένειας» κατατάσσει τη Γερμανία στο 6,8% - παρόμοιο με το Βέλγιο (6,7%), τη Σουηδία (6,6%) και την Ισλανδία (6,1%) - το 2023. Η Νορβηγία ήταν η πρώτη με 10,7%.
Το οικονομικό ινστιτούτο IW, με έδρα την Κολωνία, υπολόγισε ότι το 2024 οι άδειες ασθενείας κόστισαν στην οικονομία 82 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 1.000 ευρώ ανά άτομο ετησίως και ισούται με τις δαπάνες για τη στρατιωτική προετοιμασία.
Από την πλευρά της η ένωση εργοδοτών, BDA, σημείωσε ότι η Γερμανία είναι πιο «γενναιόδωρη» από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη, με πλήρη μισθό εγγυημένο για 42 ημέρες αναρρωτικής άδειας, μετά τις οποίες τα ασφαλιστικά ταμεία καταβάλλουν το 70% των ακαθάριστων μισθών.
Eurokinissi |
Τα σχετικά ψηφίσματα και οι εκθέσεις του Ευρωκοινοβουλίου, όσο και να ενδύονται τον μανδύα του «ανθρωπισμού» και της «δημοκρατίας», δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός πως όσο και να προσπαθεί ο λύκος να ξεγελάσει, φορώντας προβιά αρνιού, παραμένει λύκος που καιροφυλακτεί σε βάρος των λαών για τα συμφέροντα των μονοπωλίων.
Τα δικαιώματα των λαών για την ΕΕ δεν είναι παρά προκάλυμμα επεμβάσεων για τα πολεμικά της σχέδια. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη συνολική στρατηγική της, με αποκορύφωμα το «Παγκόσμιο καθεστώς κυρώσεων της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα - Πράξη Magnitsky» (2021) και τη συνεπακόλουθη πρόταση ψηφίσματος για την «αντιμετώπιση της ατιμωρησίας» (2026).
Η «Πράξη Magnitsky» αποτελεί την κορωνίδα της ευρωενωσιακής υποκρισίας. Λειτουργεί ως ένα ακόμη εργαλείο στον πόλεμο των μονοπωλίων της ΕΕ με τους ανταγωνιστές τους, προβλέποντας πολιτική «στοχευμένων κυρώσεων» για τρίτες χώρες και ανταγωνιστικούς σχεδιασμούς σε αυτούς των ομίλων της ΕΕ, λειτουργώντας ως πολιορκητικός κριός για τη διείσδυση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων σε νέες αγορές.
Δεν το κρύβουν, άλλωστε, αφού αυτό αποτυπώνεται καθαρά και ξάστερα στην ανακοίνωση της Κομισιόν για το «ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα» του 2021, όπου ρητά αναφέρεται πως «οι κυρώσεις διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διασφάλιση των αξιών της ΕΕ και στην προβολή της επιρροής της σε διεθνές επίπεδο».
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, ο εν λόγω κανονισμός προτρέπει την ιμπεριαλιστική ΕΕ να υιοθετήσει αυστηρή πολιτική «κυρώσεων» απέναντι στους ανταγωνιστές της, καλώντας παράλληλα σε συντονισμό και συνεργασία με «εταίρους που συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις», μεταξύ αυτών ΗΠΑ και ΝΑΤΟ.
Η δε νέα Εκθεση για την «ατιμωρησία» προχωρά ένα βήμα παραπέρα: Ζητά την πλήρη ευθυγράμμιση του καθεστώτος κυρώσεων με τους «ευρύτερους στόχους της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ» και την επέκτασή του σε «όλες τις περιοχές του κόσμου». Προκλητικά προτείνει τη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, καταργώντας την αντί για ομοφωνία, για να «τρέχουν» πιο γρήγορα οι παρεμβάσεις, ενώ διευρύνει το πεδίο εφαρμογής ακόμα και σε ζητήματα «διαφθοράς».
Ως συμπλήρωμα, ο κανονισμός για την «αντιμετώπιση της ατιμωρησίας μέσω κυρώσεων» φανερώνει πως το προβαλλόμενο ως ... το «τιμωρό χέρι» της ΕΕ και η «α λα καρτ» ευαισθησία της φτάνουν μέχρι εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα των μονοπωλίων της, αφού εκεί υπογραμμίζεται η ανάγκη «για πιο συνεκτική και στρατηγική χρήση του καθεστώτος κυρώσεων, ευθυγραμμισμένη με τους ευρύτερους στόχους της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ», ενώ συγχρόνως ζητείται «μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με τους διεθνείς εταίρους και βελτιωμένη επιβολή από τα κράτη μέλη».
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ επιστρατεύει τη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών», ΜΚΟ, οργανώσεις που συνδέονται ή και χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, ως μέσον πίεσης. Αυτοί οι μηχανισμοί, που λαμβάνουν πακτωλούς «ζεστού χρήματος», λειτουργούν σαν «πλυντήριο» της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και μοχλός πίεσης για την αποτελεσματική διείσδυση των ευρωενωσιακών ομίλων σε νέες αγορές, αποπροσανατολίζοντας σκοπίμως από τις πραγματικές αιτίες που γεννούν το τσάκισμα των δικαιωμάτων των λαών, που έχουν τις ρίζες τους στο σάπιο εκμεταλλευτικό σύστημα, που γεννά φτώχεια, πολέμους, εκμετάλλευση και προσφυγιά.
