Παρασκευή 2 Φλεβάρη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 14
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Ενεργειακή «μετάβαση» στα μέτρα της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων

Χαμηλά ενεργειακά κόστη για τις επιχειρήσεις, ενώ τα λαϊκά νοικοκυριά πληρώνουν την επέκταση των ΑΠΕ

Κατά 40% έχει ακριβύνει το ρεύμα για τα νοικοκυριά, ενώ χιλιάδες επιχειρήσεις απαλλάσσονται από την εισφορά για τις ΑΠΕ
Κατά 40% έχει ακριβύνει το ρεύμα για τα νοικοκυριά, ενώ χιλιάδες επιχειρήσεις απαλλάσσονται από την εισφορά για τις ΑΠΕ
Η εξασφάλιση των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας - και βασικά της γερμανικής βιομηχανίας - και ταυτόχρονα η ενεργειακή μετάβαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), με τους γερμανικούς επιχειρηματικούς ομίλους να θέλουν να διατηρήσουν τον πρωτοπόρο ρόλο τους στην «πράσινη ενέργεια», είναι από τα κυριότερα ζητήματα που απασχολούν τελευταία το γερμανικό κεφάλαιο και συζητιούνται έντονα και στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Οι πιο επιτακτικές απαιτήσεις του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) - που ελάχιστα έχουν να κάνουν με την προστασία του περιβάλλοντος και τη λεγόμενη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής - είναι: Οχι πρόωρη έξοδος από τη χρήση άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς αυτή θέτει σε κίνδυνο τον ενεργειακό εφοδιασμό της βιομηχανίας. Προώθηση των επενδύσεων για την επέκταση των ΑΠΕ, επενδύσεις από τις οποίες ωφελείται η γερμανική βιομηχανία και ταυτόχρονα φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα για τις επιχειρήσεις, μέσω της ολοένα και μεγαλύτερης απαλλαγής των επιχειρηματικών ομίλων από την εισφορά για τις ΑΠΕ. Ετσι, το «μάρμαρο» πληρώνουν τα νοικοκυριά μέσω των «φουσκωμένων» λογαριασμών ρεύματος.

Η απόφαση των κρατών - μελών της ΕΕ

Ολα τα παραπάνω έχει σημασία να τα δει κανείς στο φόντο της πρόσφατης (Δεκέμβρης 2017) απόφασης των κρατών - μελών της ΕΕ για την ενεργειακή μετάβαση μέχρι το 2030. Μέχρι τότε, οι ΑΠΕ πρέπει να καλύπτουν το 27% της συνολικής ενεργειακής ζήτησης. Επίσης, το 14% των καυσίμων θα πρέπει να προέρχεται από ΑΠΕ, εκ των οποίων το 3% από τα λεγόμενα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς (από άχυρο ή απόβλητα).

Σύμφωνα με νέα στοιχεία του Οργανισμού Προστασίας του Περιβάλλοντος της ΕΕ (ΕΟΠ), η επέκταση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ευρώπη έχει σημειώσει μικρή πρόοδο και εκφράζονται ανησυχίες για την «πρωτοκαθεδρία» στις ΑΠΕ, σε ανταγωνισμό με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, όπως π.χ. Κίνα. Στην Ευρώπη, το 2016, το ποσοστό των ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση Ενέργειας αυξήθηκε μόνο κατά 0,2 μονάδες, σε 16,9%. Από το 2014 έως το 2015, αυξήθηκε από 16,1% σε 16,7%. Μέχρι το 2020, ισχύει ο στόχος του 20%.

