Μία ακόμα «παράπλευρη απώλεια» της αντιδραστικής «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης»
Να σημειωθεί ότι περίπου το 1% - 2% του πληθυσμού θα νοσήσει από ψυχογενή ανορεξία, το 2% - 3% από ψυχογενή βουλιμία και σχεδόν το 3% από διαταραχή υπερφαγίας. Η επικράτηση δυσλειτουργικών στάσεων απέναντι στο φαγητό, προάγγελος των ΔΠΤ, σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα κυμαίνεται μεταξύ 16,7% και 20,3% στα κορίτσια και από 7,3% έως 12,8% σε αγόρια που είναι μαθητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Η έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση των ΔΠΤ είναι εξαιρετικά σημαντική για να μην εξελιχθεί σε χρόνια κατάσταση, με δυνητικά καταστροφικές επιπτώσεις στη σωματική, ψυχική και συναισθηματική υγεία του ατόμου. Με βάση τις εκτιμήσεις των ειδικών, οι πάσχουσες - πάσχοντες (πάνω από το 90% είναι κορίτσια) από Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής (ΔΠΤ) στις δομές Ψυχικής Υγείας ανέρχονται σε πάνω από 1.000 τον χρόνο, ξεπερνώντας τα όρια των υπαρχουσών δομών, ενώ τα τελευταία χρόνια οι ΔΠΤ επεκτείνονται τόσο σε μικρότερες ηλικίες όσο και μεγαλύτερες, αλλά και στα αγόρια.
Την κατάσταση που επικρατεί στις δομές πρόληψης ανέλυσαν χθες στη συνέντευξη Τύπου τα μέλη του ΔΣ του Συλλόγου «Επιστρέφω» Ελένη Σαλαβράνου, Χάρης Σμυρνιώτης και Δημήτρης Βούλγαρης. Μίλησαν για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο όπως είναι οι ΔΠΤ, που «μετά την COVID εποχή τα ποσοστά πασχουσών - πασχόντων έχουν αυξηθεί κατά 300%, σύμφωνα με τα στοιχεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου του ΕΚΠΑ».
Οπως σημείωσαν, η κατάσταση για τις πάσχουσες, τους πάσχοντες και τις οικογένειές τους είναι δύσκολη, καθώς όταν φτάσουν στο κρίσιμο στάδιο της ασιτίας, «δηλαδή να "παίζουν" τα παιδιά μας με τον θάνατο, η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη είναι αργοπορημένη, αποσπασματική και με μέγιστο όριο θεραπείας τα 1 - 2 έτη, οδηγώντας σε υποτροπές».
«Το όλο σύστημα έχει πρόβλημα στη δομή και στη λειτουργία του, διότι δεν έχει σκοπό τη θεραπεία αλλά τη "λειτουργικότητα" του πάσχοντος», καταγγέλλουν.
Ο Σύλλογος ζητά τα αυτονόητα: Να δημιουργηθούν προγράμματα πρόληψης, ξεκινώντας από τους χώρους εκπαίδευσης και άθλησης των παιδιών.
Βασικό αίτημα είναι και η επείγουσα στελέχωση των μόλις 6 υπαρχουσών δομών (4 ενηλίκων, 1 παιδιών, 1 εφήβων), που λόγω έλλειψης προσωπικού κινδυνεύουν να αναστείλουν την πλήρη λειτουργία τους. Συγκεκριμένα, απαιτούνται 29 προσλήψεις. Σημειωτέον, μέχρι το 2024 οι δομές ήταν 7, καθώς το θεραπευτικό πρόγραμμα «18 Ανω» παρείχε εξωνοσοκομειακή θεραπεία σε 120 πάσχοντες από ΔΠΤ, ενώ το Τμήμα Οικογένειας παρείχε ψυχοσυμβουλευτική στήριξη 20 οικογενειών τους. Μετά την «ολοκλήρωση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης», το πρόγραμμα έκλεισε και οι πάσχουσες - πάσχοντες παραπέμπονται στις υπόλοιπες φρακαρισμένες δομές, με την αναμονή π.χ. στο Σισμανόγλειο να ξεπερνά τους 3 μήνες.