Απαραίτητο συμπλήρωμα αυτών των καλοπληρωμένων μηχανισμών αποτελεί μια «βιομηχανία» ψηφισμάτων σκοπιμότητας που εκδίδει ανελλιπώς σε κάθε Ολομέλειά του το Ευρωκοινοβούλιο. Οι τόνοι κάθε ψηφίσματος, η οξύτητα των διατυπώσεων και τα μέτρα που προτείνονται απέναντι στις κυβερνήσεις κάθε χώρας «ρυθμίζονται» ανάλογα με τον βαθμό συμμόρφωσής και σύμπλευσης των κυβερνήσεων αυτών με τα συμφέροντα και τους σχεδιασμούς των ευρωενωσιακών μονοπωλίων. Ετσι, στη Συρία ή στo Αφγανιστάν οι τζιχαντιστές ή οι Ταλιμπάν αποτελούν «γέφυρα για δημοκρατική μετάβαση», ενώ με βάση τη μη αρεστή διακυβέρνηση της Κούβας ...αυτή είναι «δικτατορία» και χώρα ενταγμένη στη λεγόμενη «λίστα των χωρών που υποθάλπουν την τρομοκρατία».
Η πρόσφατη εξέλιξη στη Βενεζουέλα αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα αυτής της εγκληματικής μεθοδολογίας εις βάρος των λαών. Στις 15 Δεκέμβρη 2025, μόλις λίγες μέρες πριν την κλιμάκωση της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ, η ΕΕ έσπευσε να ανανεώσει τις κυρώσεις κατά της χώρας έως το 2027, το Συμβούλιο της ΕΕ με την απόφαση (CFSP) 2025/2586 έστρωσε το έδαφος για τις βόμβες που άρχισαν να πέφτουν τη νύχτα της 3ης Γενάρη 2026 στο Καράκας... βεβαίως διατηρώντας τις δικές της στοχεύσεις στην περιοχή της Λ. Αμερικής σε ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ.
Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα, της ευρωενωσιακής υποκρισίας αποτελεί και το κοινό ψήφισμα (ΕΛΚ, Σοσιαλδημοκρατών, Φιλελεύθερων, Πρασίνων, ακροδεξιάς) που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 22 Γενάρη, σχετικά με τη «βάναυση καταστολή κατά των διαδηλωτών στο Ιράν», που επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, αυτόν τον βαθιά αντιδραστικό και υποκριτικό χαρακτήρα της ΕΕ, αφού πίσω από τη γνωστή ρητορική περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», «δημοκρατίας» και «ελευθεριών», κρύβεται η σταθερή επιδίωξή της να δικαιολογήσει τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και να παρέμβει στις διεθνείς εξελίξεις, υπηρετώντας τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και τις γεωπολιτικές της σκοπιμότητες σε μια περιοχή υψίστης στρατηγικής σημασίας.
Στο κείμενο του ψηφίσματος, το Ευρωκοινοβούλιο εκφράζει «αγανάκτηση» για τη στάση των ιρανικών αρχών, μιλά για «βίαιη καταστολή», «αυθαίρετες συλλήψεις», περιορισμό της πρόσβασης στο διαδίκτυο και ζητά την άμεση απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, δημοσιογράφων και διαδηλωτών. Ταυτόχρονα, καλεί να σταματήσουν οι εκτελέσεις και να υπάρξει «σεβασμός του κράτους δικαίου».
Η «καταδίκη» αυτή όμως δεν έχει κριτήριο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ιρανικού λαού, αλλά την καπηλεία του δίκαιου ξεσηκωμού του ως εργαλείο εκβιασμού και παρέμβασης, για την προώθηση σχεδιασμών για εγκαθίδρυση καθεστώτος στη χώρα που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ευρωατλαντικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται κρίσιμα ενεργειακά, εμπορικά και στρατιωτικά συμφέροντα, με φόντο τον ανταγωνισμό με Κίνα και Ρωσία. Πρόκειται για την ίδια ΕΕ που τόσο η ίδια όσο και όλες οι κυβερνήσεις στα κράτη μέλη της δεν προλαβαίνουν να βγάζουν οδηγίες και νόμους που προωθούν μέτρα καταστολής κι απαγορεύσεων ΚΚ, απαγόρευσης και περιορισμού διαδηλώσεων, χτυπήματος της συνδικαλιστικής δράσης κ.ο.κ. στο όνομα της «καταπολέμησης της ριζοσπαστικοποίησης ή της τρομοκρατίας». Στην ίδια κατεύθυνση, η ΕΕ προωθεί εδώ και χρόνια παρακολουθήσεις και φακέλωμα, στρατόπεδα - φυλακές για πρόσφυγες, με χιλιάδες νεκρούς στα σύνορα της «Ευρώπης - φρούριο» στη βάση του αντιδραστικού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο, που εργαλειοποιεί το Μεταναστευτικό.
Στην Εκθεση γίνεται μάλιστα ξεκάθαρα λόγος για τη σύνδεση του ιρανικού καθεστώτος με την Κίνα και τη Ρωσία και τα δικά τους μονοπώλια, με την ΕΕ να αποτυπώνει με σαφήνεια τη «δυσαρέσκειά» της, μπροστά στην επιρροή που θέλει να διασφαλίσει στη χώρα, κάνοντας λόγο για «θανατηφόρα βία που καθίσταται δυνατή χάρη στον κινεζικό εξοπλισμό και την τεχνολογία επιτήρησης», αλλά και για σύνδεση της ιρανικής αρχής με τη Ρωσία ως προς την «ανταλλαγή πληροφοριών» και την «αποφυγή κυρώσεων», για να καταλήξει ζητώντας «καλύτερη επιβολή των κυρώσεων της ΕΕ»...
Αποκαλυπτική είναι άλλωστε και η αντίφαση ανάμεσα στη φρασεολογία του ψηφίσματος και στην ίδια την πρακτική της ΕΕ, που διαχρονικά συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις από το Ιράκ και τη Λιβύη μέχρι το Αφγανιστάν, στηρίζει «στρατηγικούς συμμάχους» όπως το κράτος - μακελάρη του Ισραήλ που εξοντώνει τον Παλαιστινιακό λαό και το αντιδραστικό καθεστώς των τζιχαντιστών στη Συρία που καθημερινά σφαγιάζει αμάχους, με το Ευρωκοινοβούλιο ξεδιάντροπα να εγκρίνει τον περασμένο Ιούλη και σχετικό ψήφισμα (που συνυπέγραφαν βουλευτές των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ), με το οποίο ανέθετε στους τζιχαντιστές... την «πολιτική μετάβαση στη Συρία με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα», με ταυτόχρονη άρση των κυρώσεων!