Τα βήματα της Γερμανίας προς τις ΑΠΕ

Σε πρόσφατη μελέτη με τίτλο «Η μεγάλη εικόνα» της δεξαμενής σκέψης «Αγορά», περιγράφονται τα βήματα που θα χρειαστούν μέχρι το 2030, προκειμένου η Γερμανία να φτάσει το 2050 τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα:

  • Το ποσοστό των ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση πρωτογενούς Ενέργειας στη χώρα θα πρέπει να υπερδιπλασιαστεί από 12,6% σε 30%.
  • Μόνο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, αυτό θα σήμαινε διπλασιασμό του μεριδίου της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από περίπου 32% σήμερα, σε 60% μέχρι το 2030.
  • Οι επιδόσεις των θαλάσσιων αιολικών πάρκων πρέπει να αυξηθούν έξι φορές.
  • Η αιολική ενέργεια στη γη αναμένεται να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της τα επόμενα 12 χρόνια από περίπου 42 gigawatts σε 91 gigawatts. Οι επιδόσεις μεμονωμένων ανεμογεννητριών αυξάνονται χάρη στους βελτιωμένους στροβίλους, τις μεγαλύτερες διαμέτρους και το ύψος των κόμβων, όμως αυτό δεν αντιστοιχεί σε διπλασιασμό του αριθμού των ανεμογεννητριών. Σήμερα υπάρχουν περίπου 27.000.
  • Η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών συστημάτων αναμένεται επίσης να υπερδιπλασιαστεί από 40 gigawatts σε 86 gigawatts έως το 2030.

Παράλληλα με την επέκταση της «πράσινης ενέργειας», η χρήση άνθρακα και πετρελαίου θα μειωθεί κατά το ήμισυ κατά τα επόμενα 12 χρόνια και η κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 20%. Θα υπάρχουν ακόμη μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα το 2030, που θα παρέχουν ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά θα λειτουργούν ολοένα και λιγότερο. Ακόμη, θα υπάρχουν 10 - 12 εκατ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα, κυρίως στις πόλεις, αλλά ο κινητήρας εσωτερικής καύσης θα είναι επίσης πολύ διαδεδομένος, ειδικά στην ύπαιθρο.

Αυτό που προβληματίζει το γερμανικό κεφάλαιο είναι κατά πόσο η Γερμανία - ακόμη και με αυτά τα μέτρα - μπορεί να διαδραματίσει έναν διεθνή πρωτοποριακό ρόλο, στο πλαίσιο του οξυμένου ανταγωνισμού στην «πράσινη οικονομία». Πάντως, η «Στατιστική Ανασκόπηση της Παγκόσμιας Ενέργειας», που δημοσιεύτηκε από την ενεργειακή ομάδα της εταιρείας BP, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας για πρώτη φορά πέρυσι (2016), ξεπερνώντας και τις ΗΠΑ. Συνολικά, η περιοχή Ασίας - Ειρηνικού υπερέβη επίσης την Ευρώπη και την Ευρασία.

Σύμφωνα με τη μελέτη της BP, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη πηγή Ενέργειας στον κόσμο, με αύξηση 12%. Ωστόσο, το μερίδιό τους είναι μόλις λίγο κάτω από το 4% της παγκόσμιας κατανάλωσης πρωτογενούς Ενέργειας.

Ανταγωνιστικά ενεργειακά κόστη για τη βιομηχανία

Ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) υποστηρίζει το «φιλόδοξο σχέδιο ενεργειακής μετάβασης», αρκεί η εφαρμογή του από τις επόμενες κυβερνήσεις να γίνει με τρόπο που ενισχύει τα κέρδη των γερμανικών βιομηχανιών.

«Ο εκσυγχρονισμός και η επέκταση των ΑΠΕ είναι απαραίτητα», λένε οι βιομήχανοι και ζητούν από την επόμενη κυβέρνηση «επενδύσεις μεγάλης κλίμακας». «Η επέκταση του δικτύου των ΑΠΕ, οι τεχνολογίες αποθήκευσης και η έρευνα στον τομέα της Ενέργειας θα πρέπει να αποτελέσουν το επίκεντρο» της πολιτικής, με στόχο «να διατηρήσουμε και να επεκτείνουμε τη διεθνή ηγετική μας τεχνολογία στον τομέα των ΑΠΕ και την ένταξή τους στο συνολικό σύστημα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας».