Εκτός από την επαναλειτουργία του θεραπευτικού προγράμματος «18 Ανω» ο Σύλλογος διεκδικεί τη δημιουργία μονάδας Κέντρου Ημέρας για ΔΠΤ, για την αποσυμφόρηση των περιορισμένων δυνατοτήτων που έχουν τα δημόσια νοσοκομεία (υπάρχουν μόνο 6 κλίνες για ενήλικες, 6 για εφήβους και 6 για παιδιά σε όλη τη χώρα) αλλά και για την αντιμετώπιση της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει η νοσηλεία της ψυχογενούς ανορεξίας (υποχρεωτική σίτιση και ψυχοθεραπεία), που είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί όταν γίνεται σε θαλάμους με ασθενείς και άλλων ψυχικών παθήσεων, με αποτέλεσμα πολλοί πάσχοντες να εγκαταλείπουν τη θεραπεία στα μισά και να επανεισάγονται, ενδεχομένως με εισαγγελικές παραγγελίες, ή και να την αρνούνται ολοσχερώς, με αποτέλεσμα τον θάνατο.
Τη διασφάλιση της συνέχειας και ενίσχυσης της λειτουργίας των 75 Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας αφορά η Επίκαιρη Ερώτηση που κατέθεσε χτες στη Βουλή η βουλευτής του ΚΚΕ Βιβή Δάγκα, προς τον υπουργό Υγείας Αδ. Γεωργιάδη.
Οπως υπενθυμίζει η Επίκαιρη Ερώτηση, τα Κέντρα Πρόληψης λειτουργούν 30 χρόνια με σκοπό τη δωρεάν παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών, σήμερα εργάζονται περίπου 270 άτομα αορίστου χρόνου και 160 άτομα με «μπλοκάκι» με ετήσιες συμβάσεις. Το μόνιμο προσωπικό είναι διάφορων επιστημονικών ειδικοτήτων, καθώς και διοικητικοί υπάλληλοι με πολύχρονη εμπειρία και ουσιαστική σύνδεση με τις αντίστοιχες κοινότητες.
Με την ψήφιση του νόμου 5129/24 «Ολοκλήρωση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης», ιδρύθηκε ο Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ) ως διάδοχος των υπαρχόντων φορέων, ο οποίος οφείλει να διασφαλίσει τη συνέχεια της Προγραμματικής Σύμβασης με τα Κέντρα Πρόληψης και μετά το 2027.
Στην Ερώτηση σημειώνεται ότι «το γεγονός ότι δεν υπάρχει σαφής και ξεκάθαρη θέση για τη διασφάλιση των Κέντρων Πρόληψης και την ανανέωση της προγραμματικής σύμβασης, δημιουργεί εύλογα ανησυχία στους εργαζόμενους αλλά και στις τοπικές κοινωνίες, καθώς ειδικά στην επαρχία τα Κέντρα Πρόληψης αποτελούν μια σταθερή, οργανωμένη ψυχοκοινωνική δομή, ελλείψει άλλων δομών.
Ολες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις έχουν ευθύνη για τη διαλυτική κατάσταση στην πρόληψη, στα στεγνά προγράμματα απεξάρτησης και στην κοινωνική επανένταξη, υιοθετώντας την πολιτική της "μείωσης της βλάβης". Η κυβέρνηση της ΝΔ, με τον νόμο 5129/24, έδωσε ένα ακόμα χτύπημα στον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα στην πρόληψη και στην απεξάρτηση, καθώς και στην κοινοτική θεραπευτική προσέγγιση. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων στους φορείς της δωρεάν πρόληψης και απεξάρτησης απέναντι στον συγκεκριμένο νόμο επιβεβαιώνονται με τον χειρότερο τρόπο.