Μιλάμε για την ίδια ΕΕ που το 2022, μετά τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί, προσπάθησε να εργαλειοποιήσει και τη γυναικεία ανισοτιμία, εκμετάλλευση και καταπίεση, την ώρα που στηρίζει καθεστώτα - συμμάχους της όπως η Σαουδική Αραβία και άλλες μοναρχίες του Κόλπου, που εφαρμόζουν τις ίδιες μεσαιωνικές πρακτικές, που είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα.
Κατά τ' άλλα, η «φιλεύσπλαχνη» και «φιλάνθρωπος» ΕΕ, επιδίδεται σε ετήσιες συντάξεις εκθέσεων που βγάζουν λάδι τους θύτες των λαών, ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, για των οποίων τα «έργα και ημέρες» δεν λένε κουβέντα. Οπως ο πρόσφατος γενικόλογος τραγέλαφος ονόματι «Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στον κόσμο και την πολιτική της ΕΕ» (Ευρωκοινοβούλιο Γενάρης 2026), που επιδίδονται σε κάλπικο, παντελώς αποπροσανατολιστικό διαχωρισμό της δικτατορίας των μονοπωλίων σε δήθεν δημοκρατικές χώρες και «αυταρχικά καθεστώτα», προκειμένου στο όνομα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» να δικαιολογείται η ιμπεριαλιστική εμπλοκή και βαρβαρότητα. Αλλωστε, το «σκάνδαλο» με το Κατάρ δεν είναι τυχαίο ότι ξετυλίχτηκε μετά από ανάλογο ψήφισμα στην «επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Ευρωκοινοβουλίου» που πρόβαλλε τα εργασιακά κάτεργά του ως ...παράδεισο δικαιωμάτων κατά παραγγελία των λόμπι των πολυεθνικών του Μουντιάλ...
Η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ αποκαλύπτει συστηματικά στο Ευρωκοινοβούλιο τις στοχεύσεις και τις σκοπιμότητες πίσω από τη βιομηχανία αυτών των ψηφισμάτων και υπερασπίζεται τα συμφέροντα των λαών, κόντρα στους σχεδιασμούς των ομίλων και των λόμπι τους.
Είναι ολοφάνερο λοιπόν, πως κάθε λαός, που αγωνίζεται για το δίκιο του ενάντια στη βάρβαρη πολιτική της καπιταλιστικής κυβέρνησης της χώρας του, δεν έχει ανάγκη από τα «αρπακτικά» του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αφού η ίδια η Ιστορία έχει δείξει πως όπου οι ιμπεριαλιστές φόρεσαν τη μάσκα του «προστάτη», το αποτέλεσμα ήταν πάντα το αιματοκύλισμα και η ένταση της εκμετάλλευσης.
Επομένως, μόνο οι λαοί με όπλο την διεθνιστική αλληλεγγύη και με την αυτοτελή οργανωμένη πάλη τους μπορούν να καθορίσουν την τύχη τους, αποκρούοντας τις «μηχανορραφίες» των ιμπεριαλιστών που θέλουν να τους στοιχίσουν πίσω από τα δικά τους δολοφονικά συμφέροντα.
Η διέξοδος βρίσκεται στη σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ, με την πολιτική του κεφαλαίου που «εργαλειοποιεί» (διάβαζε τσακίζει) τα δικαιώματα των πολλών για να πλουτίζουν οι λίγοι. Μόνο ο εργαζόμενος λαός. αφού ανατρέψει το σάπιο σύστημα της εκμετάλλευσης και του πολέμου, και πάρει την εξουσία στα δικά του χέρια, όντας αφέντης στον τόπο του, θα διασφαλίσει πραγματικά και οριστικά τις ελευθερίες και τα δικαιώματά του. Γι' αυτό ο σοσιαλισμός σήμερα είναι αναγκαίος κι επίκαιρος όσο ποτέ!
Από την απολιγνιτοποίηση μέχρι τον Κάθετο Διάδρομο, οι υποσχέσεις για «φτηνή Ενέργεια» και «ανάπτυξη για όλους» διαψεύδονται συστηματικά
Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυχαία. Αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στην προπαγάνδα που συνοδεύει κάθε «εμβληματικό» ενεργειακό έργο και σχεδιασμό από τη μία, με τα γνωστά περί φτηνότερης Ενέργειας, θέσεων εργασίας και ανάπτυξης, και την πραγματικότητα που βιώνει ο λαός από την άλλη. Επιβεβαιώνουν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη «για όλους» είναι ένας μύθος - στην πράξη τα οφέλη καταλήγουν στα ταμεία των μονοπωλιακών ομίλων, ενώ ο λαός φορτώνεται τον λογαριασμό. Ταυτόχρονα, τα μεγάλα ενεργειακά σχέδια εντάσσονται στη συνολικότερη στρατηγική αναβάθμισης της θέσης της αστικής τάξης στην περιοχή, στρατηγική που περνάει μέσα από την εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, που αυξάνουν τους κινδύνους για τον λαό, στον βωμό της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων και των πολεμικών σχεδιασμών του ευρωατλαντικού στρατοπέδου.