Οπως τονίζεται, οι ΑΠΕ είναι «εξαιρετικά ασταθείς και συχνά βρίσκονται μακριά από τα κέντρα κατανάλωσης», γι' αυτό «η Γερμανία χρειάζεται διαφορετική διάρθρωση και επέκταση του δικτύου προκειμένου να διατηρηθεί το επίπεδο ασφάλειας του εφοδιασμού».

Την ίδια στιγμή, οι γερμανικές επιχειρήσεις ζητούν φτηνό ρεύμα και συνολικά μικρά ενεργειακά κόστη για να διατηρηθεί το «υψηλό επίπεδο ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού τους». Στην αρχή της βιομηχανικής «αλυσίδας» «βρίσκονται κυρίως ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως η χημική, η κατασκευή οικοδομικών υλικών, γυαλιού, μετάλλου, χαρτιού, χάλυβα, τα διυλιστήρια. Ο πρωτοπόρος ρόλος της Γερμανίας στην επέκταση των ΑΠΕ δεν θα πρέπει να είναι σε βάρος των ενεργοβόρων βιομηχανιών με υψηλές τιμές βιομηχανικού ρεύματος. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα αυτές οι βιομηχανίες να μετακομίσουν προς το εξωτερικό. Χρειαζόμαστε τις ενεργοβόρες βιομηχανίες για να εξασφαλίσουμε την ανάπτυξη. Εν συντομία: Χρειαζόμαστε ενεργειακά κόστη που θα είναι ανταγωνιστικά παγκοσμίως», επισημαίνει ο BDI για την επόμενη κυβέρνηση.

Ο λογαριασμός στα λαϊκά νοικοκυριά

Ποιος πληρώνει την «ενεργειακή μετάβαση» της γερμανικής καπιταλιστικής οικονομίας; Οι καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος, δηλαδή τα νοικοκυριά. Το 2018 χιλιάδες γερμανικές επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να απαλλάσσονται από την επονομαζόμενη «εισφορά πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας» με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Οικονομίας και Ελέγχου των Εξαγωγών (Bafa).

Συνολικά 1.908 εταιρείες με 2.421 σημεία πώλησης θα εξαιρεθούν από την καταβολή της προσαύξησης των 6,8 σεντ ανά κιλοβατώρα σύμφωνα με το νόμο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (EEG) για χάρη της ανταγωνιστικότητάς τους. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 6,5 δισ. ευρώ. Οι περισσότερες ευνοημένες εταιρείες βρίσκονται στη Βόρεια Ρηνανία - Βεστφαλία (723), στη Βαυαρία (456), στη Βάδη - Βυρτεμβέργη (331), στην Κάτω Σαξονία (328) και τη Σαξονία (223).

Να σημειωθεί πως ο νόμος EEG αποτέλεσε σημείο τριβής στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης «Τζαμάικα» (Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές - Φιλελεύθεροι - Πράσινοι), με τους Φιλελεύθερους να ζητούν επέκταση του νόμου, ώστε να περιλαμβάνει περισσότερες επιχειρήσεις. Αλλά και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) - σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Handelsblatt» - προσέρχονται στις τωρινές συνομιλίες για ενδεχόμενο μεγάλο συνασπισμό με προτάσεις για μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος (για τις επιχειρήσεις), αντικαθιστώντας την εισφορά για τις ΑΠΕ με έναν έλεγχο των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλες τις πηγές Ενέργειας. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι «οι αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις μειώνονται στην ηλεκτρική ενέργεια και αυξάνονται οι εισφορές για θέρμανση και καύσιμα κινητήρων».

Την ίδια στιγμή, το οικιακό ρεύμα έχει ακριβύνει κατά 40% τα τελευταία 10 χρόνια. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, αυτή η προσαύξηση των 6,88 σεντς ανά κιλοβατώρα χρηματοδοτείται κατά 1/3 από τα νοικοκυριά και κατά 2/3 από επιχειρήσεις που δεν απαλλάσσονται. Πέρα από αυτήν την προσαύξηση, οι καταναλωτές πληρώνουν και για την επέκταση του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω των αυξανόμενων τελών που επιβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης.


Ε. Μ.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org