Στη μέγγενη του "κόστους - οφέλους" οι ανάγκες των ωφελούμενων, των εξαρτημένων, των οικογενειών τους, καθώς και των εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης περνάνε σε δεύτερο πλάνο, γιατί τώρα "πρωταγωνιστής" στην αντιναρκωτική πολιτική θα είναι ακόμα περισσότερο η στρατηγική της ΕΕ, των ΜΚΟ, της ιδιωτικοποίησης, της λογικής του "λειτουργικού χρήστη". Σήμερα, που οι εξαρτητικές συμπεριφορές αυξάνονται ραγδαία, ιδιαίτερα στους εφήβους, υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της κοινοτικής πρόληψης, με νέες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και δημιουργία νέων Κέντρων Πρόληψης για την κάλυψη όλων των αναγκών».
Το ΚΚΕ και με την Ερώτηση μεταφέρει στη Βουλή τη δίκαιη απαίτηση για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας των Κέντρων Πρόληψης και μετά τη λήξη της προγραμματικής σύμβασης στο τέλος του 2027 και τη θεσμική εξασφάλιση της μονιμότητας του θεσμού και τη συνέχιση της χρηματοδότησής του αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Σε μια ιδιότυπη ...κατάργηση των ειδικοτήτων φαίνεται ότι έχει προχωρήσει η διοίκηση του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», αφού για να μπαλωθούν όπως - όπως τα τραγικά κενά σε ειδικευόμενους καλεί «όλους να τα κάνουν όλα», με μεγάλους κινδύνους για τους ασθενείς.
Αυτήν την άκρως αντιεπιστημονική και επικίνδυνη πρακτική αποκαλύπτει το Σωματείο Εργαζομένων του «Ευαγγελισμού», τονίζοντας ότι τα κενά σε κάποιες κλινικές καλύπτονται από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, που υπηρετούν ως «παρατασιακοί».
Συγκεκριμένα, αιματολόγοι κλήθηκαν να συνδράμουν στην κάλυψη των εφημεριών του Πνευμονολογικού Τμήματος, ενώ πριν λίγους μήνες πιέστηκαν παθολόγοι, ενδοκρινολόγοι, δερματολόγοι, πυρηνικοί κ.ά. να καλύψουν βάρδιες στον νέο αξονικό τομογράφο, που η χρήση του παραχωρήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία κατά τη διάρκεια της γενική εφημερίας.
Τώρα καλούνται ειδικευόμενοι Αναισθησιολογίας να εφημερεύσουν για θωρακοχειρουργικά περιστατικά, μπας και καλυφθούν με αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο τα κενά σε ειδικευόμενους Χειρουργικής Θώρακος!
Οπως είναι λογικό, το Σωματείο θέτει το ερώτημα «με ποια επιστημονική επάρκεια θα καταφέρει ένας ειδικευόμενος π.χ. Αναισθησιολογίας να περιθάλψει και να αντιμετωπίσει ένα επείγον περιστατικό άλλης ειδικότητας, π.χ. θωρακοχειρουργικό περιστατικό, από τη στιγμή που για 5 - 6 χρόνια εκπαιδεύτηκε σε άλλο επιστημονικό αντικείμενο».
Και σχολιάζει ότι η άσκηση της Ιατρικής «δεν μπορεί να γίνεται με συνθήκες 15ου αιώνα, όπου ένας γιατρός περιφερόταν με την άμαξα και θεράπευε πάσα νόσο».
Στο παραπάνω φόντο, οι εργαζόμενοι στον «Ευαγγελισμό» αρνούνται να συναινέσουν να γίνονται «μέρος μιας τόσο μεγάλης υποβάθμισης τόσο της επιστήμης μας όσο και της περίθαλψης των ασθενών, πόσο μάλλον εν έτει 2026 στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, στο κέντρο της πρωτεύουσας». Και ξεκαθαρίζει το Σωματείο ότι «καλύπτει κάθε συνάδελφο που θα υπερασπιστεί την ορθή άσκηση της ειδικότητάς του και δεν θα δεχτεί να παραβιάσει στοιχειώδεις όρους της ιατρικής δεοντολογίας, προασπίζοντας όχι μόνο τη δική του ασφάλεια αλλά πρωτίστως αυτή των ασθενών!».