Το πρώτο και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απολιγνιτοποίηση. Οταν τον Γενάρη του 2020 ο πρωθυπουργός - σε συνέχεια της πορείας χρόνων που ακολούθησαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, προωθώντας την πολιτική της «πράσινης ανάπτυξης» - ανακοίνωσε την καθολική απολιγνιτοποίηση του εθνικού ηλεκτροπαραγωγικού μείγματος μέχρι το 2028, οι πανηγυρικές δηλώσεις μιλούσαν για «περιβαλλοντικά και οικονομικά ορθή» απόφαση. Το «Master Plan» που ακολούθησε υποσχόταν έναν «φάρο προσέλκυσης επενδύσεων», με δισεκατομμύρια ευρώ να ρέουν στη Δυτική Μακεδονία για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Ο απολογισμός πλέον είναι αποκαλυπτικός. Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας υπολόγιζε σε μελέτη του μια ετήσια απώλεια εισοδημάτων μέχρι το 2028 ύψους 1,2 δισ. ευρώ και συνολική απώλεια 21.000 θέσεων εργασίας - δηλαδή μείωση της απασχόλησης κατά 24%. Ο δείκτης «Ατομικής Απώλειας Απολιγνιτοποίησης» έδειχνε ότι με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ο μέσος κάτοικος της Δυτικής Μακεδονίας θα έχει απολέσει το 54% του εισοδήματός του σε σχέση με το 2013.
Οι υποσχέσεις για «αντισταθμιστικά» έργα αποδείχθηκαν φούσκα. Τα φωτοβολταϊκά πάρκα στα εξορυγμένα εδάφη, που παρουσιάστηκαν ως λύση, δημιουργούν ελάχιστες μόνιμες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, τα τιμολόγια της τηλεθέρμανσης εκτοξεύτηκαν και στην περιοχή ξεδιπλώνεται σχεδιασμός για την προώθηση της καρκινογόνου καύσης απορριμάτων. Το μέλλον των μετεγκαταστάσεων των πληττόμενων χωριών παραμένει «στον αέρα». «Στον αέρα» βρίσκονται επίσης οι αποκαταστάσεις των εδαφών των ορυχείων, προκαλώντας πρόσθετο πρόβλημα για το περιβάλλον και την υγεία των κατοίκων.
Το πιο προκλητικό είναι ότι η μονάδα «Πτολεμαΐδα V», μία από τις πιο σύγχρονες στην Ευρώπη, με επένδυση 1,4 δισ. ευρώ που πληρώθηκε από τον λαό, θα μετατραπεί σε μονάδα άλλου καυσίμου μετά το 2028. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση απέφυγε να αναφέρει ότι το αυξημένο κόστος της λιγνιτικής παραγωγής δεν οφείλεται σε κάποια ξαφνική εκτίναξη της τιμής του λιγνίτη, αλλά στην πολιτική της ΕΕ για το εμπόριο ρύπων και τα αυξανόμενα όρια διοξειδίου του άνθρακα - μια πολιτική που στόχο έχει να ανοίξει νέα πεδία κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους της «πράσινης» Ενέργειας.
Σε Ανατολική Μακεδονία - Θράκη η Ιστορία επαναλήφθηκε με παρόμοιο τρόπο. Ο αγωγός TAP, που μεταφέρει αζέρικο φυσικό αέριο στην Ευρώπη, παρουσιάστηκε ως το «εμβληματικό» έργο που θα έφερνε την ανάπτυξη στην περιοχή και παράλληλα θα θωράκιζε και την ασφάλεια, επειδή η Ελλάδα και η Τουρκία, από τις οποίες περνά ο αγωγός, θα μετατρέπονταν σε ενεργειακούς «συνεργάτες». Οι φιέστες διαδέχονταν η μία την άλλη, με υποσχέσεις για «ανταποδοτικά έργα» και φτηνή Ενέργεια για τους κατοίκους.
Τελικά ο λαός της περιοχής δεν είδε ούτε τα ψίχουλα του ΤΑΡ. Το έργο της τηλεθέρμανσης των Φερών Εβρου από την απορριπτόμενη Ενέργεια από τον υποσταθμό των Φερών έχει «βαλτώσει», παρά τις υποσχέσεις της κοινοπραξίας του TAP να αναλάβει τη χρηματοδότηση του δικτύου τηλεθέρμανσης. Τα «αντισταθμιστικά» αποδείχθηκαν «καθρεφτάκια». Η περιοχή, που τέμνεται κατά μήκος και πλάτος από αγωγούς φυσικού αερίου (TAP, IGB) και διαθέτει την πλατφόρμα FSRU στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και το μοναδικό κοίτασμα πετρελαίου στην Ελλάδα, αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας. Οι κάτοικοι των χωριών που διασχίζουν οι αγωγοί συνεχίζουν να καίνε ξύλα τον χειμώνα!
Οσο για τις θέσεις εργασίας, οι οικοδόμοι που δούλεψαν στα εργοτάξια του TAP γνώρισαν από πρώτο χέρι τι σημαίνει «ανάπτυξη» για το κεφάλαιο: 10ωρα και 12ωρα σκληρής δουλειάς, απληρωσιά, εκδικητικές απολύσεις όσων οργανώνονταν συνδικαλιστικά.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται με τον αγωγό IGB (Interconnector Greece - Bulgaria), που συνδέει τα δίκτυα φυσικού αερίου Ελλάδας και Βουλγαρίας, και την πλωτή μονάδα αεριοποίησης FSRU στην Αλεξανδρούπολη. Οι υποσχέσεις για «ενεργειακή ασφάλεια» και «ανάπτυξη» προηγούνται, η απογοήτευση ακολουθεί. Τα έργα ολοκληρώθηκαν, οι αγωγοί και οι σταθμοί λειτουργούν εμπορικά, όμως οι τιμές της Ενέργειας για τον λαό παραμένουν στα ύψη. Η περιοχή γεμίζει με υποδομές ενεργειακής μεταφοράς, αλλά οι κάτοικοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια.
Με παρόμοια επιχειρήματα προωθήθηκαν και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα. Το κεντρικό «τυρί» στη φάκα ήταν η μείωση του κόστους ηλεκτρισμού για τους καταναλωτές, μέσω της μείωσης των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) - του χαρατσιού που πληρώνουν όλοι οι καταναλωτές για το επιπλέον κόστος ηλεκτροδότησης των νησιών.
Η διασύνδεση της Κρήτης με την Αττική και την Πελοπόννησο, επένδυση άνω του 1 δισ. ευρώ, παρουσιάστηκε ως το έργο που θα «απελευθερώσει» τους Κρητικούς από τα ακριβά τιμολόγια. Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, το σβήσιμο των φουγάρων των τοπικών πετρελαϊκών σταθμών επιτρέπει «καθαρή εξοικονόμηση 400 - 600 εκατ. ευρώ ετησίως».
Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, όμως, η μέθοδος υπολογισμού των ΥΚΩ θα παραμείνει αμετάβλητη - οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται με τις ίδιες χρεώσεις, παρά τη μείωση του πραγματικού κόστους. Ο λόγος; Η κάλυψη του ελλείμματος που έχει συσσωρευτεί στον ειδικό λογαριασμό και υπολογίζεται σε πάνω από 500 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, «μονά» κερδίζουν οι ενεργειακοί όμιλοι - «ζυγά» χάνει ο λαός.
Ακόμα ένας μεγάλος ενεργειακός σχεδιασμός αφορούσε τον αγωγό «EastMed». Με στόχο την προώθηση του αμερικανοΝΑΤΟικού σχεδιασμού και των επικίνδυνων ευρωατλαντικών «διευθετήσεων» στην Ανατολική Μεσόγειο για τις μπίζνες του κεφαλαίου, ο αγωγός χαράχτηκε στον χάρτη με διακρατική συμφωνία Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ στην Αθήνα το 2020. Μπορεί το έργο να «σκάλωσε» στα ευρωατλαντικά παζάρια με την Τουρκία και στους προβληματισμούς για την οικονομική του απόδοση, ωστόσο αποτέλεσε ένα σημαντικό σκαλοπάτι στη στρατηγική συμμαχία του ελληνικού κράτους με το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, οδηγηθήκαμε στο «3+1» σχήμα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ, υπό την υψηλή εποπτεία της Ουάσιγκτον. Ενα σχήμα που παρουσιάζεται ότι προωθεί την «ενεργειακή ασφάλεια» και τη «γεωπολιτική σταθερότητα», αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως όχημα αναβάθμισης της επικίνδυνης εμπλοκής της χώρας. Ετσι, τον Δεκέμβρη υπογράφηκαν το «Κοινό Σχέδιο Δράσης (ΚΣΔ) Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ» και το «Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας (ΠΑΣ) Ελλάδας - Ισραήλ» για το 2026, στο οποίο προβλέπονται διακλαδικές ασκήσεις, συνεκπαιδεύσεις δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων, επιτελικές συναντήσεις και «συνομιλίες σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος», ενώ σχεδιάζεται και κοινή «δύναμη κρούσης» με πρόσχημα την προστασία των ενεργειακών υποδομών.
Καθόλου τυχαία, στην Κοινή Δήλωση της τελευταίας τριμερούς τονιζόταν μεταξύ άλλων η συμφωνία να ενισχυθεί η τριμερής συνεργασία στον στρατιωτικό τομέα και στην ασφάλεια. Στο φόντο προηγούμενων πληροφοριών για τη δημιουργία μιας κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης ανάμεσα στις τρεις χώρες για την προστασία των αγωγών και όχι μόνο, έγινε λόγος για τη «σημασία της θαλάσσιας ασφάλειας» και υπήρξε δέσμευση «να εμβαθύνουμε τη συνεργασία για την προστασία των θαλάσσιων οδών και των κρίσιμων υποδομών έναντι αναδυόμενων απειλών». Αναφορά έγινε επίσης στη σύσταση Τριμερούς Ομάδας Εργασίας για την Ετοιμότητα και Αντιμετώπιση Εκτάκτων Αναγκών, «διασφαλίζοντας ταχεία και αποτελεσματική αμοιβαία συνδρομή σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών».
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, που θα μεταφέρει αμερικανικό LNG από την Ελλάδα προς Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία. Οι πανηγυρικές δηλώσεις μιλούν για «στρατηγική αλλαγή» και «ενεργειακή ασφάλεια», με την Ελλάδα να αναδεικνύεται σε «πύλη εισόδου» του αμερικανικού αερίου στην Ευρώπη.
Τι δεν λένε; Οτι το αμερικανικό LNG είναι πανάκριβο και μόνο μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών (ακόμα και εντός του ευρωατλαντικού στρατοπέδου) μπορεί να γίνει «ανταγωνιστικό». Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αμερικανοί πιέζουν να αποκλειστεί από τον Διάδρομο ακόμα και το φτηνότερο αζέρικο αέριο του TAP, ενώ η ελληνική κυβέρνηση φέρεται να έχει δεσμευτεί ότι η προσφυγή σε αυτό θα γίνεται μόνο αν καθυστερήσει το αμερικανικό. Αποκαλυπτικοί των ανταγωνισμών είναι και οι δύο πρώτοι «άγονοι» διαγωνισμοί για φορτία προς την Ουκρανία, λόγω και των σχετικών «προβληματισμών» της Κομισιόν για το έργο.
Οσο για τον λαό, οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν 50% υψηλότερες από την προ πανδημίας εποχή, παρά την «απόβαση» του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά. Η «απεξάρτηση» από το ρωσικό αέριο σημαίνει στην πράξη νέα εξάρτηση - αυτήν τη φορά από το ακριβότερο αμερικανικό LNG.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ένα κοινό μοτίβο: Οι ενεργειακοί σχεδιασμοί δεν έχουν κριτήριο την κάλυψη των λαϊκών αναγκών, αλλά την κερδοφορία του κεφαλαίου και τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της αστικής τάξης. Κάθε «εμβληματικό έργο» ξεκινά με τις ίδιες υποσχέσεις και καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα: Κέρδη για τους ομίλους, βάρη για τον λαό και κινδύνους από την αναβάθμιση της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Η ενεργειακή φτώχεια στο 19% είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την Ενέργεια ως εμπόρευμα προς κερδοφορία και όχι ως κοινωνικό αγαθό. Μιας πολιτικής που ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ στηρίζουν εξίσου, παρά τις επιμέρους αντιπαραθέσεις τους για τους «ρυθμούς» και τα «χρονοδιαγράμματα».
Για να υπηρετήσει ο ενεργειακός σχεδιασμός τη λαϊκή ευημερία, πρέπει να απαλλαγεί από τους νόμους της αγοράς και του καπιταλιστικού κέρδους. Αυτό προϋποθέτει τα μέσα παραγωγής, μεταφοράς και διανομής της Ενέργειας να αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία, με κεντρικό σχεδιασμό, που θα αξιοποιεί όλες τις εγχώριες πηγές, για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Μόνο τότε το ενεργειακό προϊόν θα αποτελεί κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα στα χέρια των μονοπωλίων.
2026 The Associated Press. All |
Οι ηγέτες ΕΕ και Ινδίας πανηγυρίζουν για την υπογραφή της FTA στις 27 Γενάρη |
Χαρακτηριστικά, ο Ινδός πρωθυπουργός Ν. Μόντι είπε ότι η Συμφωνία καλύπτει περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 1/3 του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τη χαρακτήρισε «Μητέρα όλων των Συμφωνιών».
Με φόντο εξάλλου την ανησυχία που μεγαλώνουν στις Βρυξέλλες και όχι μόνο οι εντεινόμενες αντιθέσεις στον ευρωατλαντικό άξονα, η φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η Συμφωνία ΕΕ - Ινδίας αποτελεί «μέρος της στρατηγικής "για μια νέα Ευρώπη"».
Οπως παρατηρούσε στις 26 Γενάρη το Ινστιτούτο της ΕΕ για τις Μελέτες στην Ασφάλεια, «ό,τι κι αν περιέχει το τελικό κείμενο, η επίτευξη συμφωνίας μετά από χρόνια κρίσεων και εκκινήσεων (σ.σ. στις διμερείς διαπραγματεύσεις) αντικατοπτρίζει μακροπρόθεσμες πολιτικές επενδύσεις και κοινή αναγνώριση της σημασίας της σχέσης». Συμπλήρωνε ότι «η σημασία αυτής της στιγμής έγκειται λιγότερο στην ίδια τη Συμφωνία και περισσότερο στο παγκόσμιο πλαίσιο στο οποίο υπογράφεται».
Η σχετική ανακοίνωση των Βρυξελλών παρατηρούσε ακόμα ότι «η Συμφωνία αναμένεται να διπλασιάσει τις εξαγωγές αγαθών της ΕΕ προς την Ινδία έως το 2032, με την κατάργηση ή τη μείωση των δασμών στο 96,6% των εξαγωγών της ΕΕ προς την Ινδία», όπως και ότι η ΕΕ θα εξοικονομήσει περίπου 4 δισ. ευρώ τον χρόνο από τις αθροιστικές μειώσεις δασμών στις εξαγωγές.
Ειδικότερα ανέφερε ότι η Συμφωνία θα δώσει «σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε βασικούς βιομηχανικούς και αγροδιατροφικούς τομείς της ΕΕ», καθώς θα αποκτήσουν «προνομιακή πρόσβαση» στην πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου (τον Απρίλη του 2023 ξεπέρασε την Κίνα), που σήμερα έχει 1,45 δισ. κατοίκους.
Μεταξύ άλλων, οι ινδικοί δασμοί στα ευρωπαϊκά κρασιά θα μειωθούν αρχικά από 150% σε 75% και τελικά θα φτάσουν μέχρι και στο 20%, ενώ οι δασμοί στο ελαιόλαδο θα μειωθούν από 45% σε 0% σε διάστημα πέντε ετών.
Εκτιμάται ότι στους ιδιαίτερα ωφελημένους στην Ευρώπη θα είναι οι αυτοκινητοβιομήχανοι, καθώς «η Ινδία συμφώνησε να μειώσει τους δασμούς στα αυτοκίνητα από 110% σε 10% σε διάστημα πέντε ετών, δημιουργώντας πρόσβαση βάσει ποσοστώσεων για 250.000 οχήματα της ΕΕ ετησίως», όπως εκτιμά ανάλυση στην ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ.
Σήμερα ΕΕ και Ινδία εμπορεύονται κάθε χρόνο αγαθά και υπηρεσίες αξίας πάνω από 180 δισ. ευρώ.
Χαρακτηριστική της σημασίας που δίνουν στην ενίσχυση των σχέσεών τους ΕΕ και Ινδία είναι και η «Εταιρική Σχέση στον τομέα της Ασφάλειας και της Αμυνας» που υπέγραψαν, και την οποία η φον ντερ Λάιεν αποκάλεσε «ορόσημο».
Στους τομείς όπου οι δύο πλευρές θα επικεντρώσουν την «αμυντική» τους συνεργασία ξεχωρίζουν όσοι αφορούν την «ασφάλεια στη θάλασσα», «ζητήματα κυβερνοχώρου», την Τεχνητή Νοημοσύνη και «αναδυόμενες και ανατρεπτικές τεχνολογίες», «υβριδικές απειλές», την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας και πρόληψη του βίαιου εξτρεμισμού», τη «διαστημική ασφάλεια και άμυνα», «αμυντικές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που σχετίζονται με την αμυντική βιομηχανία» και τη «διεθνή ειρήνη και ασφάλεια».
Δηλαδή αγγίζουν μια σειρά πεδία που τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα ιεραρχούν για την επέκταση της «επιρροής» τους σε κρίσιμες ζώνες του πλανήτη, αλλά και την ένταση της καταστολής εντός συνόρων, προκειμένου να θωρακιστεί η αστική σταθερότητα και εξουσία και να αντιμετωπιστεί η εργατική - λαϊκή αγωνιστική δράση.
Οι δε «κοινές πρωτοβουλίες στην αμυντική βιομηχανία» σχετίζονται με τη στροφή στην πολεμική οικονομία για τα κέρδη των μονοπωλίων, σε μια περίοδο παγκόσμιας πολεμικής προπαρασκευής.
Τόσο το οικονομικό όσο και το «αμυντικό» περιεχόμενο που αποδίδουν οι Βρυξέλλες στη συνεργασία τους με την Ινδία επιβεβαιώνουν το «βάρος» του ασιατικού γίγαντα, ειδικά με δεδομένη τη στροφή μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων προς την περιφέρεια Ασίας - Ειρηνικού.
Τη βαρύτητα της Ινδίας επιβεβαίωσε όμως και η Εμπορική Συμφωνία που ανακοινώθηκε τελικά ότι έκλεισε και μεταξύ Ινδίας - ΗΠΑ, και ενώ τους τελευταίους μήνες κάποιοι την εμφάνιζαν να έχει «βαλτώσει».
Ελάχιστες μέρες αφότου η Ουάσιγκτον εξέφρασε «μεγάλη απογοήτευση» για τη Συμφωνία Ινδίας - ΕΕ, στις 2 Φλεβάρη ανακοινώθηκε ότι έκλεισε και η Συμφωνία Ινδίας - ΗΠΑ.
Τη Συμφωνία ανακοίνωσε ο Τραμπ με μια φειδωλή ανάρτηση, περιγράφοντας αόριστα ορισμένες διατάξεις της: Για παράδειγμα ότι η Ινδία θα πάψει να προμηθεύεται ρωσική Ενέργεια, θα αγοράσει αμερικανικά προϊόντα (Ενέργειας, τεχνολογίας, αγροτικά κτλ.) συνολικής αξίας άνω των 500 δισ. δολαρίων και θα μειώσει μέχρι και στο 0% τους δασμούς σε αμερικανικές εισαγωγές.
Πάντως το πρακτορείο παρατηρεί ότι ο Λευκός Οίκος δεν εξέδωσε επίσημη αναλυτική ανακοίνωση, όπως είχε συμβεί με τις FTA που έκλεισαν με Ιαπωνία ή Νότια Κορέα κ.λπ. Παραθέτει δε την επιφυλακτικότητα με την οποία αντέδρασαν επιχειρηματικές οργανώσεις, όπως το Εμπορικό Επιμελητήριο, που έκανε λόγο απλά για «πρόοδο προς τον στόχο» (του ανοίγματος της αγοράς της Ινδίας).
Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να μειώσουν σε 18% τους δασμούς σε μια σειρά εισαγωγές από την Ινδία - η οποία μέχρι σήμερα έχει από τα υψηλότερα ελλείμματα στο εμπόριο αγαθών με τις ΗΠΑ, π.χ. το 2024 ξεπέρασε τα 45 δισ. δολάρια.
Το Νέο Δελχί, πιο «ομιλητικό» σε σχέση με την Ουάσιγκτον, αντέδρασε μιλώντας για συμφωνία που συνιστά «αντανάκλαση της αυξανόμενης παγκόσμιας εμπιστοσύνης στην αναπτυξιακή τροχιά της Ινδίας και στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως βασικού οικονομικού εταίρου», εντοπίζοντας μια «ανθεκτική εταιρική σχέση Ινδίας - ΗΠΑ».
Ο ίδιος ο Μόντι χαιρέτισε τη συμφωνία δηλώνοντας «ενθουσιασμένος» από τη μείωση των δασμών, ενώ ανέφερε ότι «η ηγεσία του Τραμπ είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία», εκφράζοντας ανυπομονησία «να συνεργαστώ στενά μαζί του για να φέρουμε τη συνεργασία μας σε πρωτοφανή ύψη».
Ανεξάρτητα από το τι θα περιλαμβάνει τελικά η επίσημη ανακοίνωση για τη FTA Ινδίας - ΗΠΑ, κάθε συντονισμός με το Νέο Δελχί αποτελεί προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον, καθώς επιδρά στις συμμαχίες που μπορεί να διατάξει στον Ινδο-Ειρηνικό, «αυλή» και της Κίνας.
Σημειώνεται εξάλλου ότι η Ινδία διατηρεί πολύμορφες και στενές σχέσεις με τη Ρωσία, στον στρατιωτικό τομέα, στην Ενέργεια κ.α., ενώ παρά τον έντονο ανταγωνισμό με την Κίνα διατηρεί πολύμορφες σχέσεις και με το Πεκίνο, με τις δύο χώρες να αποτελούν ιδρυτικά μέλη της ομάδας BRICS.
Στις 4 Φλεβάρη ο Αμερικανός ΥΠΕΞ M. Ρούμπιο συναντήθηκε με τον Ινδό ομόλογό του, Σ. Τζαϊσανκάρ και χαιρέτισαν τη σημασία της FTA για «νέες οικονομικές ευκαιρίες», αλλά και τους «κοινούς μας στόχους ενεργειακής ασφάλειας». Την ίδια στιγμή οι δύο υπουργοί δεσμεύτηκαν «για επέκταση της διμερούς και πολυμερούς συνεργασίας μέσω του Quad» και «αναγνώρισαν ότι μια ευημερούσα περιοχή Ινδο-Ειρηνικού παραμένει ζωτικής σημασίας για την προώθηση των κοινών μας συμφερόντων».
Το σχήμα Quad απαρτίζεται από ΗΠΑ, Ινδία, Ιαπωνία και Αυστραλία και ειδικά μετά το 2017 η Ουάσιγκτον επενδύει πολύπλευρα σε αυτό, για να ενισχύσει τη θέση της σε όλο τον Ινδο-Ειρηνικό έναντι της Κίνας.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, «η Ινδία είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου».
«Από το 2000 η οικονομία έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί σε πραγματικούς όρους και το κατά κεφαλήν εισόδημα έχει σχεδόν τριπλασιαστεί. Το μερίδιό της στην παγκόσμια οικονομία έχει διπλασιαστεί - από 1,6% το 2000 σε 3,4% το 2023 - καθιστώντας την, την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο».
Οι τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ για το 2026 αποτιμούσαν το ΑΕΠ της Ινδίας στα 4,51 τρισ δολ., υψηλότερο δηλαδή από τα 4,46 τρισ. δολ. της Ιαπωνίας.
Από τον Μάη του 2014, όταν το ινδουιστικό κόμμα «Μπαρατίγια Τζανάτα» του Μόντι αναδείχθηκε στην εξουσία, είχαν χαραχτεί σαφείς άξονες για τη δραστική αύξηση επενδυτικών κεφαλαίων που θα αναβάθμιζαν τη χώρα στον διεθνή χάρτη, με μεταρρυθμίσεις όπως αυτές που διευκόλυναν τις μαζικές απολύσεις.
Ο «Economist» σημείωνε τον Μάη του 2014: «Το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο κ. Μόντι μπορεί να κάνει την Ινδία έναν παγκόσμιο κόμβο για εργατικό δυναμικό υψηλής έντασης. Η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Κίνα έγιναν πλουσιότερες απασχολώντας ανειδίκευτους αγρότες στα εργοστάσια. Η στιγμή είναι τέλεια για την Ινδία. Το εργατικό κόστος αυξάνεται στην Κίνα. Οι ιαπωνικές εταιρείες μεταφέρουν την παραγωγή τους από την Κίνα εξαιτίας των στρατιωτικών εντάσεων και η ρουπία (σ.σ. το νόμισμα της Ινδίας) έχει πέσει, κάνοντας τους Ινδούς εργάτες ακόμα πιο ανταγωνιστικούς»...
Ενδεικτική είναι και η άνθιση τομέων της βιομηχανίας με υψηλό βαθμό ειδίκευσης, όπως η Φαρμακοβιομηχανία.
Για παράδειγμα, στην πολιτεία Χαϊντεραμπάντ, συγκεντρώνονται βιομηχανικές μονάδες ισχυρών κολοσσών.
Εξειδικευμένες οικονομικές ιστοσελίδες περιγράφουν: «Η "κοιλάδα του γονιδιώματος" του Χαϊντεραμπάντ φιλοξενεί περισσότερες από 200 βιοτεχνολογικές και φαρμακευτικές εταιρείες από 18 χώρες. Εξι από τις 10 κορυφαίες εταιρείες έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) στον κόσμο έχουν εγκαταστάσεις στην κοιλάδα. (...) Το "οικοσύστημα" υποστηρίζει ποικίλες λειτουργίες που κυμαίνονται από την ανακάλυψη φαρμάκων έως την κλινική έρευνα και την παραγωγή μεγάλης κλίμακας».
Χαρακτηριστικές είναι και πρόσφατες επιλογές μονοπωλίων διεθνούς εμβέλειας: Για παράδειγμα, η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία «Ford» αναβάθμισε το εργοστάσιό της στο κρατίδιο Chennai, ώστε να παράγει κινητήρες υψηλής τεχνολογίας, με ετήσια δυναμικότητα μάλιστα άνω των 235.000 μονάδων - οι οποίοι μάλιστα δεν θα προορίζονται για τις ΗΠΑ.
Σχολιάζοντας την επιλογή της «Ford», επιχειρηματικές ιστοσελίδες σημείωναν ότι «η Ινδία έχει ήδη καθιερωθεί ως παγκόσμιος προμηθευτής σε αγορές στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία».
Αλλά και ο τεχνολογικός κολοσσός «Hewlett Packard» ανακοίνωσε ότι μέσα στα επόμενα 3 - 5 χρόνια σκοπεύει να ενισχύσει το παραγωγικό του δίκτυο στην Ινδία, ώστε να το αξιοποιήσει συνολικά στις εξαγωγές του.
Επίσης, ασιατικά μεγαθήρια, όπως η νοτιοκορεατική LG, μελετούν «τη μετατόπιση της παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία εργοστασίων ηλεκτρονικών προϊόντων και οθονών, από την Κορέα, την Κίνα και το Βιετνάμ στην Ινδία».
Συνεργάτες του νοτιοκορεατικού χρηματοπιστωτικού ομίλου «Meritz», συνέδεαν αυτήν την «παγκόσμια κλίση προς την Ινδία» με τα προγράμματα της κυβέρνησης Μόντι που χορηγούν πλουσιοπάροχα κίνητρα σε επενδυτές («Make in India»), ενώ «το δημογραφικό μέρισμα της Ινδίας (...) το νεαρό, τεχνικά καταρτισμένο, αγγλόφωνο εργατικό δυναμικό της μπορεί να αξιοποιηθεί σε όλο το εύρος του σχεδιασμού και της ψηφιακής ολοκλήρωσης».
Επίσης, «το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, που χαρακτηρίζεται από εμπορικές εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, και μια ευρύτερη παγκόσμια διάθεση για διαφοροποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας, έχει καταστήσει την Ινδία στρατηγικό αντιστάθμισμα για τις πολυεθνικές εταιρείες».